Γράφει ο Μανώλης Ανδριωτάκης
Υπάρχουν τουλάχιστον δύο τρόποι να αφηγηθεί κανείς το «φαινόμενο Nvidia». Ο ένας είναι να μιλήσει για μια εταιρεία που ιδρύθηκε τη δεκαετία του ’90 και βρέθηκε, τρεις δεκαετίες αργότερα, να παρέχει το βασικότερο εργαλείο της έκρηξης της τεχνητής νοημοσύνης. Ο άλλος είναι να πει ότι πουλάει τα «φτυάρια» στους χρυσοθήρες μιας πρωτοφανούς επενδυτικής έξαρσης, η οποία για ορισμένους έχει ήδη τα χαρακτηριστικά οικονομικής φούσκας. Υπάρχει ωστόσο ένα δεδομένο που αποτυπώνει καλύτερα από οποιοδήποτε άλλο το μέγεθος του φαινομένου: αν στις 22 Ιανουαρίου του 1999, όταν η Nvidia, η οποία εξακολουθεί να κυριαρχεί συντριπτικά στην αγορά των επεξεργαστών που τροφοδοτούν την τεχνητή νοημοσύνη, έκανε το ντεμπούτο της στο αμερικανικό χρηματιστήριο, είχατε επενδύσει 10.000 δολάρια στις μετοχές της, σήμερα θα είχατε –κρατηθείτε– περίπου 87,3 εκατ. δολάρια.
Πώς ξεκίνησαν όλα
Μέχρι πριν από λίγα χρόνια είναι πιθανό να μη γνωρίζατε καν την ύπαρξη του αμερικανικού τεχνολογικού κολοσσού με το μυστηριώδες όνομα. Για το μεγαλύτερο μέρος της τριαντάχρονης ιστορίας της Nvidia, τόσο το λογότυπο όσο και τα ονόματα των ιδρυτών της παρέμεναν άγνωστα στο ευρύ κοινό. Την ήξεραν κυρίως οι γκέιμερ, που χρησιμοποιούσαν τις κάρτες γραφικών της για ταχύτερα και εντυπωσιακότερα βιντεοπαιχνίδια. Μέσα σε μόλις τέσσερα χρόνια, όμως, με την έκρηξη των μεγάλων γλωσσικών μοντέλων και της παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης, η Nvidia μετατράπηκε σε σύμβολο της εποχής της ΑΙ και ο συνιδρυτής της, ο 63χρονος Τζένσεν Χουάνγκ, σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπά της.
Το 2025, η Nvidia έγινε η πρώτη εισηγμένη εταιρεία στην Ιστορία που έσπασε το φράγμα των 4 τρισ. δολαρίων σε χρηματιστηριακή αξία. Εναν χρόνο αργότερα έχει πάει ακόμη ψηλότερα: η κεφαλαιοποίησή της βρίσκεται πλέον στα 5,2 τρισ. δολάρια, καθιστώντας την την πολυτιμότερη εταιρεία στον πλανήτη, ενώ η μετοχή της έκλεισε στις 9 Σεπτεμβρίου στα 223,67 δολάρια. Για να πάρετε μια ιδέα του μεγέθους, η χρηματιστηριακή αξία μίας και μόνο εταιρείας ξεπερνά πλέον το ετήσιο ΑΕΠ όλων των χωρών του κόσμου πλην των ΗΠΑ και της Κίνας.
Η μετεωρική άνοδος της εταιρείας έχει πολλές αιτίες. Από το 1993, όταν ιδρύθηκε από τρεις ανήσυχους μηχανικούς, πέρασε διά πυρός και σιδήρου, όμως μια σειρά διορατικών αποφάσεων και μερικών καίριων «πίβοτ», μαζί με τη συνδρομή της τύχης, την εκτόξευσαν στην κορυφή του παγκόσμιου επιχειρηματικού χάρτη. Η Nvidia σήμερα πρωτοστατεί παρέχοντας ένα μεγάλο μέρος της απαραίτητης υποδομής. Πίσω από μεγάλο μέρος της έκρηξης της τεχνητής νοημοσύνης βρίσκονται οι πανίσχυροι επεξεργαστές μιας εταιρείας που ξεκίνησε φτιάχνοντας τσιπάκια για να μην κολλάει το μακελειό στις πίστες του Doom και σήμερα κυριαρχεί στην αγορά των GPU που χρησιμοποιούνται για την εκπαίδευση και λειτουργία συστημάτων ΑΙ.
