Αντριάνα Παντελή
Η αποχή των νέων από τις εκλογές αποτελεί ένα από τα πιο ανησυχητικά φαινόμενα των σύγχρονων δημοκρατιών και χρησιμοποιείται εκτεταμένα τα τελευταία χρόνια στα προεκλογικά αφηγήματα των πολιτικών στην Κύπρο. Οι ίδιοι οι πολιτικοί φαίνεται να αδυνατούν να κινητοποιήσουν τη νέα γενιά, η οποία απομακρύνεται όλο και περισσότερο από τις κάλπες, εκφράζοντας απογοήτευση και έλλειψη εμπιστοσύνης στο πολιτικό σύστημα. Την εκτίμησή του γι’ αυτό το φαινόμενο δίνει στην «Κ» ο αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, Γιάννος Κατσουρίδης, ενώ στην προσπάθεια για καλύτερη κατανόηση του ζητήματος μιλήσαμε και με παρέες νέων, για το θέμα της αποχής από τις εκλογές.
Γιατί δεν ψηφίζουν οι νέοι;
Ο κ. Κατσουρίδης μάς εξήγησε πως οι αυξημένες τάσεις αποχής των νέων δεν μπορούν να ερμηνευθούν μονοπαραγοντικά, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Αντίθετα, συνδέονται με βαθύτερες κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές μεταβολές, καθώς και με αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο οι νεότερες γενιές αντιλαμβάνονται την πολιτική ως πεδίο συλλογικής δράσης και εκπροσώπησης». Κεντρική διάσταση του φαινομένου, συμπλήρωσε, είναι η αποδυνάμωση των πολιτικών κομμάτων. «Η ένταξη των νέων στην πολιτική», συνεχίζει, «δεν πραγματοποιείται πλέον μέσω των ιστορικών, ιδεολογικών διαμεσολαβήσεων που χαρακτήρισαν παλαιότερες περιόδους, ούτε μέσα από γεγονότα υψηλής πολιτικής έντασης, όπως η αποικιοκρατία ή η εισβολή. Σήμερα, η πολιτικοποίηση των νέων τείνει να συντελείται είτε μέσα από κρίσεις που αναδεικνύουν τις ανεπάρκειες του πολιτικού συστήματος, είτε μέσα από πιο προσωποκεντρικές, επικοινωνιακές και αποϊδεολογικοποιημένες μορφές, με αποτέλεσμα να είναι λιγότερο ανθεκτικές στον χρόνο».
Ωστόσο, όπως λέει ο κ. Κατσουρίδης, οι νέοι δεν απέχουν επειδή είναι εγγενώς απολιτικοί (αν και μερίδα της νέας γενιάς είναι και αυτό), απέχουν κυρίως επειδή η σχέση τους με τη συμβατική πολιτική είναι αδύναμη, ασυνεχής και συχνά διαποτισμένη από δυσπιστία, προσθέτοντας πως η χαμηλή εμπιστοσύνη προς τα κόμματα και τους θεσμούς, σε συνδυασμό με την κυρίαρχη αίσθηση ότι η ψήφος δεν παράγει ουσιαστικό αποτέλεσμα, ενισχύει την αποστασιοποίηση. Παράλληλα, συμπληρώνει πως οι ίδιοι οι πολιτικοί φαίνεται να αδυνατούν να κινητοποιήσουν τη νέα γενιά, ακριβώς επειδή δεν κατορθώνουν να συνδέσουν πειστικά το ατομικό βίωμα με το συλλογικό συμφέρον μέσα από πειστικά πολιτικά σχέδια. «Όταν αυτή η σύνδεση αποτυγχάνει, η υποχώρηση προς το ατομικό καθίσταται περισσότερο πιθανή από τη συμμετοχή στη συλλογική πολιτική δράση», επισημαίνει ο κ. Κατσουρίδης.
Πολιτική «ρευστότητα»...
Οι νέοι στην Κύπρο προσδιορίζονται πολιτικά πολύ πιο ρευστά από ό,τι παλαιότερες γενιές, λέει ο κ. Κατσουρίδης. Σε αντίθεση με την κοινή γνώμη η οποία θέλει τους νέους να μην ασπάζονται καμιά ιδεολογία, «πολλές φορές, αν όχι τις πλείστες, έχουν μια ιδεολογική και αξιακή κατεύθυνση, έστω και αν αυτή δεν είναι πλήρως συνειδητοποιημένη και συγκροτημένη».
