Kathimerini.gr
Εν μέσω κανονιοβολισμών και με κάθε επισημότητα υποδέχθηκε στην πλατεία Τιενανμέν ο Κινέζος πρόεδρος, Σι Τζινπίνγκ, τον Αμερικανό ομόλογό του, Ντόναλντ Τραμπ, το πρωί της Πέμπτης. Στην τελετή με το κόκκινο χαλί, την τιμητική στρατιωτική φρουρά και τους μαθητές που κρατούσαν κινεζικές και αμερικανικές σημαίες, ο Σι αντάλλαξε χειραψία με τον Τραμπ, όχι όμως τη «μεγάλη, θερμή αγκαλιά» που ο ίδιος ο Αμερικανός πρόεδρος είχε δηλώσει ότι περίμενε.
Την ώρα που η στρατιωτική μπάντα έπαιζε τον αμερικανικό εθνικό ύμνο, ο Τραμπ χαιρετούσε με το βλέμμα στραμμένο στην τεράστια πλατεία της κινεζικής πρωτεύουσας. Λίγο αργότερα, ένας Κινέζος αξιωματούχος φέρεται να πλησίασε δημοσιογράφο και να τον ρώτησε χαμηλόφωνα αν στον Αμερικανό πρόεδρο άρεσε η τελετή υποδοχής. Αυτή ήταν η αρχή μιας ημέρας γεμάτης συναντήσεις, συμβολισμούς και επίσημες εκδηλώσεις στο Πεκίνο, με αφορμή την πρώτη επίσκεψη Αμερικανού προέδρου στην Κίνα εδώ και σχεδόν εννέα χρόνια.
Οι δύο αντιπροσωπείες προσήλθαν στη σύνοδο κορυφής με κομβικές διαφωνίες σε ευαίσθητα ζητήματα, όπως η Ταϊβάν, οι εμπορικές σχέσεις και ο πόλεμος στο Ιράν. Παρ’ όλα αυτά τόσο η Ουάσιγκτον όσο και το Πεκίνο φαίνεται να επιχείρησαν να δώσουν έμφαση στη σταθερότητα των διμερών σχέσεων, μετά την ταραχώδη αρχή της δεύτερης θητείας Τραμπ και το ξέσπασμα του εμπορικού πολέμου.
«Βαριά» η σκιά της Ταϊβάν
Στις συνομιλίες που πραγματοποιήθηκαν κεκλεισμένων των θυρών, ο Σι φέρεται να έθεσε στον Τραμπ το ζήτημα της Ταϊβάν, προειδοποιώντας ακόμη και για «σύγκρουση» αν το συγκεκριμένο θέμα δεν αντιμετωπιστεί με τον «σωστό τρόπο».
«Το ζήτημα της Ταϊβάν είναι το σημαντικότερο στις σχέσεις Κίνας – ΗΠΑ. Αν δεν αντιμετωπιστεί σωστά, οι δύο χώρες θα μπορούσαν να έρθουν σε σύγκρουση, οδηγώντας τις συνολικές σχέσεις σε μια εξαιρετικά επικίνδυνη κατάσταση […] Η διαφύλαξη της ειρήνης και της σταθερότητας στα Στενά της Ταϊβάν αποτελεί τον σημαντικότερο κοινό παρονομαστή μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ», ανέφερε ο Σι, σύμφωνα με δηλώσεις που δημοσιεύθηκαν από τα κρατικά μέσα ενημέρωσης της Κίνας λίγο μετά την έναρξη των συνομιλιών στη Μεγάλη Αίθουσα του Λαού. Οι δηλώσεις αυτές, όπως σημειώνουν και οι New York Times, διατυπώθηκαν με ιδιαίτερα ευθύ τρόπο στην αρχή της συνόδου και συνιστούν μία από τις πιο έντονες προειδοποιήσεις του Πεκίνου τα τελευταία χρόνια για το θέμα.
Ιστορική αναδρομή στις σινοαμερικανικές σχέσεις και την Ταϊβάν
Η ανταποκρίτρια του Al Jazeera, Κατρίνα Γιου, ανέφερε ότι «το γενικό μήνυμα του Πεκίνου προς τις ΗΠΑ είναι ότι «η Κίνα είναι διατεθειμένη να επιδείξει ευελιξία και να αποδεχθεί έναν βαθμό διαφωνίας σε ζητήματα όπως το Ιράν, το εμπόριο ή η τεχνολογία. Υπάρχει όμως ένα ζήτημα στο οποίο η Κίνα και ο πρόεδρος Σι δεν μπορούν να δείξουν ευελιξία. Πρόκειται για την Ταϊβάν».
