Γράφει ο Γεώργιος Βενιέρης
Παρίσι, τελευταίες ημέρες του Μαρτίου 1952. Ο Γάλλος συγγραφέας Κλοντ Ρουά φθάνει το βράδυ στο σπίτι του Πάμπλο Πικάσο, στην οδό Γκε-Λισάκ, και βρίσκει τον διάσημο Ισπανό ζωγράφο βαθιά συγκλονισμένο. Το πρόσωπό του είναι σφιγμένο και η όψη του μοιάζει γερασμένη, όπως τον περιγράφει αργότερα ο ίδιος. Οι βραδινές εφημερίδες έχουν μόλις αναγγείλει ότι ο Νίκος Μπελογιάννης και οι κομματικοί του σύντροφοι Δημήτρης Μπάτσης, Ηλίας Αργυριάδης και Νίκος Καλούμενος εκτελέστηκαν τα ξημερώματα στου Γουδή, υπό το φως των προβολέων στρατιωτικών οχημάτων. «Είναι σαν τη σκηνή στον πίνακα του Γκόγια, το ίδιο φρικτό», λέει ο Πικάσο, παραπέμποντας στη νυχτερινή εκτέλεση που αποτύπωσε ο ομοεθνής του ζωγράφος στην «3η Μαΐου 1808 στη Μαδρίτη».

Οι δύο άνδρες συμφωνούν ότι θα πρέπει να συνταχθεί ένα σύντομο κείμενο διαμαρτυρίας. Ο Πικάσο, γνωστός για τις αντιφασιστικές του αντιλήψεις αλλά και για το γεγονός ότι είχε προσχωρήσει στον κομμουνισμό, παραμένει βουβός και σφιγμένος από τη θλίψη. Ξαφνικά παίρνει το χαρτί, κατεβαίνει στο εργαστήριό του και επιστρέφει περίπου μισή ώρα αργότερα με ένα ολιγόλογο κείμενο, μια «κραυγή», όπως το χαρακτηρίζει ο Ρουά.
Τη σκηνή περιγράφει ο ίδιος ο Γάλλος συγγραφέας στο ημερολόγιό του, αποσπάσματα του οποίου δημοσιεύθηκαν το 1954 στο βιβλίο «Picasso: La Guerre et la Paix» («Πικάσο: Ο Πόλεμος και η Ειρήνη»). Ο Ρουά σημείωνε ακόμη πως ο Πικάσο είχε κινητοποιηθεί έντονα τις τελευταίες δεκαπέντε ημέρες, συμβάλλοντας στη διεθνή εκστρατεία για τη σωτηρία του Μπελογιάννη.
Στο φύλλο της 31ης Μαρτίου 1952, μία ημέρα μετά την εκτέλεση, η γαλλική εφημερίδα «L’Humanité» θα δημοσίευε ένα σκίτσο του Πικάσο. Ο καλλιτέχνης είχε φιλοτεχνήσει με ελάχιστες, καθαρές μαύρες γραμμές, το πρόσωπο, το χαμόγελο και το υψωμένο χέρι με το γαρύφαλλο του εκτελεσθέντος, έτσι όπως το είχε δει σε μια φωτογραφία από τη δίκη που είχε δημοσιευτεί στον Τύπο.
Το Μουσείο Casa Natal Picasso της Μάλαγας καταγράφει το έργο ως σχέδιο με μελάνι πάνω σε χαρτί, φιλοτεχνημένο το 1952 και βασισμένο σε δημοσιευμένη φωτογραφία. Το δε Εθνικό Μουσείο Πικάσο στο Παρίσι το αναφέρει με τον τίτλο «L’Homme à l’œillet» («Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο») και καταγράφει το πρωτότυπο ως έργο ιδιωτικής συλλογής. Την ίδια χρονιά το πορτρέτο τυπώνεται στην προμετωπίδα του βιβλίου «Meurtre à Athènes» («Δολοφονία στην Αθήνα»), που περιλαμβάνει κείμενα των Πιερ Κουρτάντ και Κλοντ Ρουά και πρόλογο του Πωλ Ελυάρ. Ο Πικάσο χρησιμοποιούσε εκείνη την περίοδο δημοσιευμένες φωτογραφίες ως πρότυπα για πορτρέτα αγωνιστών και άλλων προσώπων που συνδέονταν με τη γαλλική Αντίσταση ή με υποθέσεις τις οποίες πρόβαλλε το Κομμουνιστικό Κόμμα της Γαλλίας.

