ΠΗΓΗ: CNN
Οι σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Ουκρανίας βρίσκονται αντιμέτωπες με τη σοβαρότερη κρίση τους μετά την επεισοδιακή συνάντηση Ντόναλντ Τραμπ και Βολοντίμιρ Ζελένσκι στον Λευκό Οίκο, με ένα νέο επεισόδιο να προκαλεί ακόμη μεγαλύτερη ένταση: ποιος έδωσε την εντολή να περιοριστεί η λειτουργία ενός κρίσιμου στρατιωτικού συστήματος της Ουκρανίας, που βασίζεται στην τεχνολογία Starlink του Eλον Μασκ;
Την ίδια στιγμή, ο Ζελένσκι προειδοποιεί ότι θα επαναλάβει τις επιθέσεις εναντίον ρωσικών διυλιστηρίων, αψηφώντας τις πιέσεις του Αμερικανού προέδρου, ο οποίος θεωρεί ότι τα πλήγματα αυτά επιδεινώνουν την ενεργειακή κρίση και αυξάνουν τις τιμές του ντίζελ και της βενζίνης, ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ.
Σύμφωνα με ανάλυση του CNN, η νέα αντιπαράθεση αποτυπώνει μια ιδιαίτερα δύσκολη πραγματικότητα για την Ουκρανία: η προσπάθεια του Τραμπ να περιορίσει το πολιτικό κόστος από την ενεργειακή κρίση που έχει προκαλέσει ο πόλεμος με το Ιράν καθιστά ακόμη πιο δύσκολη και επικίνδυνη τη μάχη του Κιέβου απέναντι στη Ρωσία.
«Ο Ζελένσκι είναι πιο δύσκολος από τον Πούτιν»
Η ένταση ανάμεσα στους δύο ηγέτες αποτυπώθηκε και στις τελευταίες δηλώσεις του Τραμπ, ο οποίος εξαπέλυσε νέα επίθεση εναντίον του Ουκρανού προέδρου. «Δεν είμαι μεγάλος θαυμαστής του Ζελένσκι. Κατέστρεψαν αυτή τη χώρα», δήλωσε σε συνέντευξή του στο Newsmax την Πέμπτη (15/10), εμφανιζόμενος, σύμφωνα με το CNN, να επιρρίπτει την ευθύνη για τις καταστροφικές συνέπειες του πολέμου στην Ουκρανία, η οποία αμύνεται απέναντι στη ρωσική εισβολή. «Θεωρώ ότι ο Ζελένσκι είναι πιο δύσκολος στη συνεργασία από τον Πούτιν», πρόσθεσε.
Δεν είναι η πρώτη φορά που η Ουκρανία βρίσκεται στο επίκεντρο της αμερικανικής πολιτικής αντιπαράθεσης πριν από εκλογές. Το 2019, σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Ζελένσκι, ο Τραμπ είχε επιχειρήσει να αξιοποιήσει την προοπτική παροχής στρατιωτικής βοήθειας προκειμένου να πιέσει τον Ουκρανό πρόεδρο να ξεκινήσει έρευνα για τον Τζο Μπάιντεν και τον γιο του, Χάντερ. Η υπόθεση είχε οδηγήσει στην πρώτη παραπομπή του Τραμπ σε δίκη με το ερώτημα της καθαίρεσης.
Σήμερα, η νέα εμπλοκή της Ουκρανίας στην εσωτερική πολιτική των ΗΠΑ τροφοδοτεί ανησυχίες στην Ουάσιγκτον και στην Ευρώπη ότι ο Αμερικανός πρόεδρος δεν περιορίζεται στην προτεραιοποίηση των δικών του πολιτικών αναγκών, αλλά προχωρά σε κινήσεις που ευνοούν ενεργά τον Βλαντίμιρ Πούτιν.
Η συμφωνία για το ρωσικό ντίζελ που άναψε τη φωτιά
Η τελευταία κρίση ξέσπασε όταν ο Τραμπ ανακοίνωσε την περασμένη Παρασκευή (09/10) συμφωνία για την αγορά ρωσικού ντίζελ, η οποία παρακάμπτει τις κυρώσεις που είχαν επιβληθεί στη Μόσχα.
