Τρώμε το πρόγευμα μας στην σιωπή. Αυτός είναι ο κανονισμός στο Άσραμ. Από τις δέκα το βράδυ μέχρι τις δέκα το επόμενο πρωί η ομιλία απαγορεύεται. Λέμε καλημέρα και καληνύχτα με τα μάτια, και με τα χαμόγελα και με τα χέρια σε στάση προσευχής. Μάουνα, έτσι το λένε στην ινδική πνευματική πρακτική, που πάει να πει η σιωπή σαν άσκηση. Κάθε πρωί, λοιπόν, ασκούμαστε στην σιωπή. Πρωτόγνωρη εμπειρία και πόσο μάλλον όταν την ζεις σε ένα τέτοιο μέρος όπως την Ινδία όπου τα ιερά της κείμενα- οι Ουπανισάδες- λένε πως η σιωπή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ύψιστη γνώση.

Το πρόγευμα είναι γύρω στις 9.00 σε μια κοινόχρηστη ημιυπαίθρια αίθουσα με πράσινους τοίχους και κόκκινο πάτωμα. Μαζευόμαστε εκεί μετά από ένα δίωρο γιόκα κι’ αφού διασχίσουμε το μονοπάτι με τα μυρωδάτα λουλούδια αφήνουμε τα παπούτσια μας στην είσοδο και μπαίνουμε μέσα με τις πατούσες μας γυμνές. Διαλέγουμε τραπέζι. Συνήθως προτιμάμε εκείνο που βλέπει στο ποτάμι και αν είναι κατελλειμένο καθόμαστε οπουδήποτε, αρκεί να μην είναι στο τραπέζι των δασκάλων που βρίσκεται στην άλλη άκρη της αίθουσας. Παίρνουμε η κάθε μια τον δίσκο της- μεταλλικός δίσκος χωρισμένος σε υποδοχές για να ξεχωρίζουν οι γεύσεις- και στεκόμαστε σιωπηλές στην σειρά για το το σερβίρισμα. Μεγάλες κατσαρόλες, επίσης μεταλλικές, τοποθετημένες η μια πλάι στην άλλη σε ένα μακρόστενο πάγκο και πίσω του τρία νεαρά αγόρια από το Νεπάλ-ούτε είκοσι χρονών δεν θάναι- που κρατούν τις κουτάλες σε ετοιμότητα για να μας σερβίρουν. Φρέσκα φρούτα κομμένα σε τετράγωνα στη μια κατσαρόλα- παπάγια, ανανάς, καρπούζι- καυτερές σαλάτες λεπτοκομμένες στην άλλη και στην τρίτη κόκκινες φακές ή φασόλια μαγειρεμένα με μπόλικα μπαχαρικά. Αυτό είναι το πρωινό μενού, συνοδευόμενο με τσάι κανέλας ή ζεστό νερό κόλιαντρου και με…απουσία ανθρώπινης φωνής.

Αμίλητες παίρνουμε το μαχαίρι και το πηρούνι κι’ αρχίζουμε να τρώμε. Οι Ινδοί τρώνε με τα χέρια τους όχι γιατί είναι απολίτιστοι, όπως θα βιαστεί να συμπεράνει κάποιος δυτικόαναθρεμμένος, αλλά επειδή στην ινδική κουλτούρα η αφή είναι αναπόσπαστο μέρος της εμπειρίας. Είναι σημαντικό γι’ αυτούς να γνωρίσεις την τροφή πρώτα με τα δάχτυλά σου και προτού φτάσει στο στόμα σου να έχεις ήδη νιώσει την θερμοκρασία της, την υφή της, την πυκνότητα της. Μόνο έτσι το φαγητό γίνεται πιο αισθητηριακό, αυτό πιστεύουν, πως όταν αγγίζεις την τροφή δημιουργείς μια βαθύτερη σύνδεση μαζί της, όχι μόνο σωματική αλλά και πνευματική. Τρώνε δε, πάντα με το δεξί χέρι, το αριστερό αποφεύγεται για λόγους καθαριότητας και υπάρχει μάλιστα ειδικός τρόπος που πλάθουν με τα δάχτυλα τους τις μικρές μπουκιές. Κάποιοι Ευρωπαίοι ή και Αμερικάνοι που βρίσκονται εδώ το δοκιμάζουν, εμείς διστάζουμε, οι πεποιθήσεις μας είναι προφανώς πιο δύσκαμπτες, θέλουν το χρόνο τους για να μας κάνουν το χατίρι να επιτρέψουν σε ένα καινούργιο βίωμα να τις αμφισβητήσει.