Το χρώμα του γαρύφαλλου
Η ασπρόμαυρη φωτογραφία που ενέπνευσε τον Πικάσο είχε τραβηχτεί λίγες εβδομάδες νωρίτερα, κατά τη δεύτερη δίκη του Νίκου Μπελογιάννη ενώπιον του Διαρκούς Στρατοδικείου Αθηνών, η οποία διεξήχθη από τις 15 Φεβρουαρίου έως την 1η Μαρτίου 1952. Το μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, που είχε διατελέσει πολιτικός επίτροπος του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, εικονίζεται χαμογελαστό, ντυμένο με κοστούμι και γραβάτα, κρατώντας ένα γαρύφαλλο κοντά στο πρόσωπό του. Στη συλλογική μνήμη το λουλούδι έχει καθιερωθεί ως κόκκινο γαρύφαλλο. Η ίδια η σύντροφος της ζωής του Ελλη Παππά, όμως, η οποία το είχε προσφέρει στον Μπελογιάννη, έχει δώσει διαφορετική περιγραφή.
Σε συνέντευξή της στην εκπομπή «Η μηχανή του χρόνου» το 2006 αναφέρει ότι «το γαρυφαλλάκι ήταν ροζ και μικρό, της φυλακής πράμα». Την ίδια χρονιά, μιλώντας στην εκπομπή «Μονόγραμμα», εξηγεί: «Ο Νίκος αγαπούσε τα λουλούδια. Στο Στρατοδικείο, μου δίνανε κι ένα λουλουδάκι για τον Νίκο και το πήγαινα. Εκείνη τη μέρα ήταν ένα γαρύφαλλο, το οποίο δεν ήταν μεγάλο ούτε κατακόκκινο, ήταν από αυτά… προς το ροζ τα γαρυφαλλάκια τα μικρά, που όμως μοσχοβολάνε. Ο Νίκος το χάρηκε γιατί μοσχοβόλαγε και το κρατούσε συνέχεια και το μύριζε». Το πραγματικό γαρύφαλλο ήταν, επομένως, μικρό και ροζ. Το έντονο κόκκινο χρώμα τού αποδόθηκε αργότερα, καθώς η εικόνα του Μπελογιάννη αποκτούσε ολοένα και ισχυρότερο πολιτικό συμβολισμό.
Ποιος έβγαλε τη φωτογραφία;
Πολύ δυσκολότερη είναι η απάντηση στο ερώτημα ποιος πάτησε το κλείστρο της φωτογραφικής μηχανής. Το πρωτότυπο αρνητικό δεν έχει εντοπιστεί, ενώ οι διαθέσιμες μαρτυρίες δείχνουν ότι περισσότεροι από ένας φωτογράφοι απαθανάτισαν σχεδόν ταυτόχρονα τον Μπελογιάννη με το γαρύφαλλο. Μία από τις βασικές εκδοχές οδηγεί στον Παναγιώτη Μήτσουρα, νεαρό τότε συνεργάτη του φωτογραφικού πρακτορείου «Ηνωμένοι Φωτορεπόρτερ», ο οποίος είχε σταλεί για να καλύψει τις δίκες των κομμουνιστών.
Ο γιος του, Νίκος Μήτσουρας, επίσης φωτογράφος, υποστηρίζει σε συνέντευξή του το 2019 στην ιστοσελίδα gazzetta.gr, ότι ο πατέρας του ήταν εκείνος που συνέλαβε και οργάνωσε τη φωτογραφία. «Ηταν φίλος με τον Μπελογιάννη και τον έστησε προκειμένου να βγει η συγκεκριμένη φωτογραφία. Η αλήθεια είναι πως δεν μας είχε πει πολλά γι’ αυτό. Η Ελλη Παππά, η σύντροφός του, είχε πει κάποτε ότι τη φωτογραφία την έβγαλε ο πατέρας μου. Ηθελε πάντα να είναι μπροστά από την εποχή και τους συναδέλφους του. Είχε σκεφτεί να χρησιμοποιήσει το γαρύφαλλο, αυτός το είχε πάρει στο δικαστήριο και το έδωσε στον Μπελογιάννη για να τον φωτογραφίσει. Δεν ήταν φυσικά τυχαία αυτή η φωτογραφία, αλλά έμπνευση του πατέρα μου», έχει αναφέρει ο Νίκος Μήτσουρας.
