
Παναγιώτης Ρουγκάλας
Τα κέρδη μετά τη φορολογία που αναλογούν στους ιδιοκτήτες της Εταιρίας για το α’ τρίμηνο 2026 ανήλθαν σε €121 εκατ. και αντιστοιχούν σε Απόδοση Ενσώματων Ιδίων Κεφαλαίων (ROTE) 18.0%, σε σύγκριση με €117 εκατ. για το α’ τρίμηνο 2025 (και Απόδοση Ενσώματων Ιδίων Κεφαλαίων (ROTE) 18.3%) και με €128 εκατ. για το δ΄ τρίμηνο 2025 (και Απόδοση Ενσώματων Ιδίων Κεφαλαίων (ROTE) ύψους 19.4%).
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα 1ου τριμήνου του 2026 για την Τράπεζα Κύπρου η Απόδοση Ενσώματων Ιδίων Κεφαλαίων (ROTE) υπολογισμένη σε Δείκτη Κεφαλαίου Κοινών Μετόχων Κατηγορίας 1 (CET1) ύψους 15% για το α’ τρίμηνο 2026 ανέρχεται σε 26.5%, σε σύγκριση με 25.9% για το α’ τρίμηνο 2025 και με 27.7% για το δ’ τρίμηνο 2025 υπολογισμένη στην ίδια βάση.
Παράλληλα, η προσαρμοσμένη κερδοφορία πριν τα μη-επαναλαμβανόμενα στοιχεία ανήλθε σε €121 εκατ. για το α’ τρίμηνο 2026 σε σύγκριση με €94 εκατ. για το δ΄ τρίμηνο 2025 και με €117 εκατ. για το α’ τρίμηνο 2025.
181 εκατ. από επιτοκιακά έσοδα
Τα καθαρά έσοδα από τόκους για το α’ τρίμηνο 2026 ανήλθαν σε €181 εκατ., σε σύγκριση με €186 εκατ. για το α’ τρίμηνο 2025 μειωμένα κατά 3% σε ετήσια βάση και με €183 εκατ. για το δ’ τρίμηνο 2025 , περίπου στα ίδια επίπεδα σε τριμηνιαία βάση. Η ετήσια μεταβολή αφορά κυρίως τη μείωση των επιτοκίων αναφοράς η οποία αντισταθμίστηκε εν μέρει από τη συνεχιζόμενη αύξηση των καταθέσεων και του δανειακού χαρτοφυλακίου, την συγκράτηση του κόστους των καταθέσεων και τις ενέργειες αντιστάθμισης που πραγματοποιήθηκαν. Σε τριμηνιαία βάση τα καθαρά έσοδα από τόκους σταθεροποιούνται, λαμβάνοντας υπόψη τoν μικρότερο αριθμό ημερολογιακών ημερών κατά το α΄ τρίμηνο του 2026.
Ο τριμηνιαίος μέσος όρος των τοκοφόρων περιουσιακών στοιχείων για το α’ τρίμηνο 2026 ανήλθε σε €26,145 εκατ., σε σύγκριση με €24,104 εκατ. για το α’ τρίμηνο 2025 και με €25,690 εκατ. για το δ’ τρίμηνο 2025, αυξημένο κατά 2% σε τριμηνιαία βάση. Ο τριμηνιαίος μέσος όρος των τοκοφόρων περιουσιακών στοιχείων αυξήθηκε κατά 8% σε ετήσια βάση κυρίως λόγω της αύξησης των ρευστών διαθέσιμων περιουσιακών στοιχείων ως αποτέλεσμα της αύξησης των καταθέσεων κατά περίπου €1.6 δις σε ετήσια βάση.
Το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο για το α’ τρίμηνο 2026 ανήλθε σε 2.81% (σε σύγκριση με 3.13% για το α’ τρίμηνο 2025 μειωμένο κατά 32 μ.β. σε ετήσια βάση). Η ετήσια μείωση οφείλεται κυρίως στη μείωσης των επιτοκίων όπως εξηγήθηκε πιο πάνω. Το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο παραμένει περίπου στα ίδια επίπεδα σε τριμηνιαία βάση.