«Η ιδεολογία τους εκφράζεται λιγότερο μέσα από σταθερή κομματική ταύτιση και περισσότερο μέσα από εμπειρίες και βραχυπρόθεσμες ταυτίσεις» εξηγεί ο κ. Κατσουρίδης, διακρίνοντας τουλάχιστον τέσσερις τάσεις: (α) μια υλιστική ευαισθησία γύρω από στέγαση, μισθούς και προοπτικές ζωής, (β) ένα πιο φιλελεύθερο και δικαιωματικό ρεύμα, συχνότερα σε πιο μορφωμένα και αστικά στρώματα, (γ) μια αντισυστημική διάθεση που εκφράζεται ως απόρριψη των παραδοσιακών κομμάτων και (δ) ένα πιο συντηρητικό ή φοβικό αντανακλαστικό σε ζητήματα μετανάστευσης, ασφάλειας και εθνικού θέματος. «Εξού και παρατηρείται η Ακροδεξιά να έχει περισσότερη απήχηση στην ηλικιακή αυτή κατηγορία παρά σε άλλες».
Οι ίδιοι οι νέοι, προσθέτει, μέσα από έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί κατά καιρούς φαίνεται να ευαισθητοποιούνται περισσότερο σε επιμέρους θεματικές όπως τα ανθρώπινα δικαιώματα, το περιβάλλον και η υγεία, έναντι της κλασικής ένταξης σε κομματικές οικογένειες. «Το πού θα καταλήξει κάθε νέος εξαρτάται από σειρά παραμέτρων: την οικογενειακή πολιτική κοινωνικοποίηση, την εκπαίδευση, την εργασιακή επισφάλεια, τον τόπο κατοικίας, την έκθεση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, την επίδραση των συνομήλικων τους, το αν βλέπει «σχετικό» κάποιο υποψήφιο ή κόμμα, καταλήγει ο κ. Κατσουρίδης.
Η πολιτική συμμετοχή, η Βουλή «καφενές» και «είναι όλοι διεφθαρμένοι»
Αξίζει να σημειωθεί πως δύσκολα συναντάς συζητήσεις για τις βουλευτικές εκλογές ανάμεσα σε νέους που δεν είναι ήδη συνδεδεμένοι με κάποια πολιτική παράταξη, ασχέτως αν έχουν κοινωνικούς προβληματισμούς ή όχι. Σε αυτό το πλαίσιο, έναυσμα για την έναρξη μιας «πολιτικής» συζήτησης μεταξύ νέων μπορεί απλώς να είναι μία viral στιγμή ενός πολιτικού ή ένα μείζον θέμα, π.χ. η υπόθεση «Σάντη», η οποία απασχόλησε οριζόντια την κοινωνία, ανεξαρτήτως πολιτικοποίησης ή όχι του ατόμου.
Αν και εφόσον φτάσει η στιγμή μιας συζήτησης σε θέματα βαθύτερης «πολιτικής» ανάμεσα σε μη πολιτικοποιημένους νέους, συνήθως αυτή αποκτά αρνητική χροιά και χρησιμοποιούνται κυρίως επιχειρήματα κατά της ενασχόλησης με τα πολιτικά πράγματα. Αυτό που μπορεί να παρατηρήσει κανείς είναι πως τα επιχειρήματα βασίζονται τις περισσότερες φορές σε γενικότητες και αόριστες έννοιες για την πολιτική συνολικά, και όχι συγκεκριμένα θέματα. Δηλαδή, ακόμη κι αν η συζήτηση αφορά συγκεκριμένο θέμα, όπως η Βουλή και οι βουλευτικές εκλογές, συχνά παρατηρείται το φαινόμενο η κουβέντα να εκφεύγει από τους βουλευτές και το κοινοβούλιο και να γενικεύεται σε κάθε τι που αφορά πολιτειακούς θεσμούς (Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Νομική Υπηρεσία κ.λπ.).
