Οι εικόνες που διέρρευσαν από το Ιράν έδειχναν μια χώρα βυθισμένη στο χάος: δεκάδες, ίσως και εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές, σάκοι με πτώματα έξω από νεκροτομεία, πυροβολισμοί να αντηχούν στους δρόμους.
Η αναταραχή έμοιαζε, την περασμένη εβδομάδα, να αποκτά τέτοια δυναμική ώστε αντίπαλοι της Ισλαμικής Δημοκρατίας να εκτιμούν ότι το καθεστώς πλησίαζε στην κατάρρευση και ότι ο ανώτατος ηγέτης, αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, σχεδίαζε διαφυγή τύπου Ασαντ.
Λίγες ημέρες αργότερα, όμως, Ιρανοί που επικοινώνησαν μέσω διακεκομμένων τηλεφωνικών γραμμών και μυστικών δορυφορικών συνδέσεων στο διαδίκτυο, καθώς και διεθνείς παρατηρητές, λένε ότι οι διαδηλώσεις φαίνεται να έχουν ατονήσει.
Με ελάχιστες αξιόπιστες πληροφορίες να διαφεύγουν από τους περιορισμούς του διαδικτύου και την παραπληροφόρηση να καλύπτει το κενό, η ακριβής αποτύπωση όσων συνέβησαν σε μια χώρα 90 εκατομμυρίων ανθρώπων είναι σχεδόν αδύνατη.
Ωστόσο, από τηλεφωνικές συνεντεύξεις, μηνύματα που διοχετεύθηκαν μέσω κρυπτογραφημένων επικοινωνιών ακτιβιστών και μαρτυρίες που συνέλεξαν οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αναδύεται μια ζοφερή εικόνα.
Περιγράφεται μια οξεία εθνική σύγκρουση, καθώς διαδηλωτές, ένοπλοι υποκινητές και οι δυνάμεις ασφαλείας του αυταρχικού καθεστώτος συγκρούστηκαν για τον έλεγχο των δρόμων.
Οι ίδιες πηγές σκιαγραφούν μια βίαιη, εκτεταμένη αντίδραση του καθεστώτος. Ηταν μια άνευ προηγουμένου καταστολή που θα μπορούσε να αποδειχθεί η «Τιεν Αν Μεν» της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Οι μαρτυρίες αποτυπώνουν και μια εύθραυστη στιγμή έντονης προσμονής, ότι «οι ΗΠΑ και το Ισραήλ θα αναλάβουν κάποια δράση», όπως είπε ένας κάτοικος.
Οι διαδηλώσεις είχαν τις ρίζες τους στην οικονομική απόγνωση. Ξεκίνησαν στα τέλη Δεκεμβρίου, όταν έμποροι στο κέντρο της Τεχεράνης κατέβασαν ρολά, εξοργισμένοι από την κατακόρυφη πτώση του ιρανικού νομίσματος και τον υψηλό πληθωρισμό. Γρήγορα, όμως, εξελίχθηκαν σε ένα πολύ ευρύτερο κίνημα κατά του ίδιου του καθεστώτος, με συνθήματα όπως «θάνατος στον Χαμενεΐ» και «θάνατος στον δικτάτορα» να ακούγονται σε πόλεις και κωμοπόλεις σε όλη τη χώρα.
Η αρχική αντίδραση του καθεστώτος –τουλάχιστον με βάση τα δικά του σκληρά μέτρα– φάνηκε συγκρατημένη, καθώς οι αρχές επιχείρησαν να κατευνάσουν τις οικονομικές ανησυχίες.
«Τις πρώτες ημέρες, οι αριθμοί μεγάλωναν, αλλά δεν υπήρχε ατμόσφαιρα φόβου», είπε ένας καθηγητής Ιστορίας, μιλώντας μέσω σύνδεσης Starlink. Αφού η κυβέρνηση ζήτησε από τα πανεπιστήμια να ακυρώσουν τα μαθήματα στις αρχές Ιανουαρίου, οι φοιτητές βγήκαν στους δρόμους.
Αυτό άλλαξε στις 8 το βράδυ της Πέμπτης 8 Ιανουαρίου, όταν μαζικά πλήθη κατέκλυσαν τους δρόμους έπειτα από κάλεσμα του Ρεζά Παχλαβί, εξόριστου γιου του σάχη που ανατράπηκε το 1979. Αμέσως, το καθεστώς διέκοψε το διαδίκτυο και τις διεθνείς κλήσεις. Με τους Ιρανούς απομονωμένους από τον έξω κόσμο, ξεκίνησε η καταστολή, σύμφωνα με μάρτυρες, βίντεο που διέρρευσαν και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η Διεθνής Αμνηστία ανέφερε ότι οι δυνάμεις ασφαλείας χρησιμοποίησαν κατοικίες, τζαμιά και αστυνομικά τμήματα για να πυροβολούν με πραγματικά πυρά άοπλους διαδηλωτές, «στοχεύοντας τα κεφάλια και τους κορμούς τους».