«Οι προειδοποιήσεις του Σι σχετικά με την Ταϊβάν καθιστούν σαφές ότι η ηρεμία στον εμπορικό τομέα εξαρτάται από το αν η Ουάσιγκτον θα χειριστεί το ζήτημα με προσοχή», δήλωσε από την πλευρά του ο Κρεγκ Σίνγκλετον, ανώτερος διευθυντής του προγράμματος για την Κίνα στο Foundation for Defense of Democracies στην Ουάσιγκτον.
«Η Κίνα είναι διατεθειμένη να επιδείξει ευελιξία και να αποδεχθεί έναν βαθμό διαφωνίας σε σειρά ζητημάτων. Υπάρχει όμως ένα θέμα στο οποίο δεν μπορεί να δείξει ευελιξία, και αυτό είναι η Ταϊβάν».
Σε κάθε περίπτωση, τα όσα φέρεται να είπε ο Σι στον Τραμπ ευθυγραμμίζονται πλήρως με τη μακροχρόνια θέση του Πεκίνου, σύμφωνα με την οποία η Ταϊβάν αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της κινεζικής επικράτειας και όχι ανεξάρτητο κράτος. Σύμφωνα με αναλυτές, ωστόσο, το πλαίσιο στο οποίο τέθηκε το ζήτημα έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς ο Σι το ανέδειξε ως κεντρικό στοιχείο των σινοαμερικανικών σχέσεων. Παράλληλα, εκτιμάται ότι το Πεκίνο επιδιώκει να επηρεάσει τις αποφάσεις της Ουάσιγκτον για πιθανές νέες πωλήσεις όπλων στην Ταϊβάν, ύψους περίπου 14 δισ. δολαρίων.
«Υπέροχα. Υπέροχο μέρος. Απίστευτο. Η Κίνα είναι πανέμορφη», δήλωσε ο Τραμπ μετά τις πρωινές συνομιλίες με τον Κινέζο ομόλογό του, όταν ρωτήθηκε για την πορεία των διαπραγματεύσεων, αποφεύγοντας ωστόσο να απαντήσει σε ερωτήσεις για την Ταϊβάν. Από την πλευρά του, ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ ανέφερε λίγες ώρες αργότερα ότι ο Τραμπ «αντιλαμβάνεται τις ευαισθησίες γύρω από το ζήτημα της Ταϊβάν και θα τοποθετηθεί σχετικά τις επόμενες ημέρες».
Στο επίκεντρο η Μέση Ανατολή
Ο Τραμπ «μπήκε» σε αυτή τη σύνοδο κορυφής με ένα σημαντικό ανοιχτό ζήτημα: τον πόλεμο στο Ιράν. Η Τεχεράνη βασίζεται στην Κίνα για την οικονομική της επιβίωση, κυρίως μέσω του εμπορίου πετρελαίου και ως εκ τούτου θεωρείται ότι το Πεκίνο έχει σημαντική επιρροή στις πολιτικές επιλογές της Τεχεράνης.
Σύμφωνα με αξιωματούχο του Λευκού Οίκου, οι δύο ηγέτες συζήτησαν εκτενώς για το Ιράν. Με βάση την ίδια πηγή, η Κίνα συμφώνησε ότι τα Στενά του Ορμούζ πρέπει να παραμείνουν ανοιχτά και γενικότερα μια ασφαλής ναυτιλιακή οδός, ενώ επανέλαβε τη θέση ότι η Τεχεράνη δεν πρέπει να αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Νωρίτερα, ο Ντόναλντ Τραμπ ισχυρίστηκε ότι ο Σι υποσχέθηκε κατά τις συνομιλίες τους πως «δεν θα προμηθεύσει με όπλα» το Ιράν.
Καθώς η μέρα έφτανε στο τέλος της, ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ, ισχυρίστηκε ότι «η Κίνα ενδιαφέρεται περισσότερο για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ απ’ ό,τι οι Ηνωμένες Πολιτείες». Στο πλαίσιο αυτό, σύμφωνα με τον ίδιο, το Πεκίνο αναμένεται να ασκήσει παρασκηνιακές πιέσεις προς την Τεχεράνη.
Ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι η Κίνα είναι πρόθυμη να προχωρήσει πέρα από διπλωματικές τοποθετήσεις. Η επίσημη ανακοίνωση του Πεκίνου παρέμεινε εξαιρετικά μετρημένη, σημειώνοντας απλώς ότι οι δύο πλευρές «αντάλλαξαν απόψεις» για την κατάσταση στη Μέση Ανατολή.
