ΠΗΓΗ: Reuters
Ανοδική παραμένει η πορεία του παγκόσμιου χρέους που, σύμφωνα με το Διεθνές Χρηματοπιστωτικό Ινστιτούτο (IΙF), στα τέλη Μαρτίου έφθασε στο ρεκόρ των σχεδόν 353 τρισ. δολ., αν και ως ποσοστό του παγκόσμιου ΑΕΠ παραμένει σταθερά στα επίπεδα του 2023 και συγκεκριμένα στο 305%. Τα ποσοστά του χρέους εξακολουθούν, πάντως, να υποχωρούν στις ανεπτυγμένες αγορές, ενώ αυξάνονται σταθερά στις αναδυόμενες οικονομίες. Από τα επιμέρους στοιχεία προκύπτουν, πάντως, ενδιαφέροντα δεδομένα, όπως μια αλλαγή στη στάση των επενδυτών που τείνουν να αποφεύγουν τα ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου.
Οπως σχολίασε ο Εμρε Τίφτικ, διευθυντής Διεθνών Αγορών και Πολιτικής του IIF, «με τις πολιτικές που εφαρμόζονται αυτή τη στιγμή το ποσοστό του αμερικανικού χρέους προς το ΑΕΠ των ΗΠΑ αναμένεται να συνεχίσει την ανοδική πορεία του, όπως, άλλωστε, έδειξαν και οι τελευταίες προβλέψεις του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κογκρέσου και κατατείνουν σε περαιτέρω επιδείνωση της μακροπρόθεσμης δημοσιονομικής εικόνας». Από τη σχετική έκθεση του IIF προκύπτει, επίσης, πως η πορεία του αμερικανικού χρέους έρχεται σε αντίθεση με εκείνη του χρέους της Ευρωζώνης και της Ιαπωνίας, που αναμένεται να σημειώσουν πολύ πιο ήπια αύξηση, μολονότι τόσο η Ευρωζώνη όσο και η Ιαπωνία υιοθετούν αναπτυξιακές πολιτικές. Σε ό,τι αφορά, πάντως, την αμερικανική αγορά εταιρικών ομολόγων, εξακολουθεί να γνωρίζει μεγάλη ανάπτυξη κυρίως εξαιτίας των μεγάλων εκδόσεων χρέους για τη χρηματοδότηση προγραμμάτων τεχνητής νοημοσύνης, όπως και λόγω των σημαντικών εισροών από το εξωτερικό.
Η χώρα που αντιμετωπίζει μεγάλες πιέσεις ως προς το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους της είναι η Βρετανία
Ο εκτεταμένος δανεισμός από πλευράς Ουάσιγκτον ήταν από τους κύριους παράγοντες που οδήγησαν σε αύξηση του παγκόσμιου χρέους κατά περισσότερο από 4,4 τρισ. δολ. μέσα στους πρώτους τρεις μήνες του έτους. Ηταν η ταχύτερη, δηλαδή, αύξηση που έχει σημειωθεί από τα μέσα του περασμένου έτους και κατέγραψε το πέμπτο συναπτό τρίμηνο αύξησης του χρέους. Σημαντικός παράγοντας πίσω από την αύξηση του παγκόσμιου χρέους ήταν άλλωστε και ο εκτεταμένος δανεισμός κινεζικών εταιρειών εκτός χρηματοπιστωτικού τομέα, που στην πλειονότητά τους ήταν κρατικές. Εκτός από τις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου, το χρέος των ανεπτυγμένων αγορών τείνει να υποχωρεί, ενώ στις αναδυόμενες αγορές καταγράφει ήπια αύξηση φθάνοντας στο ρεκόρ των 36,8 τρισ. δολ., κυρίως εξαιτίας του δανεισμού των κυβερνήσεων. Η χώρα που αντιμετωπίζει μεγάλες πιέσεις ως προς το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους της είναι η Βρετανία, καθώς οι αποδόσεις των ομολόγων της βρίσκονται στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων τριών δεκαετιών και υπερβαίνουν τις αποδόσεις τόσο των άλλων ευρωπαϊκών χωρών όσο και των ΗΠΑ.
Οι αποδόσεις των δεκαετών ομολόγων του βρετανικού δημοσίου αγγίζουν πλέον το 5%, καθώς έχουν σημειώσει αύξηση μισής εκατοστιαίας μονάδας μέσα στο έτος. Πρόκειται για αύξηση τριπλάσια από εκείνη που σημείωσαν οι αποδόσεις των bunds, όπως αποκαλούνται τα δεκαετή ομόλογα του γερμανικού δημοσίου. Και τέλος, οι αποδόσεις των δεκαετών του αμερικανικού δημοσίου έχουν αυξηθεί λιγότερο από 0,2 εκατοστιαίες μονάδες. Σε ό,τι αφορά, δε, το μακροπρόθεσμο χρέος της Βρετανίας, οι αποδόσεις των 30ετών ομολόγων, των λεγόμενων gilts, έχουν υπερβεί το 5,7% και καταγράφουν πλέον το υψηλότερο επίπεδό τους από το 1998. Αντίστοιχα προβλήματα αντιμετωπίζουν έως ένα βαθμό οι κυβερνήσεις ανά τον κόσμο, καθώς ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ έχει οδηγήσει στα ύψη τις τιμές της ενέργειας που τροφοδοτούν τον πληθωρισμό και πολλές κυβερνήσεις αναγκάζονται να αυξήσουν δραματικά τις δαπάνες για να στηρίξουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις, και συχνά αναγκάζονται να αυξήσουν και τον δανεισμό τους.




