Η Nvidia έχει δώσει όνομα και νέα υπόσταση σε μια κατηγορία επεξεργαστών που, δύο δεκαετίες αργότερα, θα βρεθεί στην καρδιά της επανάστασης της τεχνητής νοημοσύνης
Στα άδυτα της Nvidia
Το 2025 κυκλοφόρησαν δύο βιβλία για την εποποιία της Nvidia και τον ρόλο του CEO της σ’ αυτήν, γραμμένα αμφότερα από δημοσιογράφους. Ο Τάε Κιμ δυσκολεύτηκε να αποκτήσει πρόσβαση στην εταιρεία. Κατόρθωσε ωστόσο να κάνει κάποιες καλές συνεντεύξεις και, μέσα απ’ αυτές, να σκιαγραφήσει ένα αρκετά γλαφυρό πορτρέτο τόσο της εταιρείας όσο και του Χουάνγκ, το οποίο αποτυπώθηκε στο βιβλίο «The Nvidia Way, Jensen Huang and the Making of a Tech Giant» («Ο τρόπος της Nvidia: Ο Τζένσεν Χουάνγκ και η δημιουργία ενός τεχνολογικού γίγαντα»). «Το μυστικό της επιτυχίας της εταιρείας του Χουάνγκ δεν είναι άλλο από την “καθαρή του θέληση”», γράφει ο Κιμ. «Το ανταγωνιστικό του στοιχείο παρακινούσε συχνά τους υπαλλήλους του να κάνουν εξαιρετικά πράγματα. Την ίδια ώρα, όμως, αποκάλυπτε και μια μικροπρεπή πλευρά του».
Το βιβλίο του Τάε Κιμ.
Το βιβλίο του Στίβεν Γουίτ.
Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Στίβεν Γουίτ, απ’ την άλλη, είχε την ευκαιρία να σκάψει βαθύτερα στο θέμα του, εξασφαλίζοντας πολύ μεγαλύτερη πρόσβαση στον Χουάνγκ και στην εταιρεία. Τίτλος του βιβλίου του «The Thinking Machine: Jensen Huang, Nvidia and the World’s Most Coveted Microchip» («Η σκεπτόμενη μηχανή: Ο Τζένσεν Χουάνγκ, η Nvidia και το πιο περιζήτητο μικροτσίπ στον κόσμο»). Για τον Γουίτ, ο Χουάνγκ «μοιάζει περισσότερο με τον πρώτο εκατομμυριούχο της Καλιφόρνιας, τον Σάμιουελ Μπράναν, τον διάσημο πωλητή προμηθειών χρυσοθηρίας που έζησε στο Σαν Φρανσίσκο το 1849. Μόνο που, αντί για φτυάρια, ο Χουάνγκ πουλάει τσιπ εκπαίδευσης τεχνητής νοημοσύνης που το καθένα περιέχει εκατό δισεκατομμύρια τρανζίστορ και κοστίζει 30.000 δολάρια».
Η Nvidia παρέχει σήμερα το πολυτιμότερο ίσως εργαλείο της τεχνητής νοημοσύνης: την τεράστια υπολογιστική ισχύ που απαιτείται για την εκπαίδευση και τη λειτουργία των μοντέλων. Είναι χαρακτηριστικό ότι μέχρι πριν από λίγα χρόνια ο Χουάνγκ ήταν παντελώς άγνωστος στο ευρύ κοινό. Σήμερα, ολοένα και περισσότερα μίντια κάνουν αφιερώματα στον δισεκατομμυριούχο CEO με το μαύρο δερμάτινο τζάκετ, παρουσιάζοντας τις καταβολές του, τα χόμπι και τα περιουσιακά του στοιχεία.
Οπως γράφει ο Γουίτ, «στα τέλη του 2023, ο Χουάνγκ συναντήθηκε με τον Ελον Μασκ και τον συνιδρυτή της Oracle, Λάρι Ελισον, για σούσι στο εστιατόριο Nobu στο Πάλο Αλτο. Η περιουσία του Ελισον και του Μασκ ξεπερνούσε τότε συνολικά τα 300 δισ. δολάρια, αλλά σ’ αυτή τη σπάνια συγκυρία ο Χουάνγκ ήταν ο απόλυτος κυρίαρχος – καθ’ όλη τη διάρκεια του δείπνου οι άλλοι δύο τον παρακαλούσαν να τους στείλει περισσότερα τσιπ τεχνητής νοημοσύνης. “Ο Ελον κι εγώ τον ικετεύαμε συνεχώς, υποθέτω ότι αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος για να το περιγράψω”, θυμάται ο Ελισον. “Μια ώρα σούσι και ικεσίες”».
«Με ένα σχεδόν μονοπώλιο στο hardware, ο Χουάνγκ είναι αναμφισβήτητα το πιο ισχυρό πρόσωπο στην τεχνητή νοημοσύνη», σημειώνει ο Γουίτ στο βιβλίο του, εξηγώντας την επίδραση του Χουάνγκ στο τοπίο της ΑΙ. Βέβαια, «η αιτία πίσω απ’ την επιτυχία της Nvidia δεν ήταν ότι είχε τα καλύτερα κυκλώματα, αλλά ότι είχε το καλύτερο software». Η τεχνητή νοημοσύνη είναι ύλη και κώδικας· είναι άτομα, μπιτς και αλγόριθμοι. Στην ουσία, ο Χουάνγκ είδε πάνω από μία δεκαετία νωρίτερα αυτό που ζούμε όλοι εμείς σήμερα.
