ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

«Η νίκη έχει ήδη επιτευχθεί» για τον Πούτιν

Η Ρωσία επιδίωξε να διαχωρίσει τον πόλεμο στην Ουκρανία από τις προοπτικές επιχειρηματικών συμφωνιών και διπλωματικής προσέγγισης με τις ΗΠΑ.

Τον περασμένο Οκτώβριο, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, επέβαλε σημαντικές κυρώσεις στις δύο μεγαλύτερες πετρελαϊκές εταιρείες της Ρωσίας, εκφράζοντας την απογοήτευσή του για τις διαπραγματεύσεις με τον Ρώσο πρόεδρο, Βλαντίμιρ Πούτιν, με στόχο τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία. «Δεν οδηγούν πουθενά», είχε δηλώσει χαρακτηριστικά.

Η υποδοχή του Ρώσου ηγέτη με τιμές και κόκκινο χαλί στην Αλάσκα δεν είχε φέρει κανένα αποτέλεσμα προς την κατεύθυνση της ειρήνης. Η προγραμματισμένη σύνοδος κορυφής στη Βουδαπέστη είχε ναυαγήσει, ενώ ο Τραμπ είχε αρχίσει να αναγνωρίζει ότι ο Πούτιν ενδέχεται απλώς να τον χειραγωγεί, χωρίς να έχει πραγματική πρόθεση να τερματίσει τον πόλεμο. Τότε, είχαν αρχίσει να διαφαίνονται κάποιες αμυδρές ελπίδες στο Κίεβο ότι οι δύο ηγέτες θα έρχονταν σε ρήξη. Ο Ρώσος πρόεδρος, ωστόσο, έπαιζε ένα παιχνίδι με μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα.

Σήμερα, ακριβώς έναν χρόνο μετά την επιβολή των κυρώσεων στο πετρέλαιο, ο Πούτιν βρίσκεται πιο κοντά από ποτέ στον στόχο του: την εξομάλυνση των σχέσεων με την Ουάσιγκτον, χωρίς να χρειαστεί να κάνει την παραμικρή παραχώρηση για την Ουκρανία.

Τις τελευταίες δέκα ημέρες, ο Τραμπ έχει παραμερίσει πολιτικές που διαμόρφωναν επί χρόνια την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, προσεγγίζοντας ανοιχτά τον Πούτιν και χαλαρώνοντας την οικονομική πίεση προς το Κρεμλίνο. Την ίδια στιγμή, επιτίθεται με σφοδρότητα στον Ουκρανό πρόεδρο, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, τον ηγέτη μιας χώρας που θεωρείται σύμμαχος των ΗΠΑ και προσπαθεί να αμυνθεί απέναντι στη ρωσική εισβολή.

Στις 9 Οκτωβρίου, ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι οι ΗΠΑ θα αγοράσουν ρωσικό ντίζελ, χωρίς να ζητήσει ως αντάλλαγμα οποιαδήποτε παραχώρηση από τον Πούτιν. Στη συνέχεια, η κυβέρνησή του άσκησε πιέσεις στην Ουκρανία να σταματήσει τις επιθέσεις στα ρωσικά διυλιστήρια πετρελαίου — ένα από τα ισχυρότερα μέσα πίεσης που διαθέτει το Κίεβο — ενώ ανέστειλε την εφαρμογή κυρώσεων κατά της Ρωσίας τις οποίες ο ίδιος ο Τραμπ είχε μόλις υπογράψει. Παράλληλα, ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ότι «η Ρωσία, για να είμαστε ειλικρινείς, έχει φερθεί καλά στο ζήτημα της Ουκρανίας».

Η συμφωνία για το ντίζελ αποτελεί εν μέρει πολιτικό υπολογισμό του Τραμπ ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ, καθώς επιδιώκει να μειώσει τις τιμές των καυσίμων. Ωστόσο, η συγκεκριμένη κίνηση, όπως και όσες ακολούθησαν, αντανακλά επίσης τη διαχρονικά εμφανή συμπάθεια του Αμερικανού προέδρου προς τον Πούτιν. Ο Ρώσος ηγέτης έχει καλλιεργήσει συστηματικά αυτή τη σχέση, συνεχίζοντας παράλληλα τον πόλεμο και στερώντας από τον Τραμπ το πολυπόθητο επίτευγμα του τερματισμού του.

Από την επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο, η Ρωσία επιδιώκει να διαχωρίσει τη σύγκρουση στην Ουκρανία από τις προοπτικές επιχειρηματικών συμφωνιών και στενότερων διπλωματικών σχέσεων με τις ΗΠΑ. Η αμερικανική κυβέρνηση, ωστόσο, διατηρούσε μέχρι πρότινος επιφυλακτική στάση, παρά τη δραστική μείωση της βοήθειας προς την Ουκρανία, ακολουθώντας σε μεγάλο βαθμό την πολιτική της κυβέρνησης Μπάιντεν: να αποφεύγονται οικονομικές συμφωνίες με τη Ρωσία έως ότου ο Πούτιν σταματήσει τον πόλεμο.

