Money Review
Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται, κάνει όμως ομοιοκαταληξίες, αναγνωρίζει ο επικεφαλής οικονομολόγος της ING, Carsten Brzeski, καθώς οι ανησυχίες για τη δημοσιονομική κατάσταση της Γαλλίας ξυπνούν μνήμες της ελληνικής κρίσης, πριν από 16 χρόνια. Σύμφωνα με τον αναλυτή, αν και κάποια προειδοποιητικά σημάδια μοιάζουν οικεία σε όσους έζησαν την ελληνική κρίση, υπάρχουν βασικές διαφορές ανάμεσα στην Γαλλία του σήμερα και την Ελλάδα του 2010, κάτι που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι φόβοι για μια νέα ευρωπαϊκή κρίση χρέους είναι υπερβολικοί.
Αναγνωρίζοντας ότι έχουν περάσει χρόνια από την ελληνική κρίση και άρα πολλοί από τους εμπλεκόμενους στις αγορές σήμερα δεν την έχουν ζήσει, ο Brzeski κάνει μία συνοπτική περιγραφή των όσων εκτυλίχθηκαν τότε.
Το ιστορικό της ελληνικής κρίσης
Όπως εξηγεί, η ευρωπαϊκή κρίση χρέους δεν ξεκίνησε με μια ύφεση, αλλά με μια αναθεώρηση.
Τον Οκτώβριο του 2009, η νεοεκλεγείσα κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, υπό τον Γιώργο Παπανδρέου, ανακοίνωσε ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα του 2009 θα ανερχόταν περίπου στο 12,7% του ΑΕΠ, ποσοστό σχεδόν διπλάσιο από αυτό που είχε δηλώσει προηγουμένως η Αθήνα. Η Eurostat, σε μεταγενέστερο χρόνο, προσδιόρισε το τελικό ποσοστό στο 15,4%. Ξαφνικά, το πρόβλημα δεν ήταν πλέον το μέγεθος της «μαύρης τρύπας», αλλά το γεγονός ότι κανείς δεν γνώριζε πόσο βαθιά ήταν. Η υποψία ότι η Ελλάδα είχε καταφέρει να εισαχθεί στην Ευρωζώνη κάνοντας χρήση «δημιουργικής λογιστικής» συνόδευσε ολόκληρη την κρίση του ευρώ.
Μετά την αποκάλυψη των στατιστικών στοιχείων, οι αριθμοί ήταν αμείλικτοι: Το δημόσιο χρέος πλησίαζε το 130% του ΑΕΠ και όδευε προς το 150%. Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών είχε φτάσει περίπου στο 15% του ΑΕΠ το 2008: η Ελλάδα δανειζόταν από το εξωτερικό όχι μόνο για να χρηματοδοτήσει το κράτος της, αλλά και ολόκληρη την οικονομία της. Το μοναδιαίο κόστος εργασίας στην Ελλάδα είχε αυξηθεί πολύ ταχύτερα απ’ ό,τι στη Γερμανία, από τη στιγμή της ένταξης στην Ευρωζώνη.
Παρόλα αυτά, θυμίζει ο οικονομολόγος της ING, οι αγορές δεν πανικοβλήθηκαν αμέσως. Όταν δημοσιοποιήθηκε η αναθεώρηση των στοιχείων, το spread των ελληνικών 10ετών ομολόγων βρισκόταν περίπου στις 130 μονάδες βάσης, δηλαδή περίπου στο ίδιο επίπεδο όπου βρίσκονται σήμερα τα γαλλικά ομόλογα. Χρειάστηκαν έξι μήνες με υποσχέσεις που δεν τηρήθηκαν, υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας και αναποφασιστικότητα εκ μέρους της Ε.Ε., ώστε η κατάσταση να μετατραπεί σε κρίση χρηματοδότησης.
Λίγο πριν η Ελλάδα λάβει τελικά οικονομική βοήθεια και η περιβόητη τρόικα (Κομισιόν, ΕΚΤ, ΔΝΤ) αναλάβει ουσιαστικά τον έλεγχο της χάραξης πολιτικής στη χώρα, το spread ξεπερνούσε τις 900 μονάδες βάσης. Μάλιστα, δύο χρόνια αργότερα, την εποχή του δεύτερου μνημονίου και των «κουρεμάτων» στο ελληνικό χρέος, το spread ξεπέρασε τις 3.000 μονάδες βάσης.