Μιλώντας, λοιπόν, με παρέες νέων ανθρώπων, συνομήλικους μου, όταν έφερα στη συζήτηση το θέμα των εκλογών, διέκρινα απογοήτευση και αδιαφορία για τα πολιτικά πράγματα και τις εκλογές. Σίγουρα αυτή η στάση δεν αντιπροσωπεύει το σύνολο των νέων και των απόψεών τους, είναι όμως ενδεικτικό μιας γενικότερης κατάστασης, και δεν είναι τυχαίο γεγονός ότι εντοπίζονται κοινοί άξονες σε τυχαίες συζητήσεις, με τις ίδιες τέσσερις τάσεις που προανέφερε ο κ. Κατσουρίδης.
Συγκεκριμένα, η Μαρία, 24 ετών, επίσης προβληματισμένη με αυτό το ζήτημα, κατά τη διάρκεια της συζήτησης ανέφερε πως ο κυριότερος λόγος αποχής των νέων στις εκλογές είναι η ίδια η συμπεριφορά των βουλευτών και η έλλειψη σοβαρότητας που επικρατεί στη Βουλή, δύο στοιχεία που αφήνουν πολύ μικρό περιθώριο στους βουλευτές να κερδίσουν τον σεβασμό των νέων. «Πότε ήταν η τελευταία φορά που μπήκες στο Facebook;» με ρώτησε, παρομοιάζοντας χαρακτηριστικά τη Βουλή με έναν «καφενέ», όπου οι βουλευτές, ειδικά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, χαμηλώνουν το επίπεδό τους, ανταλλάζουν γελοία σχόλια με αιχμές ο ένας προς τον άλλο, ξεκινούν διαδικτυακές κονταρομαχίες και χάνουν την ουσία των πραγμάτων.
Ο Δημήτρης, 25 ετών, δεν έχει ψηφίσει ποτέ και δεν θεωρεί ότι υπάρχει λόγος να το κάνει, διότι δεν έχει παρατηρήσει, ούτε έχει νιώσει ποτέ κάποια ουσιώδη αλλαγή στην καθημερινότητά του – τουλάχιστον προς το καλύτερο. Όταν η Κωνσταντίνα, 22 ετών, που διαφωνεί μαζί του, τον ρώτησε αν θα διατηρούσε την ίδια άποψη σε περίπτωση που άλλαζαν οι συνθήκες ζωής του σε λίγα χρόνια, δεν απέκλεισε το γεγονός να αλλάξει γνώμη στο μέλλον, ωστόσο επανέλαβε πως αυτή τη στιγμή η πολιτική δεν τον ενδιαφέρει αρκετά για να ασχοληθεί. Την ίδια άποψη εξέφρασαν ο Άλεξ και η Γεωργία, 22 και 23 ετών αντίστοιχα, υποστηρίζοντας επίσης πως δεν υπάρχει η θέληση από κανέναν πολιτικό για αλλαγή, έτσι ώστε να αξίζει το ενδιαφέρον τους, ακόμη κι αν αντιλαμβάνονται πως υπάρχουν κάποια κοινωνικοοικονομικά προβλήματα, που χρειάζονται λύσεις και απασχολούν και τους ίδιους.
Άγνοια για τους υποψηφίους
Ο Αντρέας, 21 ετών, επίσης δεν έχει ψηφίσει ποτέ, πιστεύει πως δεν μπορεί να τον αντιπροσωπεύσει κάποιος, ενώ δηλώνει εξίσου συγχυσμένος για το ποιες επιλογές έχει. Προσθέτει πως στον κύκλο του επικρατεί άγνοια για τους υποψηφίους και πολλοί δεν θα ψηφίσουν επειδή δεν γνωρίζουν προσωπικά κάποιον υποψήφιο. Ωστόσο, δεν υπάρχει ούτε κάποια πρόθεση εκ μέρους τους να ψάξουν με προσοχή τα βιογραφικά των υποψηφίων, αποκλείοντας κάθε ενδεχόμενο να ψηφίσουν κάποιο στις εκλογές – κάτι που ισχύει και για τον Άλεξ και τον Δημήτρη. Εκτός αυτού, ο Αντρέας πρόσθεσε πως οι πολιτικοί δεν ασχολούνται με τα προβλήματα της καθημερινότητάς του, όπως η ακρίβεια, αλλά με ζητήματα που δεν τον αφορούν.