Τώρα, ο Λευκός Οίκος υποστηρίζει ότι τέτοιου είδους συμφωνίες θα βοηθήσουν τη Μόσχα να αντιληφθεί τα οφέλη της ειρήνης. Από την πλευρά του, το Κρεμλίνο ανακοίνωσε την Τετάρτη 21/10 ότι ο Πούτιν, κατά τη συνάντησή του με τον ειδικό απεσταλμένο του Τραμπ, Στιβ Γουίτκοφ, συμφώνησε να διεξαχθούν συνομιλίες με τη συμμετοχή της Ουκρανίας και των ΗΠΑ τον επόμενο μήνα. Ωστόσο, στις συνομιλίες αναμένεται να συμμετάσχουν σχετικά χαμηλόβαθμοι εκπρόσωποι, ενώ Ρώσος αξιωματούχος υποβάθμισε τις προσδοκίες για άμεση επίτευξη μιας συνολικής συμφωνίας.

«Η νίκη έχει ήδη επιτευχθεί»

Με ανανεωμένη αυτοπεποίθηση, η Μόσχα επιχειρεί πλέον να εδραιώσει τη θέση της ως παγκόσμιας δύναμης ισότιμης με τις ΗΠΑ και την Κίνα, προωθώντας τη διεξαγωγή τριμερούς συνόδου κορυφής μεταξύ των τριών χωρών τον Νοέμβριο.

«Κατά την προσωπική μου άποψη, η νίκη έχει ήδη επιτευχθεί», έγραψε την Τετάρτη 21/10 στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης η δημοσιογράφος Μαρίνα Αχμέντοβα, η οποία υποστηρίζει τον Πούτιν. «Δεν πρόκειται μόνο για το 20% με 25% των εδαφών που έχουμε απελευθερώσει», πρόσθεσε, αναφερόμενη στις περιοχές της Ουκρανίας που βρίσκονται υπό ρωσική κατοχή. «Πρόκειται επίσης για τον τρόπο με τον οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν πλέον τη Ρωσία», σημείωσε.

Πολλοί αναλυτές θεωρούν ότι τα οικονομικά κίνητρα που προσφέρει ο Τραμπ αποτελούν λανθασμένη προσέγγιση για έναν πόλεμο που διεξάγεται με επίκεντρο πολιτικά ζητήματα και ζητήματα ασφάλειας. Παρ’ όλα αυτά, κατά την επίσκεψή του στην Αγία Πετρούπολη την Τετάρτη 21/10, ο Γουίτκοφ χαρακτήρισε τη συμφωνία για το ντίζελ «ακόμη ένα παράδειγμα όσων μπορούμε να πετύχουμε όταν συνεργαζόμαστε». Από την πλευρά του, ο Πούτιν άφησε να εννοηθεί ότι θα μπορούσε να συναφθεί και συμφωνία για ρωσικά λιπάσματα.

Παράλληλα, διαφαίνονται προοπτικές και για άλλες συμφωνίες. Σύμφωνα με δημοσίευμα των New York Times, η Ρωσία και οι ΗΠΑ έχουν συζητήσει την πώληση των διεθνών περιουσιακών στοιχείων του ρωσικού ενεργειακού ομίλου Lukoil σε επενδυτικό σχήμα στο οποίο συμμετέχει και η αμερικανική κυβέρνηση. Η εφημερίδα αποκάλυψε επίσης ότι Αμερικανοί διαπραγματευτές έχουν προτείνει την επανέναρξη των αγορών μεγάλων ποσοτήτων ρωσικού φυσικού αερίου από την Ευρώπη, μέσω αγωγών που διέρχονται από την Ουκρανία.

Μετά τη συνάντηση στην Αγία Πετρούπολη, ο Κίριλ Ντμίτριεφ, οικονομικός απεσταλμένος του Πούτιν, δήλωσε ότι δεν υπάρχει «καμία αμφιβολία» πως η οικονομική συνεργασία Ρωσίας και ΗΠΑ θα ενισχυθεί. Οπως ανέφερε, ο Ρώσος πρόεδρος συζήτησε με τον Γουίτκοφ όχι μόνο το ενδεχόμενο συμφωνίας για τα λιπάσματα, αλλά και «διάφορα έργα, όπως κέντρα δεδομένων, καθώς και πολλά σχέδια στον τομέα της ενέργειας και της ενεργειακής συνεργασίας».

Αξιοποιώντας την προτίμηση του Τραμπ στην προσωπική διπλωματία, ο Πούτιν παρουσιάζει κινήσεις που ωφελούν τη Ρωσία —όπως η πώληση ντίζελ στις ΗΠΑ— ως προσωπικές εξυπηρετήσεις προς τον Αμερικανό πρόεδρο. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η απελευθέρωση, την Τετάρτη 21/10, του Στίβεν Τζέιμς Χάμπαρντ, ενός 74χρονου Αμερικανού εκπαιδευτικού από το Μίσιγκαν, τον οποίο το Στέιτ Ντιπάρτμεντ χαρακτήριζε «αδίκως κρατούμενο» από τη Ρωσία.