Ο Τζένσεν Χουάνγκ
Η μοίρα της εταιρείας συνδέθηκε απ’ την αρχή με τις ηγετικές ικανότητες του Χουάνγκ, ο οποίος ανέλαβε τη διοίκησή της αμέσως μετά την ίδρυσή της το 1993. Ο Τζένσεν Χουάνγκ γεννήθηκε το 1963 στην Ταϊπέι της Ταϊβάν. Στα 10 του χρόνια, οι γονείς του τον έβαλαν μαζί με τον αδελφό του σ’ ένα αεροπλάνο και τους έστειλαν σε συγγενείς τους στην Αμερική. Ο πατέρας του, χημικός μηχανικός στο επάγγελμα, είχε επισκεφθεί νωρίτερα τη Νέα Υόρκη για ένα επαγγελματικό ταξίδι. Εκεί παρακολούθησε ένα σεμινάριο εγκατάστασης κλιματιστικών κι αμέσως μετά αποφάσισε ότι ήθελε να ζήσει εκεί η οικογένειά του. Οταν ρωτήθηκε σχετικά με τη μετανάστευση, ο Χουάνγκ ομολόγησε στον Γουίτ ότι διατηρεί πάντα την προοπτική του ξένου. Οταν εγκαθίστασαι σε μια ξένη χώρα, «είσαι πάντα μετανάστης», του είπε. «Εδώ είμαι πάντα Κινέζος».
«Αν έψαχνες κάποιον για να διευθύνει μια εταιρεία, δεν νομίζω ότι θα διάλεγες εμένα», έχει πει ο Χουάνγκ για τον 30χρονο εαυτό του.
Για τον μικρό Τζένσεν τα πρώτα χρόνια στις ΗΠΑ δεν ήταν καθόλου εύκολα. Στο σχολείο ήταν εύκολος στόχος για τους νταήδες. Εμαθε σύντομα τι σημαίνει να είσαι μικρότερος, πιο αδύναμος και ξένος. Δοκίμασε τις δυνάμεις του στο σκάκι, αλλά και στο πινγκ πονγκ, όπου διέπρεψε. Στο οικοτροφείο είχε για συγκάτοικο έναν νεαρό επτά χρόνια μεγαλύτερό του, ο οποίος την πρώτη κιόλας νύχτα τού έδειξε τις ουλές από τις μαχαιριές που είχε δεχτεί σε καβγάδες. Ο Τζένσεν τού έμαθε να διαβάζει κι εκείνος του έμαθε να γυμνάζεται με βάρη. Σύντομα ο Χουάνγκ έκανε εκατό κάμψεις κάθε βράδυ, μια συνήθεια που κράτησε σ’ όλη του τη ζωή.
Ο Χουάνγκ δηλώνει ότι νοσταλγεί εκείνα τα χρόνια. Παρ’ όλες τις δυσκολίες, νιώθει ευγνωμοσύνη: οι αντιξοότητες, πιστεύει, τον βοήθησαν να χτίσει χαρακτήρα. Ακαδημαϊκά, πάντως, ήταν πάντα ανάμεσα στους καλύτερους. Πέρασε δύο τάξεις και αποφοίτησε από το λύκειο σε ηλικία 16 ετών. Από τα 15 του έως τα 20 δούλεψε σ’ ένα εστιατόριο της αλυσίδας Denny’s, περνώντας από όλες σχεδόν τις θέσεις. «Εχω καθαρίσει περισσότερες τουαλέτες απ’ όλους τους CEO στην επιχειρηματική ιστορία της Σίλικον Βάλεϊ», λέει με υπερηφάνεια.
Μετά το λύκειο σπούδασε ηλεκτρολόγος μηχανικός στο Oregon State University. Προσλήφθηκε από δύο σημαντικές τεχνολογικές εταιρείες, πρώτα από την AMD και έπειτα από την LSI Logic, όπου ασχολήθηκε με τον σχεδιασμό μικροεπεξεργαστών. Στο πλαίσιο της δουλειάς του συνεργάστηκε με τον Κέρτις Πρίεμ και τον Κρις Μαλακόφσκι, δύο λαμπρούς μηχανικούς που δούλευαν σ’ έναν κολοσσό της εποχής, τη Sun Microsystems. «Η επιτυχία έχει πολύ να κάνει με την τύχη, και η δική μου τύχη είναι ότι γνώρισα αυτούς τους δύο», έχει πει ο ίδιος.
Το 1989 οι τρεις τους συνεργάζονται στον σχεδιασμό της κάρτας γραφικών GX, η οποία γνωρίζει μεγάλη εμπορική επιτυχία. Οι πωλήσεις της συμβάλλουν στην εντυπωσιακή ανάπτυξη της Sun Microsystems, τα έσοδα της οποίας αυξάνονται από 262 εκατ. δολάρια το 1987 σε 656 εκατ. δολάρια το 1990. Ο Χουάνγκ, στο μεταξύ, ανεβαίνει στην ιεραρχία της LSI και αναλαμβάνει τη διεύθυνση ενός τμήματος σχεδιασμού μικροεπεξεργαστών.