Λίγες ημέρες αργότερα, η αμερικανική κυβέρνηση προειδοποίησε το Κίεβο ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να διακόψουν την ανταλλαγή πληροφοριών για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις του και να μπλοκάρουν τις ευρωπαϊκές αγορές αμερικανικών όπλων, εάν η Ουκρανία δεν σταματούσε τις επιθέσεις μεγάλης εμβέλειας εναντίον ρωσικών διυλιστηρίων. Οι αντιδράσεις ήταν έντονες, ακόμη και στο εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.
Στη συνέχεια, ο Τραμπ ανακοίνωσε κατάπαυση του πυρός ανάμεσα στη Ρωσία και την Ουκρανία όσον αφορά τις ενεργειακές εγκαταστάσεις. Ωστόσο, αργότερα άφησε να εννοηθεί ότι δεν είχε ενημερώσει εκ των προτέρων τις δύο εμπόλεμες πλευρές για τη συμφωνία που ανακοίνωνε.
Η Ουκρανία τήρησε αυτή την άτυπη εκεχειρία, όμως η Ρωσία εξαπέλυσε σφοδρές αεροπορικές επιδρομές και επιθέσεις με drones εναντίον ενεργειακών εγκαταστάσεων, αφήνοντας 600.000 ανθρώπους χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα.
Την Τρίτη (13/10), ο Ζελένσκι δήλωσε ότι η κυβέρνησή του δεν είχε λάβει τη συνηθισμένη έγκαιρη προειδοποίηση από τις ΗΠΑ πριν από ρωσική επίθεση με βαλλιστικό πύραυλο, η οποία έπληξε μεγάλο σταθμό ηλεκτροπαραγωγής στο Κίεβο και προκάλεσε ζημιές σε κτίριο κατοικιών.
Η οργή στο Κίεβο και οι Patriot χωρίς πυραύλους
Η νέα αντιπαράθεση με την Ουάσιγκτον προκάλεσε ακόμη μεγαλύτερη δυσαρέσκεια στην Ουκρανία, ενώ συνεχίζονται οι ρωσικές πυραυλικές επιθέσεις εναντίον αμάχων, χωρίς ουσιαστική καταδίκη από την αμερικανική πλευρά.
Η ευαλωτότητα των Ουκρανών αμάχων έγινε ακόμη πιο εμφανής την Πέμπτη (15/10), όταν το CNN μετέδωσε ότι η Ουκρανία έχει ξεμείνει από πυραύλους για τα αμερικανικής κατασκευής συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας Patriot.
Νωρίτερα μέσα στη χρονιά, ο Τραμπ είχε αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο να επιτρέψει στην Ουκρανία να κατασκευάζει δικές της εκδόσεις του κρίσιμου αυτού οπλικού συστήματος. Ωστόσο, δεν έχει προχωρήσει στην υλοποίηση της προοπτικής αυτής, μια κίνηση που, σύμφωνα με την ανάλυση, θα προκαλούσε αναμφίβολα τη δυσαρέσκεια της Μόσχας.
Μέχρι την Πέμπτη (15/10), η υπομονή του Ζελένσκι είχε εξαντληθεί. Ο Ουκρανός πρόεδρος ανακοίνωσε την επανέναρξη των επιθέσεων εναντίον ρωσικών ενεργειακών εγκαταστάσεων, επιδιώκοντας να αυξήσει την πίεση στον Πούτιν. Τα ουκρανικά πλήγματα είχαν ήδη προκαλέσει ουρές σε πρατήρια καυσίμων σε περιοχές της Ρωσίας.
«Τελειώσαμε», δήλωσε στους Financial Times. Παράλληλα, κατηγόρησε τις ΗΠΑ ότι εξετάζουν νέες επιχειρηματικές συμφωνίες με τον Πούτιν, ενδεχομένως και στον τομέα του φυσικού αερίου, εκτιμώντας ότι κάτι τέτοιο δεν θα ήταν δημοφιλές στην αμερικανική κοινή γνώμη. «Ολοι θα θέλουν να ρωτήσουν πώς είναι δυνατόν κάποιοι άνθρωποι να προσπαθούν να επιβιώσουν, να πολεμούν, να πεθαίνουν, κι εσείς να κάνετε επιχειρηματικές συμφωνίες με εκείνους που επιδεικνύουν τέτοια επιθετικότητα», δήλωσε.
