Οι Δημοκρατικοί εμφανίζονται να έχουν πλεονεκτική θέση για να εξασφαλίσουν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων στις ενδιάμεσες εκλογές της Τρίτης, ενώ η μάχη για τη Γερουσία παραμένει αμφίρροπη, με τις δημοσκοπήσεις να δίνουν μικρό προβάδισμα στους υποψηφίους τους σε αρκετές πολιτείες.
Καθοριστικό ρόλο αναμένεται να διαδραματίσει η συμμετοχή των ψηφοφόρων, ιδίως εκείνων που στηρίζουν τους Ρεπουμπλικανούς. Το κόμμα είχε καθ’ όλη τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου σημαντικό οικονομικό πλεονέκτημα, δαπανώντας μεγάλα ποσά για τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές διαφημίσεις, αλλά και για τηλεφωνικές επικοινωνίες και μηνύματα προς τους υποστηρικτές του, προκειμένου να τους κινητοποιήσει να προσέλθουν στις κάλπες.
Ορισμένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της εκλογικής αναμέτρησης παραμένουν αμετάβλητα. Οι περισσότερες πολιτείες στις οποίες κρίνεται ο έλεγχος της Γερουσίας είχαν ψηφίσει υπέρ του Ντόναλντ Τραμπ στις προεδρικές εκλογές του 2024, ενώ σημαντικό μέρος των ψηφοφόρων εξακολουθεί να αντιμετωπίζει με δυσπιστία το Δημοκρατικό Κόμμα. Παράλληλα, η πολιτική πόλωση στις ΗΠΑ παραμένει έντονη.
Την ίδια ώρα, οι τιμές της βενζίνης παραμένουν υψηλές και ο πόλεμος με το Ιράν συνεχίζεται. Οι ενδιάμεσες εκλογές παραδοσιακά λειτουργούν εις βάρος του κόμματος που βρίσκεται στην εξουσία, ενώ η δημοτικότητα του Τραμπ βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο της πολιτικής του πορείας.
Η μάχη για τη Γερουσία
Οι Δημοκρατικοί προηγούνται έναντι των Ρεπουμπλικανών σε έξι από τις επτά πολιτείες όπου θα κριθεί ο έλεγχος της Γερουσίας, σύμφωνα με την τελευταία σειρά δημοσκοπήσεων των New York Times και του Πανεπιστημίου Siena, που δημοσιεύθηκε την Κυριακή.
Ειδικότερα, οι υποψήφιοι των Δημοκρατικών προηγούνται στο Κάνσας, το Μέιν, το Μίσιγκαν, το Οχάιο και το Τέξας, ενώ καταγράφουν οριακό προβάδισμα στην Αλάσκα. Στην Αϊόβα, την έβδομη πολιτεία της εκλογικής μάχης, οι δύο υποψήφιοι εμφανίζονται ουσιαστικά ισόπαλοι.
Οι Ρεπουμπλικανοί ελέγχουν σήμερα όλες αυτές τις πολιτείες, με εξαίρεση το Μίσιγκαν. Για να εξασφαλίσουν την πλειοψηφία στη Γερουσία, οι Δημοκρατικοί θα πρέπει να διατηρήσουν όλες τις έδρες που ήδη κατέχουν και να κερδίσουν τουλάχιστον τέσσερις από εκείνες που βρίσκονται στα χέρια των Ρεπουμπλικανών.
Η δυνατότητα των Δημοκρατικών να διεκδικήσουν έδρες ακόμη και σε παραδοσιακά προπύργια των Ρεπουμπλικανών συνδέεται με την απώλεια εμπιστοσύνης των ψηφοφόρων προς τον Τραμπ και το κόμμα του στο ζήτημα που κυριάρχησε στην προεκλογική περίοδο: την οικονομία. Στις επτά πολιτείες που εξετάστηκαν, οι Δημοκρατικοί προηγούνται με διαφορά εννέα ποσοστιαίων μονάδων στο ζήτημα του κόστους ζωής.
Ωστόσο, το Μέιν είναι η μοναδική πολιτεία όπου ο Ρεπουμπλικανός υποψήφιος, η γερουσιαστής Σούζαν Κόλινς, συγκεντρώνει θετικότερες γνώμες από τον Δημοκρατικό αντίπαλό της, Τρόι Τζάκσον.