Το 1992 ο Πρίεμ κι ο Μαλακόφσκι προτείνουν στη Sun να κατασκευάσουν μια φθηνότερη εκδοχή της επιτυχημένης κάρτας, για να εξυπηρετήσουν όσους έπαιζαν βιντεοπαιχνίδια στον υπολογιστή. Η πρότασή τους απορρίπτεται απ’ τη μεγάλη εταιρεία κι αποφασίζουν να το επιχειρήσουν μόνοι τους, ιδρύοντας μια νεοφυή επιχείρηση. Πλησιάζουν τον Χουάνγκ για να τη διοικήσει. Την εποχή εκείνη είναι σχεδόν 30 χρόνων, έχει δύο παιδιά, έχει μόλις αγοράσει σπίτι και αμείβεται πολύ καλά απ’ την LSI. Το σκέφτεται πολύ και τελικά αναλαμβάνει το ρίσκο. «Τότε ήμουν απλώς ένας υπάλληλος σε μια τεχνική θέση, με κρατικό πτυχίο, και όχι ιδιαίτερες φιλοδοξίες», αναφέρει σε μια ομιλία του σε αποφοίτους. «Αν έψαχνες κάποιον για να διευθύνει μια εταιρεία, δεν νομίζω ότι θα διάλεγες εμένα». Ο Χουάνγκ προσεγγίζει για συμβουλές τον κορυφαίο ειδικό στα γραφικά υπολογιστών Τζον Πέντι. Ο Πέντι τον πληροφορεί ότι το πεδίο στο οποίο ήθελε να δραστηριοποιηθεί, οι κάρτες γραφικών, ήταν ήδη κορεσμένο και τον αποθαρρύνει. Τριάντα χρόνια μετά, ο ειδήμονας παραδέχεται ότι «αυτή ήταν η καλύτερη συμβουλή που δεν ακολούθησε ποτέ».
Στο χείλος του γκρεμού
Η Nvidia ιδρύεται επισήμως τον Απρίλιο του 1993, χωρίς φανφάρες. Οι τρεις ιδρυτές είχαν περάσει τους προηγούμενους μήνες κάνοντας συναντήσεις σ’ ένα Denny’s στο Σαν Χοσέ, στην ίδια αλυσίδα όπου δούλευε ο Χουάνγκ ως νέος, πίνοντας καφέ και καταστρώνοντας τα σχέδια της νέας εταιρείας. Στην αρχή δεν έχουν καν όνομα. Τα αρχεία τους τα αποθηκεύουν με τα αρχικά NV, από το «next version», και κάποια στιγμή σκέφτονται να ονομάσουν την εταιρεία NVision. Ανακαλύπτουν όμως ότι το όνομα είναι πιασμένο και αρχίζουν να ψάχνουν λέξεις που περιέχουν τα γράμματα NV. Καταλήγουν στο λατινικό «invidia», που σημαίνει «φθόνος», και αφαιρούν το πρώτο γράμμα. Nvidia: μια εταιρεία που φιλοδοξεί από το όνομά της κιόλας να κάνει τους ανταγωνιστές της να σκάσουν από τη ζήλια τους.
Ο βασικός τους στόχος είναι να προσφέρουν ισχυρά και προσιτά γραφικά στους προσωπικούς υπολογιστές, με ιδιαίτερη έμφαση στην αναδυόμενη αγορά των βιντεοπαιχνιδιών. Την ίδια εποχή εμφανίζονται παιχνίδια όπως το Doom (1993) και λίγο αργότερα το Quake (1996), τα οποία γνωρίζουν τεράστια επιτυχία.
Το πρώτο προϊόν της Nvidia, το NV1, αποτυγχάνει οικτρά, ενώ το επόμενο σχέδιό της, το NV2, εγκαταλείπεται πριν καν φτάσει στην αγορά. Η εταιρεία βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού. Γίνεται δραστική μείωση προσωπικού κι από τους περίπου 100 υπαλλήλους μένουν μόνο 40. Ο Χουάνγκ κάνει τότε κάτι που θα επαναλάβει πολλές φορές· ομολογεί ότι έχει πάρει λάθος δρόμο και αλλάζει πορεία. Ζητά ωστόσο απ’ τη Sega να συνεχίσει να στηρίζει τη Nvidia, γιατί διαφορετικά η εταιρεία του δεν θα επιβιώσει. Η εταιρεία επενδύει 5 εκατ. δολάρια και κρατά τη Nvidia ζωντανή.
Η άνοδος
Τον Απρίλιο του 1997 η Nvidia ανακοινώνει τη RIVA 128, μια κάρτα γραφικών που όταν κυκλοφορεί στην αγορά γίνεται ανάρπαστη. Το τέταρτο τρίμηνο εκείνης της χρονιάς, η εταιρεία καταγράφει κέρδη 1,4 εκατ. δολαρίων, την πρώτη κερδοφόρα περίοδο από την ίδρυσή της. Η επιτυχία της RIVA 128 εξασφαλίζει την επιβίωση της Nvidia και λειτουργεί ως μαγνήτης νέων ταλέντων. Η ανοδική πορεία έχει ξεκινήσει.