Το μυστήριο με το Starshield: Ποιος έδωσε την εντολή;
Στο ήδη τεταμένο κλίμα προστέθηκε ακόμη ένα επεισόδιο, αυτή τη φορά με επίκεντρο Starshield της SpaceX, τη στρατιωτική εκδοχή της υπηρεσίας Starlink του Ελον Μασκ.
Η υπόθεση δεν προκάλεσε μόνο νέα ένταση στις σχέσεις Ουάσιγκτον και Κιέβου, αλλά επανέφερε και τα ερωτήματα για τη διεθνή επιρροή του πλουσιότερου ανθρώπου στον κόσμο, οι τεχνολογίες του οποίου έχουν καταστεί απαραίτητες στον σύγχρονο πόλεμο.
Το Starshield, αν και βασίζεται στην τεχνολογία της SpaceX, ανήκει και ελέγχεται από την αμερικανική κυβέρνηση και όχι από τον Μασκ.
Οι Ουκρανοί στρατηγοί αιφνιδιάστηκαν όταν επιβλήθηκαν περιορισμοί στη λειτουργία του.
Στην πράξη, οι περιορισμοί αυτοί επηρέασαν την ταχύτητα λειτουργίας ουκρανικών στρατιωτικών μέσων, συμπεριλαμβανομένων των drones, και περιόρισαν τις δυνατότητες επικοινωνίας των ενόπλων δυνάμεων, καθώς και τη δυνατότητα επιχειρήσεων με πολεμικά αεροσκάφη και ελικόπτερα.
Σύμφωνα με το CNN, οι περιορισμοί προσέφεραν σημαντικό στρατιωτικό πλεονέκτημα στις ρωσικές δυνάμεις στο πεδίο της μάχης.
Το μεγάλο ερώτημα, ωστόσο, παραμένει αναπάντητο: ποιος αποφάσισε να περιορίσει τη λειτουργία του συστήματος;
Ο Ελον Μασκ υποστήριξε την Τετάρτη (14/10), με ανάρτησή του στο Χ, ότι «οποιοιδήποτε περιορισμοί στην ταχύτητα ή τη χρήση αποφασίζονται από τον αμερικανικό στρατό και, τελικά, από τον πρόεδρο των ΗΠΑ».
Ωστόσο, δύο υψηλόβαθμοι Αμερικανοί αξιωματούχοι δήλωσαν στο CNN ότι η εντολή δεν προήλθε από τον Τραμπ. Ορισμένοι αξιωματούχοι εμφανίζονται ολοένα πιο πεπεισμένοι ότι ο Μασκ έφερε μεγάλο μέρος της ευθύνης.
Από την άλλη πλευρά, το Reuters μετέδωσε το βράδυ της Πέμπτης, επικαλούμενο δύο Αμερικανούς αξιωματούχους και έναν δυτικό αξιωματούχο που είχε ενημερωθεί για την υπόθεση, ότι η εντολή περιορισμού του δορυφορικού συστήματος προήλθε από το εσωτερικό του Λευκού Οίκου.
Ο Ζελένσκι, πάντως, θεωρεί δεδομένο ότι οι περιορισμοί επιβλήθηκαν σκόπιμα. «Δεν ήταν τεχνικό πρόβλημα», δήλωσε στους Financial Times.
Ουκρανική στρατιωτική πηγή ανέφερε στη βρετανική εφημερίδα ότι η πλήρης λειτουργικότητα του συστήματος έχει πλέον αποκατασταθεί και ότι οι περιορισμοί ταχύτητας έχουν αρθεί.
Γιατί η στάση του Τραμπ προκαλεί ανησυχία στη Δύση
Η υπόθεση του Starshield προστίθεται σε μια σειρά κινήσεων και δηλώσεων του Τραμπ που έχουν προκαλέσει ανησυχία στους συμμάχους της Ουκρανίας.
Οπως σημειώνει το CNN, πολλοί από αυτούς θεωρούν ότι ο μοναδικός δρόμος προς τον τερματισμό του πολέμου περνά μέσα από την άσκηση πίεσης στον Πούτιν, ο οποίος προχώρησε στην εισβολή στην Ουκρανία το 2022.