Η κρίση χρέους δεν άργησε να εξαπλωθεί από την Ελλάδα σε άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, με την αύξηση των spreads της Πορτογαλίας, της Ιρλανδίας, της Ισπανίας και της Ιταλίας. Αν και τα κανάλια της μετάδοσης διέφεραν (στην Ιρλανδία ήταν οι τράπεζες, στην Ισπανία τα ακίνητα, στην Πορτογαλία το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών και στην Ιταλία το δημόσιο χρέος), το κοινό που είχαν αυτές οι χώρες ήταν η έλλειψη εμπιστοσύνης της αγοράς στην ύπαρξη ενός αξιόπιστου δανειστή έσχατης ανάγκης και το λεγόμενο «doom-loop», ο φαύλος κύκλος μεταξύ τραπεζών και κρατών.
Χρειάστηκε το περίφημο «whatever it takes» του Mario Draghi, ένα πολυεπίπεδο τείχος προστασίας από νέους ευρωπαϊκούς θεσμούς, καθώς και η πολιτική βούληση στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για την εφαρμογή μέτρων λιτότητας και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, ώστε να ανακοπεί η κρίση.
Γιατί η Γαλλία δεν είναι Ελλάδα
Την ώρα που πολλοί φοβούνται ότι η Γαλλία θα γίνει η επόμενη Ελλάδα, η ING αναγνωρίζει ότι εκ πρώτης όψεως, ορισμένοι αριθμοί προκαλούν πράγματι ανησυχία: Ο δείκτης χρέους της Γαλλίας είναι πλέον παρόμοιος με εκείνον της Ιταλίας το 2011 και της Ελλάδας το 2009. Το γαλλικό δημοσιονομικό έλλειμμα είναι μεγαλύτερο από ό,τι ήταν το αντίστοιχο της Ιταλίας εκείνη την εποχή. Το πρωτογενές έλλειμμα πλησιάζει το 3% του ΑΕΠ. Η εξάλειψή του απαιτεί μια πολιτική συναίνεση, την οποία η Γαλλία δεν έχει επιτύχει από τη δεκαετία του 1970.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο, σύμφωνα με τον Brzeski, είναι το ιστορικό της Γαλλίας, η οποία επί σειρά ετών αποτυγχάνει να επιτύχει τους στόχους που η ίδια έχει θέσει, καθώς και τους ευρωπαϊκούς στόχους.
Όπως η αξιοπιστία της Ελλάδας καταστράφηκε εξαιτίας ψευδών στατιστικών στοιχείων, η αξιοπιστία της Γαλλίας διαβρώνεται από ψευδείς υποσχέσεις, καθώς και από την αδυναμία ή την απροθυμία της χώρας να δρομολογήσει δημοσιονομικές και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.
Όμως, την ίδια στιγμή, η ING εντοπίζει και σημαντικές διαφορές ανάμεσα στη Γαλλία του σήμερα και την Ελλάδα του τότε.
Ενώ η Ελλάδα παρουσίαζε σημαντικό έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, το ισοζύγιο της Γαλλίας είναι ουσιαστικά ισοσκελισμένο, το ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών κυμαίνεται περίπου στο 18% και το πραγματικό επιτόκιο που καταβάλλει η Γαλλία για το σύνολο του χρέους της παραμένει χαμηλότερο από τον ρυθμό αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ.
Το 2010, η Ελλάδα κατέβαλλε περίπου 5% για το χρέος της, σε μια περίοδο που η οικονομία της συρρικνωνόταν. Η Γαλλία αντιμετωπίζει δημοσιονομικό πρόβλημα, όχι όμως και πρόβλημα χρηματοδότησης, τονίζει ο Brzeski.
Επιπλέον, η Ευρωζώνη διαθέτει πλέον έναν μηχανισμό προστασίας που δεν υπήρχε πριν από 16 χρόνια. Βέβαια, ο μηχανισμός αυτός σχεδιάστηκε για μικρότερες χώρες της Ευρωζώνης, όχι για τη Γαλλία ή την Ιταλία, αναγνωρίζει ο οικονομολόγος.
«Όλα αυτά σημαίνουν ότι οι φόβοι για μια νέα κρίση χρέους του ευρώ είναι υπερβολικοί», καταλήγει. Αυτό που δεν είναι υπερβολικό είναι ο φόβος ότι από την Ευρώπη λείπει η πολιτική ικανότητα και προθυμία να μπουν οι εθνικές οικονομίες και ολόκληρη η Ε.Ε. σε πορεία μεταρρυθμίσεων και βιώσιμων δημόσιων οικονομικών, προσθέτει.