Τα μη επιτοκιακά έσοδα για το α’ τρίμηνο 2026 ανήλθαν σε €69 εκατ. (στα ίδια επίπεδα σε ετήσια βάση και σε σύγκριση με €90 εκατ. για το δ’ τρίμηνο 2025), και αποτελούνται από καθαρά έσοδα από αμοιβές και προμήθειες ύψους €44 εκατ., καθαρά κέρδη από διαπραγμάτευση συναλλάγματος και καθαρά κέρδη/(ζημιές) από χρηματοοικονομικά μέσα ύψους €4 εκατ., καθαρό αποτέλεσμα από ασφαλιστικές εργασίες ύψους €17 εκατ., καθαρά κέρδη/(ζημιές) από επανεκτίμηση και πώληση επενδύσεων σε ακίνητα και πώληση αποθεμάτων ακινήτων ύψους €2 εκατ. και λοιπά έσοδα ύψους €2 εκατ.
Η μείωση σε τριμηνιαία βάση οφείλεται κυρίως σε συγκεκριμένα στοιχεία που καταγράφηκαν το δ’ τρίμηνο 2025 και αφορούσαν: τη θετική επίδραση από την επανεκτίμηση των ασφαλιστικών υποχρεώσεων από την κατάργηση του φόρου επί των ασφάλιστρων των ασφαλιστικών συμβολαίων ύψους €5 εκατ, η οποία περιλαμβάνεται στο καθαρό αποτέλεσμα από ασφαλιστικές εργασίες, την ασφαλιστική αποζημίωση που περιλαμβάνεται στα λοιπά έσοδα ύψος €2 εκατ. καθώς και τα υψηλότερα κέρδη από τα χρηματοοικονομικά μέσα που προέκυψαν από προηγούμενη πώληση ακινήτων της REMU ύψους €10 εκατ. Εξαιρουμένων των στοιχείων αυτών τα μη επιτοκιακά έσοδα μειώθηκαν κατά 5% σε τριμηνιαία βάση, κυρίως λόγω εποχικότητας στα καθαρά έσοδα από αμοιβές και προμήθειες.
Νέα δάνεια 842 εκατ.
Τα μεικτά δάνεια του Συγκροτήματος ανήλθαν σε €11,188 εκατ. στις 31 Μαρτίου 2026, σε σύγκριση με €10,955 εκατ. στις 31 Δεκεμβρίου 2025, αυξημένα κατά 2% από την αρχή του έτους.
Ο νέος δανεισμός που δόθηκε στην Κύπρο κατά το α’ τρίμηνο 2026 ανήλθε σε €829 εκατ., σε σύγκριση με €762 εκατ. κατά το δ’ τρίμηνο 2025, και €842 εκατ. κατά το α’ τρίμηνο 2025) αυξημένος κατά 9% σε τριμηνιαία βάση και μειωμένος κατά 2% σε ετήσια βάση. Ο νέος δανεισμός που δόθηκε κατά το α’ τρίμηνο 2026 αποτελείτο από δάνεια σε μεγάλες επιχειρήσεις ύψους €345 εκατ., δάνεια σε ιδιώτες (λιανικής τραπεζικής) ύψους €230 εκατ. (εκ των οποίων στεγαστικά δάνεια ύψους €135 εκατ.), δάνεια σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις ύψους €76 εκατ. και δάνεια στον τομέα διεθνών εργασιών ύψους €178 εκατ. Ο νέος δανεισμός που δόθηκε κατά το α’ τρίμηνο 2026 προέρχεται κυρίως από δάνεια στον τομέα των επιχειρήσεων.
Στις 31 Μαρτίου 2026, τα καθαρά δάνεια και απαιτήσεις από πελάτες του Συγκροτήματος ανήλθαν σε €11,028 εκατ. (σε σύγκριση με €10,798 εκατ. στις 31 Δεκεμβρίου 2025 και €10,387 εκατ. στις 31 Μαρτίου 2025), αυξημένα κατά 2% και 6% σε τριμηνιαία και ετήσια βάση αντίστοιχα.
Οι πιστωτικές ζημιές δανείων για το α’ τρίμηνο 2026 ανήλθαν σε καθαρή πίστωση ύψους €5 εκατ., σε σύγκριση με πρόβλεψη ύψους €7 εκατ. κατά το δ’ τρίμηνο 2025 και €10 εκατ. κατά το α’ τρίμηνο 2025, αντικατοπτρίζοντας ανακτήσεις από προηγουμένως διαγραφέντα δάνεια που αφορά συγκεκριμένο πελάτη.
Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (ΜΕΔ) με βάση την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) μειώθηκαν κατά περίπου €6 εκατ., ή 4% σε τριμηνιαία βάση σε €121 εκατ. στις 31 Μαρτίου 2026 (σε σύγκριση με €127 εκατ. στις 31 Δεκεμβρίου 2025). Ως αποτέλεσμα, τα ΜΕΔ μειώθηκαν στο 1.1% του συνόλου των μεικτών δανείων στις 31 Μαρτίου 2026, σε σύγκριση με 1.2% στις 31 Δεκεμβρίου 2025. Το ποσοστό κάλυψης των ΜΕΔ ανέρχεται σε 148% στις 31 Μαρτίου 2026, σε σύγκριση με 139% στις 31 Δεκεμβρίου 2025.
Έξοδα 105 εκατ.
Ο δείκτης κόστος προς έσοδα αναπροσαρμοσμένος για τον ειδικό φόρο επί των καταθέσεων και άλλα τέλη/εισφορές για το α’ τρίμηνο 2026 ανήλθε σε 37% (σε σύγκριση με 34% για το α’ τρίμηνο 2025 και 42% για το δ’ τρίμηνο 2025).
Τα συνολικά έξοδα για το α΄ τρίμηνο 2026 ανήλθαν σε €105 εκατ. (σε σύγκριση με €95 εκατ. για το α’ τρίμηνο 2025 αυξημένα κατά 10% σε ετήσια βάση και με €127 εκατ. για το δ’ τρίμηνο 2025 μειωμένα κατά 18% σε τριμηνιαία βάση) εκ των οποίων 51% αφορά το κόστος προσωπικού (€53 εκατ.), 36% αφορά τα λοιπά λειτουργικά έξοδα (€38 εκατ.) και 13% αφορά τον ειδικό φόρο επί των καταθέσεων και άλλα τέλη/εισφορές (€14 εκατ.). Η ετήσια αύξηση οφείλεται κυρίως στην αύξηση του ειδικού φόρου επί των καταθέσεων και άλλα τέλη/εισφορές και στο υψηλότερο κόστος προσωπικού. Η τριμηνιαία μείωση οφείλεται κυρίως στο Σχέδιο Εθελούσιας Αποχώρησης που ολοκληρώθηκε κατά το δ’ τρίμηνο 2025 (€14 εκατ. το δ’ τρίμηνο 2025).
Το κόστος προσωπικού για το α΄ τρίμηνο 2026 ανήλθε σε €53 εκατ. (σε σύγκριση με €50 εκατ. για το α’ τρίμηνο 2025 και με €69 εκατ. για το δ’ τρίμηνο 2025), και περιλαμβάνει πρόβλεψη για παροχές προσωπικού βάσει απόδοσης, ύψους περίπου €4 εκατ. και πρόβλεψη για παροχές τερματισμού προσωπικού ύψους περίπου €1 εκατ. (σε σύγκριση με πρόβλεψη για παροχές προσωπικού βάσει απόδοσης, ύψους €2 εκατ. για το α’ τρίμηνο 2025 και πρόβλεψη για παροχές προσωπικού βάσει απόδοσης, ύψους €9 εκατ. και πρόβλεψη για παροχές τερματισμού προσωπικού ύψους €14 εκατ. κατά το δ’ τρίμηνο 2025). Εξαιρώντας τις πιο πάνω προβλέψεις, το κόστος προσωπικού παρέμεινε περίπου στα ίδια επίπεδα σε ετήσια βάση αντικατοπτρίζοντας κυρίως τις μισθολογικές αυξήσεις και τις αναπροσαρμογές για το κόστος διαβίωσης (αυτόματη τιμαριθμική αναπροσαρμογή (ΑΤΑ)), που συνήθως λαμβάνουν χώρα τον πρώτο μήνα του έτους που αντισταθμίστηκαν εν μέρει από την ολοκλήρωση Σχέδιο Εθελούσιας Αποχώρησης (‘ΣΕΑ’) μικρής κλίμακας, όπου περίπου 110 υπάλληλοι πλήρους απασχόλησης αποχώρησαν από το Συγκρότημα.
Τα κεφάλαια
Το σύνολο ιδίων κεφαλαίων εξαιρουμένων των δικαιωμάτων μειοψηφίας ανήλθε σε €3,049 εκατ. στις 31 Μαρτίου 2026, σε σύγκριση με €2,930 εκατ. στις 31 Δεκεμβρίου 2025. Τα ίδια κεφάλαια που αναλογούν στους ιδιοκτήτες της Εταιρίας διαμορφώθηκαν σε €2,829 εκατ. στις 31 Μαρτίου 2026, σε σύγκριση με €2,710 εκατ. στις 31 Δεκεμβρίου 2025.