Στις 22 Ιανουαρίου του 1999 η Nvidia μπαίνει στο Nasdaq με αρχική τιμή 12 δολάρια ανά μετοχή. Την πρώτη ημέρα η μετοχή κλείνει στα 19,69 δολάρια, καταγράφοντας άνοδο 64%. Μέχρι το τέλος της χρονιάς η αξία της έχει πολλαπλασιαστεί. Ο Χουάνγκ, όπως και οι συνιδρυτές του, είναι πλέον εκατομμυριούχοι, αλλά δεν υπάρχει χώρος για εφησυχασμό.
Μακρο-απεικόνιση υπολογιστικού chip της Nvidia.
Σύμφωνα με τον βιογράφο της εταιρείας Τάε Κιμ, ο Χουάνγκ αντιμετωπίζει τον ανταγωνισμό με αμείλικτη αποφασιστικότητα. Θεωρεί ότι η μεγαλύτερη απειλή για την Nvidia δεν είναι οι ανταγωνιστές της, αλλά ο εφησυχασμός. Το αγαπημένο του βιβλίο είναι «Το δίλημμα του καινοτόμου» του Κλέιτον Κρίστενσεν. Εκεί ο συγγραφέας περιγράφει έναν από τους μεγαλύτερους κινδύνους για κάθε επιτυχημένη επιχείρηση: να επαναπαυθεί στην επιτυχία της και να μην αντιληφθεί εγκαίρως μια νέα τεχνολογία που αναδύεται από τις παρυφές της αγοράς. Ο μεγάλος και διαχρονικός φόβος του Χουάνγκ είναι να εμφανιστεί από το πουθενά μια νεοφυής επιχείρηση, όπως ήταν η Nvidia το 1993, και να αρχίσει να καινοτομεί σ’ ένα ειδικό πεδίο. Για τον λόγο αυτό ενθαρρύνει τους υπαλλήλους του να εργάζονται με «ταχύτητα φωτός», να παίρνουν ρίσκα, να κάνουν λάθη και να μη φοβούνται να αμφισβητήσουν τις συμβατικές μεθόδους. Μόνο έτσι, πιστεύει, μπορούν να συνεχίσουν να καινοτομούν και να αναπτύσσουν προϊόντα ικανά να ανοίξουν νέες αγορές.
Την ίδια χρονιά που μπαίνει στο χρηματιστήριο, η εταιρεία παρουσιάζει την GeForce 256, την οποία χαρακτηρίζει ως την πρώτη «μονάδα επεξεργασίας γραφικών» – Graphics Processing Unit ή, όπως θα γινόταν παγκοσμίως γνωστή, GPU. Η καινοτομία της είναι ότι αναλαμβάνει στο ίδιο το τσιπ υπολογισμούς για την τρισδιάστατη απεικόνιση που μέχρι τότε επιβάρυναν περισσότερο τον κεντρικό επεξεργαστή του υπολογιστή. Η Nvidia δεν έχει απλώς κατασκευάσει άλλη μία ταχύτερη κάρτα γραφικών: έχει δώσει όνομα και νέα υπόσταση σε μια κατηγορία επεξεργαστών που, δύο δεκαετίες αργότερα, θα βρεθεί στην καρδιά της επανάστασης της τεχνητής νοημοσύνης.
Η διαφορά σε σχέση με τα πρώτα χρόνια είναι ήδη εντυπωσιακή. Το NV1 του 1995 περιείχε περίπου ένα εκατομμύριο τρανζίστορ. Η GeForce 256, μόλις τέσσερα χρόνια αργότερα, περιέχει περίπου 23 εκατομμύρια.
Στις αρχές του 2000, η Nvidia ανακοινώνει τη συμφωνία της με τη Microsoft για την ανάπτυξη του επεξεργαστή γραφικών που θα μπει στην ανώνυμη ακόμη παιχνιδοκονσόλα της εταιρείας. Με την εμφάνιση του Xbox, το 2001, η αξία της Nvidia ξεπερνά τα 100 δολάρια ανά μετοχή. Ακολουθούν πανηγύρια. Ο Μαλακόφσκι κάνει τρύπα στο αυτί του, ο Πρίεμ φτιάχνει το λογότυπο της εταιρείας στα μαλλιά του και ο Χουάνγκ το χτυπάει τατουάζ στο μπράτσο του. Εως το 2001, η Nvidia πουλάει κάθε χρόνο GPUs αξίας ενός δισ. δολαρίων.
