
Μιχάλης Περσιάνης
Η αποστολή του Κύπριου καταναλωτή έχει τη δική της ιδιαιτερότητα: εκτός από την κατανάλωσή του, είναι επιφορτισμένος και με την απορρόφηση του ρίσκου και του κόστους που έπρεπε να είχαν τύχει διαχείρισης από τον προμηθευτή του. Και, σε περιόδους όπως η τρέχουσα, όπου το κόστος καυσίμων είναι αυξημένο, ο μόνος που δεν έχει να χάσει ούτε σεντ είναι ο κεντρικός προμηθευτής ηλεκτρισμού στην Κύπρο.
Είναι ένα φαινόμενο που βλέπουμε, φυσικά, σε πολλές περιπτώσεις και η περίπτωση της ΑΗΚ δεν είναι μοναδική, ούτε στην Κύπρο ούτε στον κόσμο. Είναι όμως η μοναδική περίπτωση που αφορά ένα οργανισμό που δεν είναι ιδιωτικό απορρυθμισμένο μονοπώλιο ή τουλάχιστον ολιγοπώλιο.
Μεσολάβησαν είκοσι μήνες. Από την παραδοχή ότι έλειπε η τεχνογνωσία, φτάσαμε στην εξήγηση ότι αναζητούσαν τεχνογνωσία. Ακόμα «αναζητούν».
Από μόνο του, το φαινόμενο ενός οργανισμού που ελέγχεται από το κράτος και λειτουργεί με το ύφος ενός ιδιωτικού απορρυθμισμένου μονοπωλίου αποτελεί μια εκκωφαντική πολιτική αποτυχία: της κυβέρνησης που δεν άσκησε πίεση στα διοικητικά συμβούλια κατά τον διορισμό τους, αλλά και της αντιπολίτευσης που δεν έθεσε το θέμα πιο επιτακτικά. Πρόκειται για μία σοβαρή και παρατεταμένη πολιτική αποτυχία.
Η ίδια η ΑΗΚ εξηγεί στη δημοσιευμένη μεθοδολογία της ότι η αναπροσαρμογή καυσίμων συνυπολογίζει τις αγορές καυσίμων, τα δικαιώματα εκπομπών και τις επιβαρύνσεις για τη διατήρηση στρατηγικών αποθεμάτων. Έτσι, οι διατιμήσεις λειτουργούν ως μηχανισμός μετακύλισης της έκθεσης στο κόστος καυσίμου, από ένα ημικρατικό οργανισμό, στον καταναλωτή. Πιο απλά, το πετρέλαιο είναι πρόβλημα του πελάτη.
Δεν ήταν αναπόφευκτη όμως η αύξηση του κόστους επειδή αυξήθηκε το Brent. Αυτή η εικόνα, την οποία ως ερίφια δέχονται κυβερνώντες και αντιπολιτευόμενοι, έχει ως μοναδικό σκοπό να εξασφαλιστεί ένα άλλοθι για την αποτυχία.
Και το ξέρουμε καλά, διότι η πλήρης μετακύλιση του κόστους του καυσίμου, και μάλιστα μέσα από την περίφημη ρήτρα, χωρίς την παραμικρή λήψη μέτρων για αντιστάθμιση του κόστους παραγωγής, είναι και πάλι ένα φαινόμενο που χαρακτηρίζει ένα συγκεκριμένο κλαμπ οργανισμών: ιδιωτικά απορρυθμισμένα μονοπώλια, συν η ΑΗΚ ως guest star.
Η ΔΕΗ, για παράδειγμα, διαθέτει πραγματικό μηχανισμό εφαρμογής. Στο τέλος του 2025 είχε θέσεις αγοράς φυσικού αερίου περίπου 4,12 TWh μέσω συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης και επιπλέον 0,34 TWh μέσω συμβάσεων ανταλλαγής (swaps), με διακανονισμό το 2026. Παράλληλα, είχε θέσεις πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας περίπου 2,56 TWh σε συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης. Υπάρχει, δηλαδή, συγκεκριμένη διαχείριση της έκθεσης σε κόστος και έσοδα.
Η ιρλανδική ESB διαχειρίζεται επιλεκτικά τον κίνδυνο των τιμών καυσίμων μέσω αντιστάθμισης και έχει συνάψει προθεσμιακές συμβάσεις αγοράς φυσικού αερίου για ηλεκτροπαραγωγή.
Στη Βρετανία, η SSE δημιουργεί σταδιακά θέσεις αντιστάθμισης για αιολική και υδροηλεκτρική παραγωγή σε ορίζοντα 36 μηνών. Δημοσιοποιεί μάλιστα ποσότητες και τιμές: για την οικονομική χρήση 2026/27, οι αντισταθμισμένες ποσότητες της συγκεκριμένης παραγωγής ανέρχονταν σε 10,5 TWh. Περιλαμβάνονται τόσο θέσεις ηλεκτρισμού όσο και θέσεις φυσικού αερίου που χρησιμοποιούνται ως υποκατάστατο αντιστάθμισης. Η Centrica, επίσης στη Βρετανία, διατηρεί χαρτοφυλάκιο υγροποιημένου φυσικού αερίου το οποίο είναι 100% αντισταθμισμένο έως το 2028 και καλυμμένο σε ποσοστό άνω του 80% μέχρι το τέλος της δεκαετίας, μέσω φυσικών και χρηματοοικονομικών συναλλαγών.