Από όλους έγιναν εκτεταμένες αναφορές στη διαφθορά, με κοινό χαρακτηριστικό ότι συμφωνούν πως η πλειοψηφία των πολιτικών είναι διεφθαρμένοι. Η Κατερίνα, 23 ετών, η οποία έχει ψηφίσει μία φορά, είπε χαρακτηριστικά πως «είναι όλοι οι ίδιοι» και ενδιαφέρονται μόνο για το προσωπικό κέρδος και όφελός τους. Στο κομμάτι του οικονομικού κέρδους των πολιτικών συμφώνησαν όλοι, υποστηρίζοντας πως λαμβάνουν μεγάλα χρηματικά ποσά, «χωρίς να δουλεύουν ιδιαίτερα». Σε ερώτηση για ποιες περιπτώσεις αναφέρονται οι οποίες δείχνουν διαφθορά, ο Δημήτρης έδωσε ως παράδειγμα την οικονομική κρίση του 2013 και την υπόθεση των χρυσών διαβατηρίων, ενώ η Γεωργία αναφέρθηκε στο videogate. Τα επιχειρήματα για τη διαφθορά των πολιτικών, ωστόσο, παραμένουν γενικά.
Λιγότερη ρητορική
Οι νέοι, όπως φαίνεται τόσο μέσα από τις απαντήσεις τους, όσο και μέσα από τις εκτιμήσεις του κ. Κατσουρίδη, αναζητούν χειροπιαστά αποτελέσματα, αισθητές αλλαγές στην καθημερινότητά τους. Ενώ η επιθυμία τους για ουσιαστική «αλλαγή» είναι μεγάλη, προβληματίζει το γεγονός πως δεν υπάρχει η αντίστοιχη θέληση και προσπάθεια για μια πιο ενεργή εμπλοκή σε δημοκρατικές διαδικασίες. Αντιθέτως, παρατηρείται ένας αυτόματος «μηδενισμός» ολόκληρου του πολιτικού συστήματος και εφησυχασμός στην άγνοια. Πολύ πιθανό η έλλειψη συστηματικής προσπάθειας των κομμάτων για κινητοποίηση των νέων να δημιούργησε τόσο μεγάλη απόσταση ανάμεσά τους, που ακόμη κι αν υπάρχουν υποψήφιοι με προοπτικές, λίγα προωθητικά βίντεο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να μην είναι αρκετά για να οδηγήσουν τους νέους στις κάλπες.
Οι αριθμοί
Ο συνολικός αριθμός των εκλογέων στις βουλευτικές εκλογές της 24ης Μαΐου 2026 είναι 568.587, σύμφωνα με ανακοίνωση του γενικού εφόρου Εκλογών, δρα Ελίκκου Α. Ηλία. Από αυτούς οι 7.297, δηλαδή το 1,28% είναι άτομα 18-19 ετών και οι 62.991, δηλαδή το 11,08%, είναι άτομα 20-29 ετών. Η ηλικιακή ομάδα των εκλογέων 18-29 αποτελεί το μικρότερο ποσοστό του συνόλου του εκλογικού σώματος, μόλις 12,36%, ενώ το μεγαλύτερο αποτελούν άτομα 70+, με 21,17% (120.358 άτομα). Επίσης, αξίζει να αναφερθεί ότι το υπουργείο Εσωτερικών, σύμφωνα με δήλωση του προϊσταμένου της Υπηρεσίας Εκλογών του ΥΠΕΣ, Μενέλαου Βασιλείου, απεστάλησαν γύρω στις 13.500 επιστολές σε όσα άτομα συμπλήρωσαν το 18ο έτος της ηλικίας τους από την ημερομηνία των εκλογών του 2024 και αργότερα, και για όσους συμπληρώνουν τα 18 έτη μέχρι τις 24 Μαΐου. Ωστόσο, λόγω του ότι δεν υπάρχει ψηφιακό αρχείο, το Υπουργείο δεν γνωρίζει πόσοι από αυτούς τους 13.500 ενεγράφησαν τελικά στους εκλογικούς καταλόγους.




