Στο τραπέζι μαζί μας κάθονται η Σοφία από την Σουηδία, η Νέτα, Ιρανή που μένει στην Ολλανδία, η Ντέι από την Δανία και ο Ούλφ, Σουηδός κι’ αυτός. Είναι άλλες φορές που σκορπιζόμαστε σε διαφορετικές παρέες όπως εκείνη της Αλεχάντρας από την Ισπανία ή του Μούρτη από την Νότια Ινδία. Όπου κι’ αν καθίσουμε ωστόσο η σιωπή παραμένει η ίδια: Γεμάτη από ένα σωρό ήχους, που όχι μόνο τους ακούω με μια θαυμαστή καθαρότητα, αλλά τους αισθάνομαι κιόλας στο δέρμα μου, σαν αμυδρές δονήσεις.

Ο ήχος της κουτάλας όπως αυτή βυθίζεται στην κατσαρόλα με τα φρούτα. Ο ήχος των φασολιών που πέφτουν μέσα στο δίσκο. Το μαχαίρι που σκίζει τον ανανά, το πηρούνι που γρατσουνά την μεταλλική επιφάνεια, το τσάι που κυλά μέσα στο φλυτζάνι. Το καπάκι που ανοιγοκλείνει. Το κροτάλισμα των δοντιών που τεμαχίζουν το καρπούζι, το φτύσιμο των κουκουτσιών, το σφίξιμο των χειλιών που βρέχονται με νερό κόλιαντρου. Το πετάρισμα των φύλλων, τα τιτιβίσματα των πουλιών, το ελάχιστο αεράκι που χαϊδεύει τα μαλλιά. Όλοι αυτοί οι ήχοι και δεκάδες άλλοι που δεν ξέρω καν να τους ονοματίσω δημιουργούν ένα δικό τους σύμπαν. Ανασυνθέτουν μια δεύτερη πραγματικότητα, όπου εκεί διαισθάνομαι πως η τρυφερότητα είναι πολύ πιο διαπεραστική.
Όσο τρώμε στη σιωπή αποφεύγουμε να κοιταχτούμε στα μάτια. Κοιτάμε το δέντρο, το λουλούδι, το πάτωμα, τις φακές, όχι όμως ο ένας τον άλλο. Κι’ αν από λάθος συμβεί ανταλλάζουμε βιαστικά χαμόγελα ή παριστάνουμε πως δεν συνέβηκε. Ίσως γιατί στην σιωπή νιώθουμε αβόλευτοι, πιο τρωτοί, άρα και πιο αληθινοί. Κι’ αυτή η παραδοχή μας φέρνει αμηχανία. Αυτό είναι όμως που στ’αλήθεια συμβαίνει. Στην σιωπή ο ένας γίνεται πιο εύκολα ο καθένας. Βλέπεις στον άλλο κάτι από σένα: ο τρόπος που μασά σουφρώνοντας πότε το δεξί και πότε το αριστερό μάγουλο ή που ζαρώνεται ο λαιμός καθώς καταπίνει, ή το βλέμμα που περιπλανιέται σαν αδέσποτο και το πηγούνι που λερώνεται και γίνεται ξανά παιδικό. Βλέπεις την κοινή μας ευάλωτότητα, την ευθραυστότητα της κοινής μας μοίρας που στην σιωπή φανερώνεται ολάκερη σαν μιας ιερή γεωμετρία.

Όταν τελειώσουμε το φαγητό καινούργιοι ήχοι προστίθενται. Το άδειασμα του δίσκου σε ένα πλαστικό κουβά, η τοποθέτηση του άδειου φλιτζανιού πάνω σε ένα σιδερένιο τρόλεϊ, το νιαούρισμα της γάτας που ψάχνει για απομεινάρια, το ψιθύρισμα των παιδιών στην κουζίνα, το νερό που τρέχει από τις βρύσες, οι κραυγές των παγωνιών στην πίσω αυλή και ο δείκτης του ρολογιού που κρέμεται στον τοίχο και που σε λίγο θα δείξει δέκα, που πάει να πει την λήξη της σιωπής.
Φεύγω πριν αυτό να συμβεί. Κατευθύνομαι προς το ποτάμι και κάθομαι σε ένα παγκάκι στις όχθες του. Θέλω να παρατείνω την σιωπή. Να διαρκέσει όσο περισσότερο γίνεται αυτή η καθησυχαστική αίσθηση πως μέσα της ο κόσμος μοιάζει να ισιώνει. Και να μπαίνει στην σωστή του θέση.





