Νέα αρχιτεκτονική
Η ευφορία δεν κρατάει πολύ. Μεταξύ του καλοκαιριού του 2001 και του φθινοπώρου του 2002, η τιμή της μετοχής της Nvidia κατακρημνίζεται, χάνοντας περισσότερο από το 90% της αξίας της. Η περιουσία του Χουάνγκ δέχεται καίριο πλήγμα. Αλλά όχι οριστικό. Η εταιρεία στηρίζεται και πάλι στους γκέιμερ. Η ανάπτυξη των βιντεοπαιχνιδιών και του online gaming δημιουργεί μια αγορά καταναλωτών πρόθυμων να αναβαθμίζουν συνεχώς τον εξοπλισμό τους αναζητώντας καλύτερα γραφικά και υψηλότερες επιδόσεις.
Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, οι άνθρωποι της Nvidia παρατηρούν κάτι παράξενο: όλο και περισσότεροι ερευνητές και προγραμματιστές χρησιμοποιούν τις GPUs για υπολογισμούς που δεν έχουν καμία σχέση με γραφικά. Οι επεξεργαστές που είχαν σχεδιαστεί για να ζωγραφίζουν εκατομμύρια pixels στην οθόνη αποδεικνύεται ότι μπορούν να εκτελούν παράλληλα τεράστιο αριθμό απλούστερων μαθηματικών πράξεων. Ο Χουάνγκ βλέπει αμέσως την ευκαιρία. Αν ήταν δυνατό να προγραμματιστούν εύκολα οι GPUs, τότε η αγορά τους θα μπορούσε να επεκταθεί πολύ πέρα από τα βιντεοπαιχνίδια.
Η ανάπτυξη της νέας αρχιτεκτονικής ήταν εξαιρετικά δαπανηρή και χρονοβόρα. Το G80, που κυκλοφόρησε το 2006 με την GeForce 8800, αποτέλεσε το hardware πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε το μεγάλο στοίχημα της Nvidia. Παράλληλα, η εταιρεία δημιούργησε το CUDA, μια πλατφόρμα και ένα προγραμματιστικό μοντέλο που επέτρεπε στους προγραμματιστές να χρησιμοποιούν τις GPUs για γενικούς υπολογισμούς χωρίς να χρειάζεται να μεταμφιέζουν τα προβλήματά τους σε γραφικά. Η Nvidia έπαυε σταδιακά να πουλά μόνο εξειδικευμένα κυκλώματα. Αρχιζε να χτίζει ένα οικοσύστημα hardware και software.
Ο Χουάνγκ πίστευε ότι με το CUDA θα μπορούσαν να λυθούν προβλήματα απρόσιτα για τους συμβατικούς επεξεργαστές. Περίμενε ότι κάποιος «τρελός επιστήμονας» θα ανακάλυπτε κάτι εκπληκτικό με τη βοήθεια των καρτών του και τότε η αξία της Nvidia θα εκτοξευόταν. Χρειάστηκε να περάσουν έξι χρόνια για να συμβεί.
Η «Μεγάλη Εκρηξη»
Το 2012, στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο, ο Αλεξ Κριζέφσκι και ο Ιλια Σούτσκεβερ, υπό την καθοδήγηση του Τζέφρι Χίντον, χρησιμοποίησαν δύο Nvidia GeForce GTX 580 για να εκπαιδεύσουν ένα βαθύ νευρωνικό δίκτυο. Οι GPUs μπορούσαν να εκτελέσουν τους υπολογισμούς που απαιτούσε η εκπαίδευσή του πολύ ταχύτερα από τις συμβατικές CPUs. Το σύστημα, που έμεινε στην ιστορία ως AlexNet, συνέτριψε τον ανταγωνισμό στον διαγωνισμό αναγνώρισης εικόνων ImageNet και απέδειξε στην πράξη τη δύναμη της βαθιάς μάθησης. Η εργασία της ομάδας χαρακτηρίστηκε «μία από τις σημαντικότερες ανακαλύψεις στην ιστορία της επιστήμης των υπολογιστών» και ένα «είδος στιγμής Μεγάλης Εκρηξης» στην ιστορία της τεχνητής νοημοσύνης.
Οι εξελίξεις που ακολουθούν είναι ραγδαίες.
Το 2015 γίνεται μια παρουσίαση της προόδου της μηχανικής μάθησης και της βαθιάς μάθησης στον Χουάνγκ, ο οποίος έως τότε γνωρίζει ελάχιστα για το πεδίο. Αφού μελετά σε βάθος, αποφασίζει να αλλάξει τελείως την κατεύθυνση της εταιρείας του, να κάνει αυτό που στην επιχειρηματική διάλεκτο ονομάζεται «πίβοτ», μια αλλαγή πορείας εν κινήσει. Το στοίχημα ανανεώνεται. Το βράδυ μιας Παρασκευής στέλνει ένα μήνυμα στα ανώτερα στελέχη του λέγοντας πως όλοι οι πόροι της εταιρείας στρέφονται στη βαθιά μάθηση και ότι «πλέον δεν είμαστε εταιρεία γραφικών». «Εως τη Δευτέρα το πρωί», όπως περιέγραψε ο Γκρεγκ Εστες, ένας απ’ τους αντιπροέδρους της Nvidia, στον Γουίτ, «ήμασταν μια εταιρεία τεχνητής νοημοσύνης. Τόσο γρήγορα έγινε». Από τότε, γράφει ο Γουίτ, η ζωή του Χουάνγκ είναι μόνο δουλειά, και μόνο ΑΙ. Ουσιαστικά, το 2015 γίνεται η μεταμόρφωσή του, τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική. Τότε υιοθετεί και το στυλ με το μαύρο δερμάτινο τζάκετ.