Τρεις άνθρωποι, που μίλησαν μέσω ηχητικών μηνυμάτων σε ακτιβιστές για την ελευθερία του διαδικτύου, επιβεβαίωσαν αυτήν την εκδοχή.
«Ακούγονταν πυροβολισμοί τη νύχτα, άνθρωποι ούρλιαζαν από φόβο», είπε μια γυναίκα, που ανέφερε ότι έτρεχε στο σπίτι της πριν από τη δύση του ήλιου και δεν άφηνε την κόρη της να βγει έξω.
Ο Μοχαμάντ Αλί Αμπταχί, πρώην μεταρρυθμιστής αντιπρόεδρος του Ιράν, δήλωσε ότι σημειώθηκαν μάχες μεταξύ ένοπλης αντιπολίτευσης και δυνάμεων ασφαλείας. Η κυβέρνηση διέκρινε μεταξύ όσων χαρακτήρισε βίαιους ταραχοποιούς και ειρηνικών διαδηλωτών.
Μαρτυρίες από το πεδίο –ορισμένες απευθείας στους Financial Times και άλλες διοχετευμένες μέσω μεσαζόντων– σκιαγραφούν μια θολή εικόνα, όπου υποκινητές αναμειγνύονταν με γνήσιους διαδηλωτές.
Οι συγκρούσεις κόστισαν τη ζωή όχι μόνο σε άοπλους πολίτες που συμμετείχαν στα ακέφαλα πλήθη, αλλά και σε καλά εξοπλισμένα στελέχη των δυνάμεων ασφαλείας.
«Υπήρχαν ομάδες ανδρών με μαύρα ρούχα, ευκίνητοι και γρήγοροι», είπε ένας διαδηλωτής στην Τεχεράνη. «Εβαζαν φωτιά σε έναν κάδο απορριμμάτων και μετά κινούνταν γρήγορα στον επόμενο στόχο».
Αλλος μάρτυρας, στη δυτική Τεχεράνη, είπε ότι είδε περίπου δώδεκα γυμνασμένους άνδρες, «σαν κομάντος», ντυμένους ομοιόμορφα στα μαύρα, να τρέχουν στην περιοχή και να καλούν τους κατοίκους να βγουν από τα σπίτια τους και να ενταχθούν στις διαδηλώσεις.
Το καθεστώς έσπευσε να παρουσιάσει τις διαδηλώσεις ως προϊόν παρακίνησης ξένων δυνάμεων, προαποφασισμένο σχέδιο που τροφοδοτήθηκε από προδότες πληρωμένους από το Ισραήλ.
Η δυτική συμπάθεια προς τον Παχλαβί, που ζει στις ΗΠΑ, και οι δημόσιες δηλώσεις ικανοποίησης από Ισραηλινούς και Αμερικανούς πολιτικούς ενίσχυσαν το αφήγημα ότι το κίνημα είχε «καπελωθεί» από εχθρούς του Ιράν.
Ο Ντόναλντ Τραμπ κάλεσε τους διαδηλωτές να συνεχίσουν και υποσχέθηκε ότι «η βοήθεια έρχεται». Η παρέμβαση, σύμφωνα με Ιρανούς αναλυτές και δυτικούς διπλωμάτες, έπεισε ολοένα και περισσότερους διαδηλωτές ότι οι ΗΠΑ ετοίμαζαν την ανατροπή του καθεστώτος.
Ομως το καθεστώς, που ανέβηκε το ίδιο στην εξουσία μέσω εξεγέρσεων στους δρόμους πριν από το 1979 και διαθέτει μακρά εμπειρία στην καταστολή προηγούμενων κινητοποιήσεων, «έχει μια συστηματική στρατηγική περικύκλωσης και εξουθένωσης του κινήματος», δήλωσε η Σάναμ Βακίλ, διευθύντρια του Προγράμματος Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής στο Chatham House.
Μέχρι το Σάββατο, το καθεστώς δεν μπορούσε πλέον να κρύψει τα ίχνη της καταστολής. Η κρατική τηλεόραση μετέδωσε εικόνες με σειρές σορών σε νεκροτομείο στη νότια Τεχεράνη, ενώ η Διεθνής Αμνηστία κατέγραψε 205 σάκους με πτώματα από πέντε άλλα βίντεο, τραβηγμένα από απελπισμένους συγγενείς που αναζητούσαν τους δικούς τους.