Ενα από τα βασικά ερωτήματα ενόψει της κάλπης αφορά την αξιοπιστία των δημοσκοπήσεων. Σύμφωνα με την ανάλυση των New York Times, πάντως, το προβάδισμα των Δημοκρατικών είναι αρκετά ισχυρό, ώστε να μπορούν να κερδίσουν την πλειοψηφία στη Γερουσία ακόμη και στην περίπτωση που οι δημοσκοπήσεις υποτιμήσουν τη δύναμη των Ρεπουμπλικανών στον ίδιο βαθμό με τις εκλογές του 2016 ή του 2020.
Τα στοιχεία αφορούν την 30ή Οκτωβρίου 2026. Για να αποκτήσουν τον έλεγχο της Γερουσίας, οι Δημοκρατικοί θα πρέπει να εξασφαλίσουν 51 έδρες, ώστε να υπερκεράσουν την καθοριστική ψήφο του αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς, η οποία σε περίπτωση ισοψηφίας ευνοεί τους Ρεπουμπλικανούς. Πηγή: Cook Political Report (εκτιμήσεις για τις εκλογικές αναμετρήσεις στη Γερουσία). The New York Times
Η μάχη για τη Βουλή των Αντιπροσώπων
Οι Δημοκρατικοί θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν έως και 240 έδρες στη Βουλή των Αντιπροσώπων, σύμφωνα με την τελευταία αξιολόγηση των εκλογικών αναμετρήσεων από το ανεξάρτητο Cook Political Report. Πρόκειται για ένα ενδεχόμενο που στην αρχή της εκλογικής χρονιάς θεωρούνταν μάλλον απίθανο και θα έδινε στο κόμμα τη μεγαλύτερη κοινοβουλευτική πλειοψηφία του από το 2009.
Για να φτάσουν σε αυτό το αποτέλεσμα, οι Δημοκρατικοί θα πρέπει να κερδίσουν 25 επιπλέον έδρες, μεταξύ των οποίων και σε εκλογικές περιφέρειες όπου ο Τραμπ είχε επικρατήσει με μεγάλη διαφορά μόλις δύο χρόνια νωρίτερα.
Οι Ρεπουμπλικανοί έχουν δαπανήσει σημαντικά ποσά για να διατηρήσουν τις έδρες τους και να ενισχύσουν τη θέση τους στις περιφέρειες όπου η αναμέτρηση θεωρείται αμφίρροπη.
Μεταξύ των περιφερειών που το Cook Political Report αναθεώρησε υπέρ των Δημοκρατικών, επικαλούμενο τις ανησυχίες για χαμηλή συμμετοχή των Ρεπουμπλικανών ψηφοφόρων, είναι και εκείνη στη Βόρεια Καρολίνα που εκπροσωπεί ο Ρίτσαρντ Χάντσον, επικεφαλής του προεκλογικού μηχανισμού των Ρεπουμπλικανών στη Βουλή.
Τα στοιχεία αφορούν την 30ή Οκτωβρίου 2026. Πηγή: Cook Political Report (εκτιμήσεις για τις εκλογικές αναμετρήσεις στη Βουλή των Αντιπροσώπων). The New York Times
Οι αριθμοί της μάχης για το Κογκρέσο
Εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια διοχετεύθηκαν στην προεκλογική εκστρατεία κατά το τελευταίο τρίμηνο, με τους μεγάλους χρηματοδότες να διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο. Σύμφωνα με ανάλυση των New York Times, βάσει στοιχείων της εταιρείας παρακολούθησης πολιτικών διαφημίσεων AdImpact, οι 20 μεγαλύτεροι δωρητές έχουν διαθέσει συνολικά περίπου 2 δισ. δολάρια για τις ομοσπονδιακές εκλογικές αναμετρήσεις. Το ποσό αντιστοιχεί περίπου στο 15% των συνολικών δαπανών για πολιτικές διαφημίσεις μέσα στο 2026, ενώ οι περισσότεροι από τους μεγάλους χρηματοδότες πρόσκεινται στους Ρεπουμπλικανούς.