Στα χρόνια που ακολουθούν, η Nvidia μετατρέπεται σταδιακά σε βασικό προμηθευτή της νέας βιομηχανίας της τεχνητής νοημοσύνης. Οι GPUs της εγκαθίστανται μαζικά στα κέντρα δεδομένων, ενώ το CUDA γίνεται το προγραμματιστικό οικοσύστημα πάνω στο οποίο δουλεύει ένα ολοένα μεγαλύτερο μέρος των ερευνητών της βαθιάς μάθησης. Οσο τα νευρωνικά δίκτυα μεγαλώνουν και απαιτούν περισσότερη υπολογιστική ισχύ, τόσο αυξάνεται και η αξία του στοιχήματος που είχε βάλει ο Χουάνγκ χρόνια νωρίτερα. Οταν, στα τέλη του 2022, εμφανίζεται το ChatGPT η Nvidia βρίσκεται ήδη στην κατάλληλη θέση.
Είναι αυτό το τέλος της ανθρωπότητας;
Σύμφωνα με τον Τάε Κιμ, η κουλτούρα της επιχείρησης χαρακτηρίζεται απ’ την απαίτηση υπεράνθρωπης προσπάθειας, ακραίων εργασιακών συνηθειών κι επιθετικών εταιρικών πολιτικών. Το πρώτο πράγμα που λέει ο Χουάνγκ στους διευθυντές των προσλήψεων είναι: «Προσλάβετε κάποιον πιο έξυπνο από τον εαυτό σας». «Μπορεί να υπάρχουν άνθρωποι εξυπνότεροι από μένα», είπε κάποτε ο Χουάνγκ, «αλλά κανείς δεν πρόκειται ποτέ να εργαστεί σκληρότερα από εμένα». Συχνά βρισκόταν στο γραφείο από τις 9.00 π.μ. έως σχεδόν τα μεσάνυχτα και οι μηχανικοί του αισθάνονταν συνήθως υποχρεωμένοι να τηρούν παρόμοιο ωράριο. «Συνήθιζα να λέω στους ανθρώπους της AMD και της Intel ότι, αν ήθελαν να δουν πώς τα πάει η Nvidia, θα έπρεπε να επισκέπτονται το πάρκινγκ της εταιρείας τα Σαββατοκύριακα. Ηταν πάντα γεμάτο», δήλωσε κάποτε ένα υψηλόβαθμο στέλεχος.
Ο Χουάνγκ δεν έχει ούτε δεξί χέρι ούτε νούμερο δύο στην εταιρεία. Περίπου 30 υψηλόβαθμα στελέχη λογοδοτούν απευθείας σ’ εκείνον. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς έχουν τον τίτλο του «αντιπροέδρου». Βάσει των αφηγήσεων των δύο δημοσιογράφων, είναι προφανές ότι ο Χουάνγκ έχει πολλά κοινά με τον Μασκ. Αμφότεροι οι κροίσοι είναι μετανάστες, μανιακοί με τη δουλειά, οραματιστές, τζογαδόροι και σπουδαίοι μηχανικοί. Αλλά σύμφωνα με τον Γουίτ, οι διαφορές τους είναι πιο χτυπητές. Σε αντίθεση με τον Μασκ, που έχει έντεκα παιδιά με τρεις διαφορετικές γυναίκες, ο Χουάνγκ ζει με την ίδια γυναίκα πάνω από 30 χρόνια, τη Λόρι, για την οποία μιλάει πάντα με μεγάλη αγάπη. Επίσης, σε αντίθεση με τον Μασκ, ο Χουάνγκ δεν έχει εκφράσει ποτέ πολιτική άποψη, ούτε έχει κάνει κάποια δωρεά σε πολιτικό κόμμα στις ΗΠΑ.
Κάτι εξίσου αξιοσημείωτο είναι ότι ο Χουάνγκ δεν ανησυχεί καθόλου για τον υπαρξιακό κίνδυνο που φέρνει η τεχνητή νοημοσύνη. Είναι καθέτος ως προς αυτό. «Ξέρω πώς λειτουργεί, και δεν υπάρχει τίποτα εκεί μέσα», τόνισε στον Γουίτ. «Δεν είναι διαφορετικό από το πώς λειτουργεί ένας φούρνος μικροκυμάτων. Το μόνο που κάνει είναι να επεξεργάζεται δεδομένα. Υπάρχουν τόσα άλλα πράγματα για τα οποία θα έπρεπε να ανησυχείς». Στην πρώτη του συνάντηση με τον Χουάνγκ, στα καινούργια γραφεία της Nvidia που έχουν πάρει ονόματα απ’ το Star Trek, ο Γουίτ του θέτει ξανά την ερώτηση: «Κινδυνεύουμε απ’ τα ρομπότ; Θα μας αφανίσει μια μέρα η ΑΙ;» Ο Χουάνγκ απαντά και πάλι αρνητικά. «Κοιτάξτε, αγοράζετε ένα χοτ ντογκ και το μηχάνημα σας προτείνει κέτσαπ και μουστάρδα», είπε στον δημοσιογράφο. «Είναι αυτό το τέλος της ανθρωπότητας;».