Ο δείκτης Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών Κατηγορίας 1 (CET1) με μεταβατικές διατάξεις υπολογισμένος για εποπτικούς σκοπούς ανήλθε σε 20.5% στις 31 Μαρτίου 2026, σε σύγκριση 21.0% στις 31 Δεκεμβρίου 2025. Σε αυτή την ανακοίνωση, oι δείκτες κεφαλαίων υπολογισμένοι για εποπτικούς σκοπούς στις 31 Μαρτίου 2026, δεν περιλαμβάνουν τα κέρδη του α’ τρίμηνου 2026 (οι δείκτες αυτοί αναφέρονται ως εποπτικοί). Συμπεριλαμβάνοντας τα κέρδη για το α’ τρίμηνο 2026, μειωμένα για σχετική πρόβλεψη για συνήθη διανομή στο υψηλότερο ποσοστό (‘payout ratio’) της εγκεκριμένης πολιτικής διανομής του Συγκροτήματος (δηλ. στο 70%) σύμφωνα με τις αρχές του κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμού της (ΕΕ) αριθ. 241/2014, ο δείκτης Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών Κατηγορίας 1 (CET1) με μεταβατικές διατάξεις (συμπεριλαμβανόμενων των αδιανέμητων κερδών) ανέρχεται σε 20.7% στις 31 Μαρτίου 2026.
Η πρόβλεψη για συνήθη διανομή από τα κέρδη του 2026 δεν αποτελεί δέσμευση για οποιαδήποτε καταβολή διανομής ούτε αποτελεί εγγύηση ή διαβεβαίωση ότι θα γίνει καταβολή διανομής. Από τον Σεπτέμβριο 2023, αφαιρείται επιβάρυνση από τα ίδια κεφάλαια και αφορά τις προληπτικές προβλέψεις της ΕΚΤ για Μη Εξυπηρετούμενα Δάνεια, η οποία ανήλθε σε 19 μ.β. στις 31 Μαρτίου 2026, στα ίδια επίπεδα στις 31 Δεκεμβρίου 2025. Επιπλέον, το Συγκρότημα υπόκειται σε αυξημένες κεφαλαιακές απαιτήσεις σε σχέση με το χαρτοφυλάκιο ανακτηθέντων ακινήτων, οι οποίες ακολουθούν πρόνοια της ΔΕΕΑ για τήρηση ενός ελάχιστου επίπεδου κεφαλαίου έναντι ακίνητων περιουσιακών στοιχείων που κατέχονται μακροπρόθεσμα. Το επίπεδο κεφαλαίου που τηρείται παραμένει δυναμικό και μεταβάλλεται σε σχέση με τα ακίνητα εντός του πεδίου εφαρμογής που διαχειρίζεται η Διεύθυνση Διαχείρισης Ακινήτων (ΔΔΑ) του Συγκροτήματος τα οποία παραμένουν στον ισολογισμό του Συγκροτήματος και την αξία των εν λόγω ακινήτων. Στις 31 Μαρτίου 2026, η επίπτωση της απαίτησης αυτής ανήλθε σε 76 μ.β. στον δείκτη Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών Κατηγορίας 1 (CET1) του Συγκροτήματος, σε σύγκριση με 65 μ.β. στις 31 Δεκεμβρίου 2025.
Οι προαναφερόμενες απαιτήσεις περιλαμβάνονται στα κεφαλαιακά πλάνα του Συγκροτήματος και αντικατοπτρίζονται στις κεφαλαιακές προβλέψεις. O Συνολικός Δείκτης Κεφαλαιακής Επάρκειας με μεταβατικές διατάξεις υπολογισμένος για εποπτικούς σκοπούς ανήλθε σε 25.3% στις 31 Μαρτίου 2026, σε σύγκριση με 25.9% στις 31 Δεκεμβρίου 2025. Συμπεριλαμβάνοντας τα κέρδη για το α’ τρίμηνο 2026, μειωμένα για σχετική πρόβλεψη για συνήθη διανομή στο υψηλότερο ποσοστό (‘payout ratio’) της εγκεκριμένης πολιτικής διανομής του Συγκροτήματος (δηλ. στο 70%) σύμφωνα με τις αρχές του κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμού της (ΕΕ) αριθ. 241/2014, ο Συνολικός Δείκτης Κεφαλαιακής Επάρκειας με μεταβατικές διατάξεις (συμπεριλαμβάνοντας αδιανέμητα κέρδη) ανέρχεται σε 25.5% στις 31 Μαρτίου 2026.