Ο Τραμπ παρουσίασε την απελευθέρωσή του — η οποία δεν εντασσόταν σε κάποια ανταλλαγή κρατουμένων — ως ένδειξη της εκτίμησης που τρέφει ο Πούτιν προς το πρόσωπό του. Αναφερόμενος στον εαυτό του σε τρίτο πρόσωπο, έγραψε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι «οι Ηνωμένες Πολιτείες, από σεβασμό προς τον πρόεδρο Τραμπ, δεν χρειάστηκε να δώσουν τίποτα ως αντάλλαγμα».

Ωστόσο, αργότερα την ίδια ημέρα, ο Τραμπ δήλωσε σε δημοσιογράφους ότι η Ρωσία δεν θα είχε απελευθερώσει τον Χάμπαρντ εάν οι κυρώσεις παρέμεναν σε ισχύ. Σύμφωνα με αναλυτές, καθοριστικό ρόλο έπαιξαν επίσης η συμφωνία για το ντίζελ και οι προοπτικές σύναψης νέων επιχειρηματικών συμφωνιών. Οι κινήσεις αυτές προσφέρουν στον Πούτιν την πολυπόθητη διπλωματική νίκη, έπειτα από τα αλλεπάλληλα κύματα κυρώσεων που επέβαλαν οι δυτικές χώρες στη Ρωσία λόγω της εισβολής στην Ουκρανία.

Πώς σχολιάζουν οι ειδικοί τις κινήσεις της Ρωσίας

«Ακόμη και αυτή η περιορισμένη εξομάλυνση των σχέσεων βοήθησε τον Πούτιν να εξουδετερώσει ουσιαστικά τον Τραμπ και τις ΗΠΑ ως πιθανούς υποστηρικτές ή διευκολυντές της Ουκρανίας», δήλωσε ο Αλεξάντερ Γκαμπούεφ, διευθυντής του Κέντρου Carnegie για τη Ρωσία και την Ευρασία, με έδρα το Βερολίνο.

Η συμφωνία για το ντίζελ ενίσχυσε παράλληλα ένα επιχείρημα που προβάλλει εδώ και καιρό η Μόσχα: ότι οι δυτικές χώρες που επέβαλαν κυρώσεις στη Ρωσία θα υφίσταντο και οι ίδιες τις συνέπειες της απώλειας πρόσβασης στη φθηνή ρωσική ενέργεια και σε άλλες εμπορικές σχέσεις. Σύμφωνα με αναλυτές, ο Πούτιν επιδίωκε να επαναπροσεγγίσει την Ουάσιγκτον προκειμένου να αποδείξει ότι η Ρωσία είναι υπερβολικά ισχυρή για να αγνοηθεί.

«Ολόκληρη την περασμένη χρονιά, η Ρωσία προσπαθούσε να εδραιώσει την αντίληψη ότι μπορείς να συνάπτεις διμερείς συμφωνίες με τις ΗΠΑ χωρίς να έχει προηγηθεί διευθέτηση του πολέμου στην Ουκρανία», δήλωσε η Χάνα Νότε, συγγραφέας του βιβλίου We Shall Outlast Them, που εξετάζει την εξωτερική πολιτική της Ρωσίας εν καιρώ πολέμου.

«Δεν επρόκειτο μόνο για τις οικονομικές συμφωνίες», ανέφερε και πρόσθεσε ότι «ηθελαν επίσης να συζητήσουν για τη Μέση Ανατολή, την Αρκτική και τον έλεγχο των πυρηνικών εξοπλισμών».

Στόχος της Μόσχας, εξήγησε, ήταν να προωθήσει την ιδέα ότι οι σχέσεις με τις ΗΠΑ μπορούν να διαχωριστούν σε επιμέρους πεδία, ώστε οι δύο χώρες να συνεχίσουν να συνεργάζονται σε συγκεκριμένους τομείς, ακόμη και όσο η Ρωσία εξακολουθεί να διεξάγει τον πόλεμο.

Η Νότε εκτιμά, ωστόσο, ότι η στρατηγική της κυβέρνησης Τραμπ να προσφέρει ανταλλάγματα στη Ρωσία με στόχο τον τερματισμό του πολέμου είναι πιθανό να αποτύχει.

Με πληροφορίες από NYT

 

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΗΠΑ  |  Ρωσία  |  Ukraine
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

NEWSROOM

Κόσμος: Τελευταία Ενημέρωση

Ο Aμερικανός πρόεδρος επικαλέστηκε τις τελευταίες ημέρες τα επεισόδια και τις λεηλασίες στη Γαλλία προκειμένου να εντείνει ...
ΑΜΠΕ
 |  ΚΟΣΜΟΣ
X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