Η στάση του Χουάνγκ δεν έχει μεταβληθεί. Μόλις αυτή την εβδομάδα, όταν ο επικεφαλής της Anthropic Ντάριο Αμοντέι κάλεσε τις εταιρείες ΤΝ να επιβραδύνουν τον ρυθμό ανάπτυξης των ισχυρότερων μοντέλων, ο Χουάνγκ αντέδρασε λέγοντας ότι όποια εταιρεία θεωρεί πως έχει χάσει τον έλεγχο μπορεί να επιβραδύνει από μόνη της. Ενώ συζητούσε το θέμα επί σκηνής στο All-In Summit στο Λος Άντζελες, χτύπησε το τηλέφωνό του. Στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν ο Ντόναλντ Τραμπ. Ο Χουάνγκ έβαλε τον Αμερικανό πρόεδρο σε ανοιχτή ακρόαση. Ο Τραμπ χαρακτήρισε τους φόβους γύρω από την ΤΝ «κατασκεύασμα» και υποστήριξε ότι η επιβράδυνση θα εξυπηρετούσε τους αντιπάλους των ΗΠΑ και κυρίως την Κίνα. «Έχετε δίκιο», του απάντησε ο Χουάνγκ. «Δεν πρόκειται να αφήσουμε να συμβεί κάτι τέτοιο, κύριε πρόεδρε».
Στην τελευταία τους συνάντηση στο φουτουριστικό κτίριο Enterprise, ο Γουίτ αποπειράται να θέσει για μία ακόμα φορά το θέμα του κινδύνου της ΑΙ και τότε, προς έκπληξή του, εμφανίζεται το μικροπρεπές πρόσωπο του Χουάνγκ, για το οποίο μιλούσε και ο Τάε Κιμ. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, ο θυμός του Χουάνγκ μπορεί να γίνει τρομερός. Αυτός ο κατά τ’ άλλα γλυκός άνθρωπος, με την καλή αίσθηση του χιούμορ, είναι στιγμές που μεταμορφώνεται σε πραγματικό θηρίο. Προσβάλλει υπαλλήλους μπροστά σε εκατοντάδες άλλους κι επιδεικνύει μια μνημειώδη σκληρότητα. Ο δημοσιογράφος σοκάρεται απ’ την αντίδραση του δισεκατομμυριούχου. Καταλαβαίνει ότι το συμφέρον του Χουάνγκ είναι να επενδύονται ακόμα περισσότερα χρήματα στην ΑΙ, γιατί αυτό σημαίνει περισσότερες πωλήσεις για τις κάρτες της εταιρείας του. Η επιμονή του δημοσιογράφου σίγουρα τον εκνεύρισε. Αλλά αυτό δεν δικαιολογεί το ξέσπασμά του. Πολλοί τον ρίχνουν στα μαλακά, λέγοντας ότι έτσι διοικεί διά του παραδείγματος κι ότι καλλιεργεί μια κουλτούρα ανθεκτικότητας. Κάποιοι άλλοι δεν ξεχνούν ποτέ τις προσβολές του.
Ες τώρα, το μεγάλο στοίχημα του Χουάνγκ στην τεχνητή νοημοσύνη τού έχει βγει με το παραπάνω. Το δυσκολότερο ίσως στοίχημα αρχίζει τώρα. Σε όλη του τη σταδιοδρομία φοβόταν ότι κάποια μικρή, άγνωστη εταιρεία θα έκανε μια μέρα στη Nvidia ό,τι έκανε η Nvidia στους γίγαντες που συνάντησε όταν ξεκινούσε. Είναι το «δίλημμα του καινοτόμου», ο κίνδυνος που περιγράφει το αγαπημένο του βιβλίο: η επιτυχία να γίνει τελικά η αιτία της παρακμής. Τριάντα τρία χρόνια μετά την ίδρυση της Nvidia, ο Χουάνγκ βρίσκεται λοιπόν στην παράδοξη θέση να πρέπει να προστατεύσει την πολυτιμότερη εταιρεία του κόσμου από αυτό που υπήρξε κάποτε ο ίδιος. Και να προβλέψει τι θα χρειαστούν οι επόμενοι χρυσοθήρες, όταν τα σημερινά φτυάρια δεν θα είναι πια αρκετά.




