Οι επικριτές του Τραμπ στις ΗΠΑ υποστηρίζουν ότι η συμφωνία για το ρωσικό ντίζελ αποτελεί ακόμη ένα παράδειγμα της πολιτικής κατευνασμού του Πούτιν, εκτιμώντας ότι δεν θα συμβάλει ουσιαστικά στη μείωση των τιμών των καυσίμων πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές.
Αντίθετα, εφόσον εφαρμοστεί πλήρως, η συμφωνία θα μπορούσε να διοχετεύσει δισεκατομμύρια δολάρια στη ρωσική οικονομία, έπειτα από χρόνια διεθνών κυρώσεων, με μέρος των πόρων να ενισχύει πιθανότατα τη ρωσική πολεμική μηχανή.
«Ο Τραμπ είναι απελπισμένος να κάνει οτιδήποτε θα μπορούσε να βελτιώσει τη δική του θέση και τη θέση των Ρεπουμπλικανών υποψηφίων για τη Γερουσία στις ενδιάμεσες εκλογές», δήλωσε στο CNN ο Δημοκρατικός γερουσιαστής του Ντέλαγουερ, Κρις Κουνς.
Η συμφωνία για το ντίζελ προκαλεί ερωτήματα και από στρατηγική άποψη. Το CNN είχε μεταδώσει τον Μάρτιο ότι η Ρωσία είχε παράσχει στο Ιράν πληροφορίες για τις θέσεις αμερικανικών πλοίων, αεροσκαφών και στρατιωτικού προσωπικού κατά τα πρώτα στάδια του πολέμου.
Παράλληλα, η Μόσχα αντιμετωπίζει κατηγορίες για επιχειρήσεις δολιοφθοράς και παρενόχλησης εναντίον συμμάχων των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ.
Ο επικεφαλής της βρετανικής υπηρεσίας εσωτερικών πληροφοριών MI5 προειδοποίησε αυτή την εβδομάδα ότι η Ρωσία έχει εξελιχθεί στον «νούμερο ένα επιτιθέμενο», διεξάγοντας εκστρατεία υβριδικού πολέμου εναντίον της Βρετανίας και των συμμάχων της.
Ο Τραμπ αναζητά συμφωνία με τον Πούτιν – Το πολιτικό κόστος για την Ουκρανία
Η αμερικανική κυβέρνηση επιμένει ότι ο Τραμπ εξακολουθεί να αναζητά ευκαιρίες για την επίτευξη ειρήνης. «Νομίζω ότι στην πραγματικότητα ο Πούτιν θέλει περισσότερο να κάνει μια συμφωνία από ό,τι ο Ζελένσκι», δήλωσε ο Αμερικανός πρόεδρος τη Δευτέρα (12/10).
Ωστόσο, σύμφωνα με την ανάλυση του CNN, από την επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι ο Πούτιν έχει μετριάσει τις απαιτήσεις του. Η Μόσχα εξακολουθεί να επιδιώκει την παραχώρηση κρίσιμων εδαφών στην ανατολική Ουκρανία, τα οποία οι ρωσικές δυνάμεις δεν έχουν καταφέρει να καταλάβουν.
Μια τέτοια συμφωνία θα ήταν αδύνατο να γίνει αποδεκτή από τον Ζελένσκι, επισημαίνει το CNN, καθώς θα ατίμαζε τους Ουκρανούς που σκοτώθηκαν στον πόλεμο και θα επέτρεπε στη Ρωσία να δημιουργήσει προγεφύρωμα για μια μελλοντική εισβολή.
Υπάρχει, ωστόσο, και μια άλλη ανάγνωση της τελευταίας εφαρμογής του δόγματος «Πρώτα η Αμερική».
Ο Τομ Κίτινγκ, διευθυντής του Κέντρου Χρηματοοικονομικών και Ασφάλειας του βρετανικού Royal United Services Institute, περιέγραψε στο CNN τη στάση του Αμερικανού προέδρου με ιδιαίτερα αιχμηρό τρόπο:
«Ο Ντόναλντ Τραμπ βάζει την εκλογική του θέση πάνω από την ασφάλεια, την προστασία και τις ζωές των Ουκρανών. Και αυτό δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητο ούτε από τους τηλεθεατές ούτε από όσους χαράσσουν πολιτική στις δύο πλευρές του Ατλαντικού».




