Παράλληλα, δεν πέρασε απαρατήρητο το γεγονός ότι, την ώρα που βρίσκονταν σε εξέλιξη οι συνομιλίες στο Πεκίνο, το Ιράν ανακοίνωσε ότι επιτρέπει τη διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ αποκλειστικά για κινεζικά πλοία. Σύμφωνα με ιρανικά μέσα ενημέρωσης, η κίνηση αυτή ήρθε έπειτα από αιτήματα του Κινέζου υπουργού Εξωτερικών και του πρέσβη της Κίνας στην Τεχεράνη, στο πλαίσιο της στενής στρατηγικής συνεργασίας των δύο χωρών.
Εμπόριο και «στρατιά» δισεκατομμυριούχων
Ο Σι υποστήριξε ότι οι ΗΠΑ και η Κίνα έχουν σημειώσει πρόοδο στις εμπορικές διαπραγματεύσεις και επανέλαβε ότι «οι εμπορικοί πόλεμοι δεν έχουν νικητές». Παράλληλα, χαιρέτισε τα «γενικά ισορροπημένα και θετικά αποτελέσματα» του τελευταίου γύρου συνομιλιών, που πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη στη Νότια Κορέα, υπό τον Αμερικανό υπουργό Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ και τον Κινέζο αντιπρόεδρο Χε Λιφένγκ.
Πέρα από κυβερνητικούς αξιωματούχους, η αμερικανική αντιπροσωπεία πλαισιώθηκε και από μια «στρατιά» δισεκατομμυριούχων, με πιο γνωστούς τον Ελον Μασκ της Tesla (η οποία διαθέτει μονάδα παραγωγής στη Σαγκάη), τον Τζένσεν Χουάνγκ της Nvidia και τον Τιμ Κουκ της Apple. Στην αποστολή συμμετείχε επίσης η Κέλι Ορτμπεργκ της Boeing, ενώ από τον Λευκό Οίκο έγινε λόγος για πιθανή συμφωνία στον τομέα της αεροδιαστημικής, καθώς και για εμπλοκή και άλλων επιχειρηματιών από τους κλάδους των χρηματοοικονομικών και της γεωργίας.
Με φόντο την έντονη επιχειρηματική παρουσία στην αμερικανική αντιπροσωπεία, ο Τραμπ δήλωσε σε συνέντευξή του στο Fox ότι το Πεκίνο συμφώνησε να αγοράσει αμερικανική σόγια, πετρέλαιο και LNG, ενώ έκανε λόγο και για συμφωνία αγοράς 200 αεροσκαφών Boeing 737 από την Κίνα. Σε ό,τι αφορά το τελευταίο deal πάντως, η Boeing φέρεται να βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις για την πώληση 500 και όχι 200 αεροσκαφών.
Ο Τραμπ είχε δηλώσει πριν από την άφιξή του στο Πεκίνο ότι βασικό του αίτημα προς τον Σι θα ήταν η μεγαλύτερη πρόσβαση των αμερικανικών εταιρειών στην κινεζική αγορά, έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους των Ηνωμένων Πολιτειών. «Ανυπομονούν να κάνουν εμπόριο και αυτό θα είναι απολύτως αμοιβαίο και από τις δύο πλευρές», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Οι επιχειρηματίες συμμετείχαν στο επίσημο δείπνο που παρέθεσε η κινεζική πλευρά για τον Τραμπ στη Μεγάλη Αίθουσα του Λαού. Ο Αμερικανός πρόεδρος ευχαρίστησε τον Σι για την «υπέροχη υποδοχή» και χαρακτήρισε τη συνάντηση που προηγήθηκε «εξαιρετικά θετική και παραγωγική». Παράλληλα, απηύθυνε πρόσκληση προς τον Σι να πραγματοποιήσει ανταποδοτική επίσκεψη στις Ηνωμένες Πολιτείες τον Σεπτέμβριο.
Οι Μασκ, Χουάνγκ και Κουκ εντοπίστηκαν να αποχωρούν από την κεντρική είσοδο της Μεγάλης Αίθουσας του Λαού, με δημοσιογράφους να τους ρωτούν για το αποτέλεσμα της συνόδου κορυφής καθώς κατέβαιναν τα σκαλιά. «Υπέροχα», είπε αρχικά ο Μασκ. Στην ερώτηση για συγκεκριμένες συμφωνίες, απάντησε: «Πολλά καλά πράγματα». Ο Χουάνγκ ανέφερε ότι «οι συναντήσεις πήγαν καλά» και χαρακτήρισε τους δύο ηγέτες «απίστευτους». Ο Τιμ Κουκ περιορίστηκε να κάνει το σήμα της νίκης.




























