Kathimerini.gr
Οι εξαγωγές αργού από τη Μέση Ανατολή έχουν ανακάμψει αισθητά, όμως το πετρέλαιο εξακολουθεί να κινείται πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι. Η εξήγηση βρίσκεται πλέον λιγότερο στην ποσότητα του διαθέσιμου αργού και περισσότερο στο κόστος και στις δυσκολίες μεταφοράς και διύλισής του.
Σύμφωνα με στοιχεία της Kpler που επικαλείται το Reuters, οι ροές μέσω των Στενών του Ορμούζ έφθασαν στις 26 Σεπτεμβρίου στα 14,2 εκατ. βαρέλια ημερησίως σε μέσο όρο επτά ημερών, σχεδόν στο 80% των επιπέδων πριν από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν. Οι πραγματικές ποσότητες ενδέχεται μάλιστα να είναι υψηλότερες, καθώς αρκετά πλοία απενεργοποιούν τα συστήματα δορυφορικής παρακολούθησης κατά τη διέλευση από τα Στενά. Παρά τη βελτίωση των ροών, το Brent παραμένει πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, δηλαδή τουλάχιστον 40% υψηλότερα σε σύγκριση με τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο.
Η μεγάλη αλλαγή βρίσκεται στους ναύλους. Η παγκόσμια αγορά πετρελαίου είχε επί δεκαετίες στηριχθεί σε ένα δίκτυο μεταφοράς που μπορούσε να διακινεί τεράστιες ποσότητες αργού με σχετικά χαμηλό κόστος. Οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή και στην Ανατολική Ευρώπη έχουν διαταράξει αυτή την ισορροπία.
Οι ναύλοι για τη μεταφορά αργού από τη Μέση Ανατολή προς την Ασία με δεξαμενόπλοια έχουν ξεπεράσει το 1,2 εκατ. δολάρια ημερησίως, από περίπου 30.000 δολάρια τον Ιανουάριο, σύμφωνα με την Poten & Partners. Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό, καθώς τα μεταφορικά, τα οποία στο παρελθόν αντιστοιχούσαν περίπου στο 3% της τελικής τιμής ενός βαρελιού, φθάνουν σήμερα περίπου στο 27%. Στην περιοχή του Κόλπου έχει παράλληλα αναπτυχθεί ένα σύνθετο σύστημα μεταφόρτωσης. Πολλά δεξαμενόπλοια μεταφέρουν το αργό μέσω του Ορμούζ μέχρι τον Κόλπο του Ομάν, όπου φορτία μεταφέρονται σε άλλα πλοία πριν συνεχίσουν προς την Ασία. Η διαδικασία δεσμεύει μεγάλο αριθμό δεξαμενόπλοιων και περιορίζει τη διαθέσιμη χωρητικότητα στην υπόλοιπη αγορά.
Μετά την έναρξη του πολέμου στις 28 Φεβρουαρίου και τον αποκλεισμό των Στενών από το Ιράν, οι παραγωγοί του Κόλπου αναγκάστηκαν να αναζητήσουν εναλλακτικές διαδρομές. Η Σαουδική Αραβία διοχέτευσε μεγάλο μέρος των εξαγωγών της μέσω του αγωγού East-West προς το λιμάνι Γιανμπού στην Ερυθρά Θάλασσα. Σε κάποια φάση της κρίσης, περίπου το 4% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου περνούσε από αυτή τη διαδρομή.
Οι επιθέσεις στον αγωγό στις αρχές Σεπτεμβρίου ανάγκασαν όμως το Ριάντ να επιστρέψει σταδιακά στο Ορμούζ. Οι σαουδαραβικές εξαγωγές μέσω των Στενών διαμορφώθηκαν τον Σεπτέμβριο κοντά στα 3 εκατ. βαρέλια ημερησίως, στο υψηλότερο επίπεδο από την έναρξη της σύγκρουσης. Παρέμεναν περίπου στο μισό των προπολεμικών επιπέδων, ωστόσο η αύξησή τους έδειξε ότι σημαντικοί όγκοι μπορούν να συνεχίσουν να περνούν από τα Στενά παρά τον κίνδυνο νέων επιθέσεων.
Η ανάκαμψη των εξαγωγών έχει περιορίσει αισθητά το έλλειμμα στην παγκόσμια αγορά. Η Energy Aspects υπολογίζει ότι το έλλειμμα έχει μειωθεί περίπου σε 1,6 εκατ. βαρέλια ημερησίως, από σχεδόν 4 εκατ. βαρέλια στο αποκορύφωμα των διαταραχών τον Μάιο. Υπό κανονικές συνθήκες, μια τέτοια βελτίωση θα ασκούσε ισχυρές πιέσεις στις τιμές.
Αυτό δεν συμβαίνει. Στις τιμές παραμένει ενσωματωμένο σοβαρό γεωπολιτικό risk premium, αφού Ουάσιγκτον και Τεχεράνη δεν έχουν καταλήξει σε συμφωνία για το καθεστώς των Στενών του Ορμούζ. Η γεωπολιτική, πάντως, δεν είναι πλέον ο μοναδικός παράγοντας.
Η κατάσταση επιβαρύνεται από τις απώλειες διυλιστικής δυναμικότητας στη Μέση Ανατολή και στη Ρωσία, όπου ουκρανικές επιθέσεις με drones έχουν θέσει εκτός λειτουργίας εγκαταστάσεις. Η μεγαλύτερη πίεση καταγράφεται στο ντίζελ. Οι τιμές του έχουν ανέβει σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, καθώς η προσφορά περιορίζεται την ίδια ώρα που η ζήτηση παραμένει υψηλή από μεταφορές, βιομηχανία και αγροτική παραγωγή. Η απόφαση του G7 να διαθέσει ντίζελ από τα στρατηγικά αποθέματα μπορεί να προσφέρει προσωρινή ανακούφιση, χωρίς όμως να αντιμετωπίζει το βασικό πρόβλημα, την απώλεια παραγωγικής δυναμικότητας στα διυλιστήρια. Παράλληλα, τα διυλιστήρια ανταγωνίζονται για μεσαία και υψηλής περιεκτικότητας σε θείο αργά πετρέλαια, τα οποία έχουν καλύτερες αποδόσεις στην παραγωγή ντίζελ. Οι συγκεκριμένες ποιότητες προέρχονται σε μεγάλο βαθμό από τη Μέση Ανατολή και τη Ρωσία, δηλαδή από τις περιοχές όπου οι διαταραχές παραμένουν εντονότερες.
Δημιουργείται έτσι ένας φαύλος κύκλος: η περιορισμένη διυλιστική δυναμικότητα ανεβάζει την τιμή του ντίζελ, η αυξημένη ζήτηση για αργό κατάλληλο για παραγωγή ντίζελ στηρίζει τις τιμές του πετρελαίου και το αυξημένο κόστος μεταφοράς μεταφέρεται τελικά στον καταναλωτή. Η αγορά πετρελαίου, σημειώνει το Reuters, δεν καθορίζεται πλέον μόνο από το πόσα βαρέλια παράγονται. Καθορίζεται όλο και περισσότερο από το πόσα μπορούν πράγματι να μεταφερθούν και να διυλιστούν. Και αυτό εξηγεί γιατί ακόμη και η επιστροφή σημαντικών ποσοτήτων πετρελαίου στην αγορά δεν έχει καταφέρει μέχρι στιγμής να ρίξει ουσιαστικά τις τιμές.




