Συνολικά, οι δαπάνες για πολιτική διαφήμιση στις φετινές ενδιάμεσες εκλογές αναμένεται να φτάσουν τα 11,6 δισ. δολάρια έως την ημέρα της ψηφοφορίας, καθιστώντας τη φετινή αναμέτρηση την ακριβότερη τουλάχιστον από το 2018. Από αυτά, περίπου 5,6 δισ. δολάρια αφορούν διαφημίσεις στα παραδοσιακά τηλεοπτικά δίκτυα, ποσό που ξεπερνά τα 5,3 δισ. δολάρια που είχαν δαπανηθεί για τον ίδιο σκοπό στις προεδρικές εκλογές του 2024.
Εσωκομματικές συγκρούσεις
Στο Μίσιγκαν, η εσωκομματική αντιπαράθεση στους Δημοκρατικούς έχει επισκιάσει την τελική ευθεία της εκστρατείας. Ο υποψήφιος για τη Γερουσία Αμπντούλ ελ Σαγέντ βρίσκεται σε ανοιχτή σύγκρουση με τη βουλευτή Χέιλι Στίβενς, την οποία νίκησε στις προκριματικές εκλογές του Αυγούστου με διαφορά μικρότερη της μίας ποσοστιαίας μονάδας.
Αρχικά, η Στίβενς είχε δηλώσει ότι δεν θα συμμετείχε σε κοινές προεκλογικές εμφανίσεις μαζί του πριν από τις εκλογές της Τρίτης, παρά τη δέσμευσή της ότι θα τον ψήφιζε. Την ίδια στιγμή, ο αρραβωνιαστικός της τάχθηκε δημόσια υπέρ του Ρεπουμπλικανού αντιπάλου του Ελ Σαγέντ, πρώην βουλευτή Μάικ Ρότζερς, συμμετέχοντας και στην προεκλογική του εκστρατεία.
Στη συνέχεια, η Στίβενς άλλαξε στάση, ανακοινώνοντας ότι θα εμφανιζόταν μαζί με τον Ελ Σαγέντ σε εκκλησία την Κυριακή. Εθεσε, ωστόσο, ως προϋπόθεση να ζητήσει εκείνος συγγνώμη για τις δηλώσεις του σχετικά με το Ισραήλ και να αποστασιοποιηθεί από διαφημιστικό μήνυμα εξωτερικής οργάνωσης, το οποίο χαρακτήρισε αντισημιτικό.
Ο Ελ Σαγέντ, γνωστός για την έντονη κριτική του προς το Ισραήλ, απάντησε ότι η Στίβενς επιχειρούσε να επαναφέρει στο προσκήνιο την εσωκομματική αντιπαράθεση. «Δεν νομίζω ότι πρόκειται για μελόδραμα», σχολίασε από την πλευρά της η βουλευτής.
Το Σάββατο, ο Ελ Σαγέντ δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε πλέον τη συμμετοχή της στην κοινή εμφάνιση. Την επόμενη ημέρα, η Στίβενς εμφανίστηκε στην εκκλησία, όχι όμως στο πλευρό του, αλλά μαζί με τον Ρεπουμπλικανό Μάικ Ρότζερς, τον οποίο στη συνέχεια υποστήριξε δημόσια. Η εξέλιξη οδήγησε στην παραίτηση του προσωπάρχη της και άλλων συνεργατών της.

Οι τελευταίες ενδείξεις από τις κάλπες
Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις και τα στοιχεία της πρόωρης ψηφοφορίας προσφέρουν μια πρώτη εικόνα για τη δυναμική των αναμετρήσεων σε πολιτείες-κλειδιά.
Στο Τέξας, το 62% των ψηφοφόρων που συμμετείχαν στην τελευταία δημοσκόπηση των New York Times και του Πανεπιστημίου Siena δήλωσε ότι είχε ήδη ψηφίσει. Μεταξύ όσων έχουν ψηφίσει, ο Δημοκρατικός υποψήφιος για τη Γερουσία Τζέιμς Ταλαρίκο προηγείται με 53% έναντι 43% του Ρεπουμπλικανού αντιπάλου του, Κεν Πάξτον.
Με πληροφορίες από New York Times




























