Μπορούν τα μικρά μουσεία να αντέξουν το κόστος της ασφάλειάς τους; Το ερώτημα επιστρέφει στην επικαιρότητα στον απόηχο της πρόσφατης ληστείας έργων τέχνης στο μικρό Μουσείο Ρενουάρ, που στεγάζεται σε κτίριο εποχής στην Καν-σιρ-Μερ και υπήρξε κατοικία του ζωγράφου. Αυτή ακριβώς η συνθήκη είναι κοινή σε δεκάδες μικρά μουσεία της Ευρώπης: σημαντικές συλλογές στεγάζονται σε χώρους που δεν σχεδιάστηκαν ποτέ για να λειτουργήσουν ως σύγχρονα μουσεία υψηλής ασφάλειας.
Οπως επισημαίνουν οι υπεύθυνοι τριών ελληνικών περιφερειακών μουσείων στους οποίους απευθύνθηκε η «Κ», η ασφάλεια ενός μουσείου που βρίσκεται στην περιφέρεια δεν είναι απλώς ζήτημα συναγερμού, καμερών και κλειδαριών. Είναι ζήτημα αρχιτεκτονικής, φωτισμού, σχεδιασμού μέτρων εκτάκτου ανάγκης και, κυρίως, προτεραιοτήτων ως προς τη λειτουργία του, κάτι που συνδέεται στενά με τον προϋπολογισμό του.
Στη Μυτιλήνη, το Μουσείο – Βιβλιοθήκη Στρατή Ελευθεριάδη – Teriade στεγάζεται στον χώρο που δώρισε ο Teriade (1897-1983) στον γενέθλιο τόπο του και βρίσκεται σε ένα παραθαλάσσιο προάστιο 4 χιλιόμετρα από το κέντρο της Μυτιλήνης. Φιλοξενεί το εκδοτικό έργο του Teriade και, μεταξύ άλλων, τα περίφημα «Μεγάλα Βιβλία» με πρωτότυπες λιθογραφίες, ξυλογραφίες και χαλκογραφίες κορυφαίων καλλιτεχνών του 20ού αιώνα – από τον Ματίς και τον Πικάσο έως τον Σαγκάλ και τον Λεζέ. Το 2003 εκλάπη από τη συλλογή το βιβλίο «Jazz» του Ματίς, ένα από τα ελάχιστα σωζόμενα αντίτυπα διεθνώς.
Ο διευθυντής του Μουσείου Teriade Κώστας Μανιατόπουλος επισημαίνει ότι, θεωρητικά, ένα νησί μπορεί να λειτουργεί ως φυσικό εμπόδιο για τη διακίνηση ενός κλεμμένου έργου. Στην πράξη, όμως, αυτό δεν αρκεί και το συγκεκριμένο μουσείο έχει ήδη πληρώσει το τίμημα. Σήμερα διαθέτει ένα φύλακα και συστήματα παρακολούθησης και συναγερμού. Οχι όμως 24ωρη φυσική παρακολούθηση. «Η φύλαξη που έχουμε είναι όσο καλύτερη μπορεί να γίνει δεδομένων των συνθηκών λειτουργίας μας, όπως συμβαίνει σε πολλά επαρχιακά μουσεία», σχολιάζει ο κ. Μανιατόπουλος. «Το ιδανικό δεν είναι πάντοτε οικονομικά εφικτό».
Στην Ιο, τα δεδομένα είναι διαφορετικά. Το Μουσείο Γαΐτη – Σίμωσι σχεδιάστηκε εξαρχής ως σύγχρονος εκθεσιακός χώρος. Στο κτιριακό συγκρότημα των 1.600 τ.μ. που βρίσκεται στα Τσουκαλάδικα, η ασφάλεια προβλέφθηκε εξαρχής, όπως και η προστασία των έργων που φιλοξενεί. Συστήματα συναγερμού και πυρασφάλειας, υποδομές προστασίας από κλοπή, βανδαλισμό και καταστροφή, καθώς και μέτρα προληπτικής συντήρησης υπολογίστηκαν ήδη από τη μελέτη και την κατασκευή.
Η Γεωργία Βουδούρη, διευθύντρια του Μουσείου Γαΐτη – Σίμωσι, περιγράφει ένα μοντέλο στο οποίο η τεχνολογία λειτουργεί σε συνδυασμό με την εκπαίδευση του προσωπικού και τη γνώση της συλλογής. «Δεν υπάρχει ειδικό προσωπικό φύλαξης· η καθημερινή λειτουργία βασίζεται στην ομάδα του μουσείου, ενώ η σύνδεση με εταιρεία προστασίας και η παρακολούθηση μέσω καμερών παρέχουν 24ωρη εποπτεία», μας λέει. Μια βλάβη, όμως, μια αντικατάσταση υλικού ή μια τεχνική παρέμβαση, με άλλα λόγια η συντήρηση, η επισκευή ή η αναβάθμιση κάποιων κάποιων υποδομών, δεν είναι πάντα απλή υπόθεση όταν το μουσείο βρίσκεται σε ένα νησί – ιδίως εάν είναι μικρό όπως το δικό μας».
Στο Μέτσοβο, η Πινακοθήκη Αβέρωφ διαθέτει μια αξιόλογη συλλογή με περίπου 200 έργα Ελλήνων καλλιτεχνών του 19ου και του 20ού αιώνα, ενώ το κτίριο κατασκευάστηκε ειδικά για να τα στεγάσει. Η συλλογή εμπλουτίστηκε σημαντικά στην πορεία, ενώ σήμερα η Πινακοθήκη παρουσιάζει ένα πανόραμα της νεοελληνικής τέχνης, από τον Λύτρα και τον Γύζη μέχρι τον Τέτση και τον Φασιανό.
Στην Πινακοθήκη Αβέρωφ η ασφάλεια στηρίζεται σε οργανωμένο πλαίσιο πρόληψης και αντιμετώπισης κινδύνων. Υπάρχει συνεχής φυσική παρουσία προσωπικού στους εκθεσιακούς χώρους κατά τις ώρες λειτουργίας, ενώ οι χώροι εποπτεύονται παράλληλα μέσω κλειστού κυκλώματος καμερών. Οταν η Πινακοθήκη κλείνει, η επιτήρηση συνεχίζεται εξ αποστάσεως. Ο συναγερμός είναι συνδεδεμένος με την αστυνομία, η οποία βρίσκεται σε μικρή απόσταση από το κτίριο, ενώ τα παράθυρα διαθέτουν μεταλλικές προστατευτικές κατασκευές. «Για εμάς όμως είναι ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός πως όλοι οι εργαζόμενοι είναι εκπαιδευμένοι για την αντιμετώπιση πιθανών κινδύνων. Η ασφάλεια δεν αντιμετωπίζεται ως λειτουργία που ανήκει αποκλειστικά σε ένα φύλακα ή σε μια εξωτερική εταιρεία. Αποτελεί μέρος της καθημερινής λειτουργίας του μουσείου», σχολιάζει η Τατιάνα Αβέρωφ, διευθύντρια της Πινακοθήκης.




