Πολιτική διανομής από το 2025
Το Συγκρότημα στοχεύει στη δημιουργία σταθερής και ισχυρής απόδοσης στους μετόχους του. Τον Μάρτιο 2026, το Συγκρότημα αναθεώρησε την πολιτική διανομής του, ώστε να αντανακλά τη σταθερή και συνεχή πρόοδο που έχει επιτευχθεί τα τελευταία χρόνια, το προφίλ κερδοφορίας και τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές του Συγκροτήματος. Η συνήθης διανομή αναμένεται να κυμαίνεται μεταξύ 50-70% (‘payout ratio’) (από 30-50%) της προσαρμοσμένης κερδοφορίας πριν των μη επαναλαμβανόμενων στοιχείων, συνδυάζοντας μέρισμα σε μετρητά (συμπεριλαμβανομένης της εισαγωγής ενδιάμεσου μερίσματος) και επαναγορά ιδίων μετοχών.
Η προσαρμοσμένη κερδοφορία πριν των μη επαναλαμβανόμενων στοιχείων καθορίζεται ως τα κέρδη μετά τη φορολογία που αναλογούν στους ιδιοκτήτες του Συγκροτήματος (όπως αναφέρονται), προσαρμοσμένη για τα αποτελέσματα ορισμένων μη επαναλαμβανόμενων στοιχείων (π.χ. κέρδη από κεφαλαιακές συναλλαγές, απομειώσεις/ αναπροσαρμογές ή αναστροφές απομειώσεων/αναπροσαρμογών που προκύπτουν από δραστηριότητες αναδιοργάνωσης ή/και θέματα παλαιότερων χρήσεων, καθώς και σημαντικές μη ταμειακές συναλλαγές που επηρεάζουν την κερδοφορία), που δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο των συνήθων δραστηριοτήτων του Συγκροτήματος και είναι στοιχεία τα οποία η Διεύθυνση και οι επενδυτές του Συγκροτήματος εντοπίζουν και εξετάζουν ξεχωριστά για να κατανοήσουν τις υποκείμενες τάσεις των δραστηριοτήτων του Συγκροτήματος. Επίσης, λαμβάνονται υπόψη οι διανομές από τους λοιπούς συμμετοχικούς τίτλους όπως την πληρωμή κουπονιού στους κατόχους Χρεογράφων Κατηγορίας 1.
Η απόφαση για μελλοντική τελική ή ενδιάμεση διανομή, συμπεριλαμβανομένου οποιουδήποτε προτεινόμενου ποσού διανομής, καθώς και της προβλεπόμενης κατανομής μεταξύ μερίσματος σε μετρητά και επαναγοράς ιδίων μετοχών, θα λαμβάνει υπόψη τις συνθήκες της αγοράς όπως επίσης και τα αποτελέσματα της τρέχουσας στρατηγικής σχεδιασμού κεφαλαίου και ρευστότητας του Συγκροτήματος κατά τη δεδομένη χρονική στιγμή.
Για τo 2026, το Συγκρότημα στοχεύει σε συνήθη διανομή ύψους 70%, στο ανώτατο όριο της πολιτικής διανομής, καθώς και σε πρόσθετο μέρισμα ύψους μέχρι 20%, με τη συνολική διανομή (payout ratio) να ανέρχεται μέχρι 90% της προσαρμοσμένης κερδοφορίας πριν των μη επαναλαμβανόμενων στοιχείων. Για τα έτη 2027 και 2028, το Συγκρότημα έχει θέσει ως στόχο συνήθη διανομή ποσοστό ύψους 70% (payout ratio) και πρόσθετο μέρισμα ύψους μέχρι 30%, ανεβάζοντας τη συνολική διανομή σε ποσοστό μέχρι 100% ετησίως της προσαρμοσμένης κερδοφορίας πριν των μη επαναλαμβανόμενων στοιχείων του Συγκροτήματος. Τα πρόσθετα μερίσματα θα εξετάζονται ετησίως από το Διοικητικό Συμβούλιο με τα οικονομικά αποτελέσματα του έτους και υπόκεινται στις συνθήκες της αγοράς.




























