Partner Content
Η κυπριακή κυβέρνηση έχει εκφράσει δημόσια την πρόθεσή της να επιδιώξει την ένταξη της Κύπρου στη Ζώνη Σένγκεν εντός του 2026 ή στις αρχές του 2027. Η εξέλιξη αυτή επαναφέρει στο προσκήνιο μια διαδικασία με σημαντικές θεσμικές, πολιτικές και πρακτικές προεκτάσεις, ιδίως για εργοδότες και επιχειρήσεις που βασίζονται σε διασυνοριακή κινητικότητα, προσλήψεις υπηκόων τρίτων χωρών και διαδικασίες μετανάστευσης.
Σήμερα, η Κύπρος και η Ιρλανδία είναι τα μόνα δύο κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που παραμένουν εκτός της Ζώνης Σένγκεν. Η περίπτωση της Ιρλανδίας διαφοροποιείται, καθώς η χώρα διατηρεί μακροχρόνια εξαίρεση με σκοπό τη διατήρηση της Κοινής Ταξιδιωτικής Περιοχής με το Ηνωμένο Βασίλειο και την εφαρμογή ανεξάρτητης πολιτικής θεωρήσεων. Αντίθετα, η Κύπρος δεσμεύεται από τις Συνθήκες να ενταχθεί στη Ζώνη Σένγκεν.
Τα τελευταία χρόνια, η χώρα μας έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο ως προς την εκπλήρωση των απαιτήσεων για ένταξη στη Ζώνη Σένγκεν, παρότι η συνεχιζόμενη τουρκική κατοχή του βόρειου τμήματος του νησιού εξακολουθεί να αποτελεί παράγοντα που περιπλέκει τη διαδικασία. Στο πλαίσιο αυτό, η κυβέρνηση έχει εντατικοποιήσει τις σχετικές διαπραγματεύσεις και έχει καλύψει τη συντριπτική πλειονότητα των τεχνικών κριτηρίων, φέρνοντας την πλήρη ένταξη πιο κοντά από ποτέ. Η πρόοδος αυτή αξιολογείται επί του παρόντος από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με αντικείμενο τη συμμόρφωσης της Κύπρου με το κεκτημένο της Ζώνης Σένγκεν. Με την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, η Επιτροπή αναμένεται να εκδώσει έκθεση που θα αποτυπώνει το επίπεδο τεχνικής ετοιμότητας της Κύπρου, συνοδευόμενη από σύσταση προς το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Μετά την ολοκλήρωση της σχετικής διαδικασίας από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η απόφαση θα μεταφερθεί στο πολιτικό επίπεδο, καθώς η ένταξη στη Ζώνη Σένγκεν απαιτεί την ομόφωνη έγκριση όλων των κρατών μελών της ΕΕ και ενδέχεται να επηρεαστεί από πολιτικούς παράγοντες. Ιστορικά, ορισμένα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένων της Αυστρίας και της Ολλανδίας, έχουν εκφράσει ανησυχίες σχετικά με την Πράσινη Γραμμή, υποστηρίζοντας ότι θα μπορούσε να αποτελέσει πιθανό κίνδυνο ασφαλείας ή δίοδο παράτυπης μετανάστευσης. Παρά τον σκεπτικισμό αυτό, η Κύπρος έχει προβεί σε σημαντική προπαρασκευαστική εργασία για την αντιμετώπιση τέτοιων ανησυχιών και την ευθυγράμμισή της με τα πρότυπα της Ζώνης Σένγκεν.
Τα πρόσφατα μέτρα περιλαμβάνουν την απλοποίηση των διαδικασιών έκδοσης θεωρήσεων στα κυπριακά προξενεία, την ενίσχυση των υποδομών συνοριακού ελέγχου, την επένδυση σε νέο εξοπλισμό ασφαλείας και σημαντικές αναβαθμίσεις στο Διεθνές Αεροδρόμιο Λάρνακας. Παράλληλα, η Κύπρος πρέπει να συνεχίσει να σημειώνει πρόοδο στην εφαρμογή των μεγάλης κλίμακας πληροφοριακών συστημάτων της ΕΕ που απαιτούνται στο πλαίσιο της Ζώνης Σένγκεν, συμπεριλαμβανομένων των ETIAS, EURODAC, VIS και του Συστήματος Εισόδου/Εξόδου, γνωστού ως EES.
Μετά την υιοθέτηση της τελικής αξιολόγησης της Επιτροπής, η Κύπρος θα κληθεί να αντιμετωπίσει τυχόν εκκρεμείς συστάσεις και να καλύψει τυχόν κενά που θα εντοπιστούν στην έκθεση. Η επιτυχής ολοκλήρωση αυτού του τελικού σταδίου θα επιτρέψει στην Επιτροπή να επιβεβαιώσει επίσημα προς το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης την πλήρη τεχνική ετοιμότητα της Κύπρου.