«Ολοι έλεγαν ότι γνώριζαν κάποιον που είχε χάσει μέλος της οικογένειάς του», είπε δεύτερο πρόσωπο που επικοινώνησε μέσω Starlink.
Οι εκτιμήσεις για τον αριθμό των νεκρών από την περασμένη Πέμπτη ποικίλλουν δραματικά, από μερικές εκατοντάδες έως αρκετές χιλιάδες. Καμία δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί.
Ιρανοί αξιωματούχοι ανέφεραν ότι μεταξύ των θυμάτων ήταν εκατοντάδες αστυνομικοί και μέλη των δυνάμεων ασφαλείας, ορισμένοι εκ των οποίων φέρονται να αποκεφαλίστηκαν ή να κάηκαν, με τον υπουργό Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί να περιγράφει τις ταραχές ως «τη 13η ημέρα» του 12ήμερου πολέμου του Ισραήλ κατά του Ιράν τον Ιούνιο.
«Αυτή η επιχείρηση είχε σχεδιαστεί για χρόνια και ενεργοποιήθηκαν τρομοκρατικοί πυρήνες», δήλωσε Ιρανός αξιωματούχος. «Διέπραξαν πράξεις βίας κατά της αστυνομίας, διαδηλωτών και υγειονομικών».
Ενα τρίτο πρόσωπο, φαρμακοποιός που μίλησε μέσω Starlink και έχει λάβει εντολή από τον εργοδότη του να πηγαίνει καθημερινά στη δουλειά, είπε ότι η σύγχυση βοήθησε μόνο το καθεστώς.
«Φοβάμαι. Ολη μου η οικογένεια φοβάται», είπε, σύμφωνα με απομαγνητοφώνηση ηχητικού μηνύματος που κοινοποιήθηκε από ακτιβιστή στο διαδίκτυο. «Πιστεύω μόνο ό,τι μου λένε η οικογένεια και οι φίλοι μου, τίποτα άλλο».
Μάρτυρας στην Τεχεράνη περιέγραψε μια «νεκρή και αποπνικτική» ατμόσφαιρα στην πόλη μετά τις διαδηλώσεις.
«Μετά την εξαιρετικά βίαιη σφαγή, οι άνθρωποι τώρα ψάχνουν τα σώματα των αγαπημένων τους ή προσπαθούν να περιθάλψουν τους τραυματίες τους», είπε.
Καθώς οι διπλωματικοί ελιγμοί παίρνουν τη θέση των διαδηλώσεων στους δρόμους, πολλοί Ιρανοί παραμένουν αποκομμένοι από τον έξω κόσμο, ακόμη και από την είδηση ότι ο Τραμπ και η ιρανική κυβέρνηση βρίσκονται σε έμμεσες διαπραγματεύσεις για ζητήματα όπως οι πιθανές εκτελέσεις διαδηλωτών.
Στο παρελθόν, οι διαμαρτυρίες στο Ιράν χαρακτηρίζονταν από κύματα ευφορίας και εξάντλησης.
Η επανάσταση του 1979 χρειάστηκε πάνω από έναν χρόνο για να κορυφωθεί, με περιόδους έντασης να διακόπτονται από εβδομάδες απατηλής ηρεμίας.
Η Βακίλ σημείωσε ότι το ίδιο το καθεστώς είναι ικανό για κάποιες μεταρρυθμίσεις, τόνισε όμως ότι τα βαθύτερα προβλήματα που τροφοδότησαν τη δυσαρέσκεια παραμένουν.
Η ιρανική οικονομία συνεχίζει να υποφέρει από τις αμερικανικές κυρώσεις, την ενδημική διαφθορά και το κόστος της περιφερειακής αντιπαράθεσης με το πλούσιο, υποστηριζόμενο από τις ΗΠΑ, Ισραήλ.
«Στο τέλος της ημέρας, υπάρχουν ορισμένες αλήθειες και αβεβαιότητες γύρω από αυτή τη συγκεκριμένη διαμαρτυρία», είπε. «Αλλά αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι οι διαμαρτυρίες στο Ιράν αυξάνονται και είναι αναπόφευκτο ότι θα επιστρέψουν». Και πρόσθεσε: «Δεν μπορούμε να πούμε τι θα τις πυροδοτήσει, αλλά κάτι θα το κάνει».
Πηγή: Financial Times




