Στη Γαλλία, η EDF έχει συνάψει μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα συμβόλαια συνολικού όγκου 47 TWh ετησίως, προσφέροντας μεγαλύτερη ορατότητα τιμών στους πελάτες της.
Στη Γερμανία, η E.ON αντισταθμίζει οικονομικά τις διακυμάνσεις των μελλοντικών ταμειακών ροών από αγορές και πωλήσεις ενέργειας μέσα από προθεσμιακές συμβάσεις και δικαιώματα προαίρεσης για ηλεκτρισμό και φυσικό αέριο. Η διαχείριση αυτή εντάσσεται σε οργανωμένο πλαίσιο διαχείρισης κινδύνων.
Ο καθένας ακολουθεί μια στρατηγική αντιστάθμισης που ταιριάζει στις δικές του ανάγκες. Ο κοινός τους παρονομαστής, όμως, είναι ότι κάνουν κάτι και ότι η αδράνεια δεν θεωείται στρατηγική.
Στην ΑΗΚ, από την άλλη, τον Νοέμβριο του 2024 έγινε παραδοχή από τον τότε πρόεδρο πως υπήρχε έλλειψη σχετικής τεχνογνωσίας. Για την τοποθέτησή του, εισέπραξε επιστολές και παράπονα ότι προσβάλλει τον οργανισμό. Στην ίδια κοινοβουλευτική συζήτηση, ο αντιπρόεδρος της ΡΑΕΚ επέκρινε προηγούμενα διοικητικά συμβούλια για την προσέγγιση της μετακύλισης του κόστους στους καταναλωτές. Τον Ιούλιο του 2026, στην Καθημερινή, ο πρόεδρος της ΑΗΚ εξηγούσε ότι ο Οργανισμός είχε απευθυνθεί σε εξειδικευμένους διεθνείς οίκους για εκπαίδευση και καθοδήγηση στην αντιστάθμιση των τιμών καυσίμων.
Μεσολάβησαν είκοσι μήνες. Από την παραδοχή ότι έλειπε η τεχνογνωσία, φτάσαμε στην εξήγηση ότι αναζητούσαν τεχνογνωσία. Ακόμα «αναζητούν».
Για έναν οργανισμό που αγοράζει τα καύσιμα από τα οποία εξαρτάται η ηλεκτροδότηση της χώρας, τέτοιοι ρυθμοί (θα έπρεπε να) είναι απαράδεκτοι. Η επίκληση της ανικανότητας ως μόνιμης εξήγησης για την καθυστέρηση εκθέτει τη διοίκηση, αλλά και τα διοικητικά συμβούλια, όσους διορίζουν τα μέλη τους χωρίς KPIs, αλλά και την αντιπολίτευση που σιωπά αδιάφορα. Μετά, τρέχουν να μειώσουν φόρους και να κρύψουν το φέσι της αδράνειας.
Την ώρα που η ΑΗΚ αδυνατεί να αναπτύξει τεχνογνωσία, η ΔΕΗ, στην οποία φέρεται να απευθύνθηκε η ΑΗΚ «για να μάθει», έκανε ακόμα ένα βήμα, διαμορφώνοντας θυγατρική (PPC Trading) για τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου και της αντιστάθμισης κινδύνων.
Η στήλη είχε γράψει παλαιότερα ότι το πρώτο βήμα πρέπει να είναι μια απλή ανακοίνωση: «Ο Πρόεδρος διορίζει τους τάδε-τάδε στο ΔΣ της ΑΗΚ και αναμένει πως, κατά τη θητεία τους, θα ολοκληρωθεί η στρατηγική και πολιτική διαχείρισης των διακυμάνσεων στο κόστος παραγωγής». Αυτή η εισήγηση προκάλεσε αντιδράσεις πως, αν μπουν δείκτες απόδοσης, δεν θα βρίσκουν υποψήγιους για διορισμό στο ΔΣ. Αν κάποιος δεν θέλει να διοριστεί επειδή υπάρχουν KPI, τότε ούτε εμείς οι υπόλοιποι θέλουμε να διοριστεί- αυτό δεν το σκέφτηκε κανένας;
Εν τω μεταξύ, θα συνεχίσουν μας φορτώνουν το φέσι, αλλά να χαριεντίζονται άπαντες προεκλογικά διότι έκοψαν από το κόστος κάτι τις με τη μείωση των φόρων. Το φέσι, όμως, δεν ήταν απαραίτητο. Και, με τον κάθε λογαριασμό καλά κάνει ο καταναλωτής να θυμάται πως αυτό το κόστος ήταν μια πολιτική απόφαση και όχι κάτι το «φυσιολογικό».