Η ένταξη στη Ζώνη Σένγκεν, σε συνδυασμό με την άρση των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα, θα επιτρέψει στην Κύπρο να αξιοποιήσει περαιτέρω τα οφέλη της συμμετοχής της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αναμένεται να διευκολύνει τις μετακινήσεις τουριστών, κατοίκων και επαγγελματιών, να ενισχύσει την αποτελεσματική διακίνηση αγαθών και υπηρεσιών και να συμβάλει θετικά τόσο στην κυπριακή οικονομία όσο και στην ευρύτερη Ζώνη Σένγκεν.
Ωστόσο, η συμμετοχή στη Ζώνη Σένγκεν θα επιφέρει ουσιαστικές αλλαγές στις διαδικασίες που σχετίζονται με τη μετανάστευση, ιδίως όσον αφορά τις άδειες διαμονής και εργασίας. Ως κράτος μέλος της Ζώνης Σένγκεν, η Κύπρος θα υποχρεούται να εφαρμόζει πλήρως τον Κώδικα Θεωρήσεων της ΕΕ και το ευρύτερο κεκτημένο της Ζώνης Σένγκεν. Αυτό συνεπάγεται την ανάγκη ευθυγράμμισης των εθνικών μεταναστευτικών πολιτικών και της σχετικής νομοθεσίας με τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Παράλληλα, οι κυπριακές άδειες διαμονής και εργασίας θα επιτρέπουν ταξίδια χωρίς θεώρηση εντός της Ζώνης Σένγκεν, εξέλιξη που αναμένεται να οδηγήσει σε αυστηρότερους και πιο στενά παρακολουθούμενους ελέγχους.
Μια σημαντική λειτουργική αλλαγή αφορά την υφιστάμενη διαδικασία έκδοσης Άδειας Εισόδου, βάσει της οποίας οι Κύπριοι εργοδότες μπορούν να προεγκρίνουν την απασχόληση υπηκόου τρίτης χώρας και να επιτρέψουν στο εν λόγω πρόσωπο να ταξιδέψει στην Κύπρο για σκοπούς εργασίας. Μετά την ένταξη στη Ζώνη Σένγκεν, η διαδικασία αυτή αναμένεται να καταργηθεί. Αντί αυτής, οι αιτούντες θα πρέπει να υποβάλλουν αίτηση για θεώρηση μακράς διαμονής Σένγκεν, τύπου D, μέσω κυπριακής πρεσβείας ή προξενείου στο εξωτερικό. Η αλλαγή αυτή θα επηρεάσει τα χρονοδιαγράμματα, τις απαιτήσεις τεκμηρίωσης και τις εσωτερικές διαδικασίες ανθρώπινου δυναμικού, καθιστώντας αναγκαία την ανάλογη προσαρμογή του προγραμματισμού προσωπικού από τους εργοδότες.
Η μετάβαση σε αυτή τη νέα διαδικασία αναδεικνύει και ένα πρόσθετο πρακτικό ζήτημα: την περιορισμένη διπλωματική παρουσία της Κύπρου σε αρκετές τρίτες χώρες, ιδίως σε περιοχές της Ασίας και της Αφρικής. Επιπλέον, πολλές κυπριακές πρεσβείες και προξενεία είναι σήμερα υποστελεχωμένα και δεν είναι ακόμη επαρκώς εξοπλισμένα για να διαχειριστούν σημαντική αύξηση στον αριθμό των αιτήσεων θεώρησης. Καθώς η έκδοση θεωρήσεων θα καταστεί βασική αρμοδιότητα μετά την ένταξη στη Ζώνη Σένγκεν, οι κυπριακές αρχές αναμένεται να λάβουν μέτρα για την ενίσχυση της διπλωματικής εκπροσώπησης και, ενδεχομένως, για την ανάθεση ορισμένων διαδικασιών που σχετίζονται με θεωρήσεις σε εξωτερικούς παρόχους, προκειμένου να διαχειριστούν την αναμενόμενη αύξηση των αιτήσεων, ιδίως για σκοπούς απασχόλησης.
Η ένταξη της Κύπρου στη Ζώνη Σένγκεν αποτελεί σημαντική εξέλιξη για τη χώρα, ενδεχομένως τη σημαντικότερη μετά την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004. Με προσεκτικό σχεδιασμό, έγκαιρο συντονισμό και στενή συνεργασία μεταξύ των δημόσιων αρχών, των εργοδοτών και άλλων βασικών εμπλεκόμενων φορέων, η συμμετοχή στη Ζώνη Σένγκεν αναμένεται να αποφέρει ευρείας κλίμακας οικονομικά οφέλη, να καθιερώσει ένα πιο ενιαίο μεταναστευτικό πλαίσιο. Την ίδια στιγμή, θα επιτρέψει στους κατοίκους της Κύπρου να ταξιδεύουν ελεύθερα εντός της Ζώνης Σένγκεν, τόσο για επαγγελματικούς όσο και για προσωπικούς σκοπούς.





