Το δεύτερο σκέλος αυτής της αφήγησης συγκρούεται ευθέως με τις επανειλημμένες μαρτυρίες της Ελλης Παππά, σύμφωνα με τις οποίες εκείνη έφερε το λουλούδι στο Στρατοδικείο και το πρόσφερε στον Μπελογιάννη. Η μαρτυρία της δεν αποκλείει, ωστόσο, τη συμμετοχή του Παναγιώτη Μήτσουρα στη λήψη της φωτογραφίας. Αντιθέτως, σε μεταγενέστερο κείμενό της τον κατονομάζει μαζί με έναν ακόμη φωτογράφο, τον Θωμόπουλο.
Στο γράμμα προς τον γιο της, το οποίο αρχίζει να γράφει στις φυλακές Αβέρωφ την παραμονή της εκτέλεσης και ολοκληρώνει το 1962, η Ελλη Παππά σημειώνει: «Οι ξένοι ανταποκριτές μάς κοιτάνε σαν δημοσιογραφικό τηλεγράφημα. Οι ντόπιοι δημοσιογράφοι πηγαινοέρχονται μ’ ενδιαφέρον, προσπαθούνε να μας πιάσουνε κουβέντα. Επικεφαλής ο Θωμόπουλος, που σ’ αυτόν χρωστάμε τη φωτογραφία με το γαρύφαλλο. Το είχα δώσει στον Νίκο (κάθε φορά του ’φερνα λουλούδια, τα φύλαγε όλα στη βαλίτσα του, εκεί είναι ακόμα…)». Το κείμενο δημοσιεύεται το 1976 στο βιβλίο «Εντολή» της Διδώς Σωτηρίου.
Στις μεταθανάτια δημοσιευμένες προσωπικές μαρτυρίες της Ελλης Παππά, οι οποίες περιλαμβάνονται στο βιβλίο «Μαρτυρίες μιας διαδρομής» που εξέδωσε το 2010 το Μουσείο Μπενάκη, εμφανίζεται πλέον και το όνομα του Παναγιώτη Μήτσουρα. Το χαρακτηριστικό απόσπασμα έχει ως εξής: «Οι αστυνομικοί μας ζώνουν ασφυκτικά. Ούτε να πλησιάσει κανείς απ’ τους δικούς μας. Αρχίζουνε οι μάρτυρες κατηγορίας, ταξίαρχοι και συνταγματαρχαίοι, μεγάλες φιγούρες. Οι στρατοδίκες, κατώτεροί τους στην ιεραρχία, τους κοιτάνε με θαυμασμό και δέος. Τα “πειστήρια” –ασύρματοι και τέτοια– απλωμένα σε εντυπωσιακή έκθεση. Τα μαγνητόφωνα δουλεύουνε, τα φλας δουλεύουνε. Οι ξένοι δημοσιογράφοι μας κοιτάνε με άδεια, ψυχρά μάτια. Δεν έχω δει πολλές φορές μάτια τόσο άδεια και ψυχρά. Σε κοιτάνε και νομίζεις πως δεν είσαι παρά ένα δημοσιογραφικό τελεγράφημα. Οι ντόπιοι δημοσιογράφοι, πιο ενδιαφερόμενοι, πηγαινόρχονται, προσπαθούνε να μας πιάσουνε κουβέντα. Επικεφαλής ο Θωμόπουλος, που σ’ αυτόν –και στον καλό τον Παναγιώτη Μήτσουρα– χρωστάμε τη φωτογραφία με το γαρύφαλλο. Το είχα δώσει στον Νίκο – και κάθε φορά του ’φερνα λουλούδια, τα φύλαγε όλα στη βαλίτσα του, εκεί είναι ακόμα. Σ’ ένα διάλειμμα, καθώς το μύριζε ο Νίκος, του λέει ο Θωμόπουλος: “Ωραίο το γαρύφαλλο!”. “Ναι”. “Μυρίζει όμορφα”. “Ναι”. “Είναι κι από χέρι!”. “Είναι!”. Αυτή τη στιγμή πήραν τα φλας».
Η χρήση του πληθυντικού –«πήραν τα φλας»– έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς δείχνει ότι τη συγκεκριμένη στιγμή φωτογράφισαν τον Μπελογιάννη περισσότεροι άνθρωποι. Σε τηλεοπτική μαρτυρία της η Παππά γίνεται ακόμη πιο σαφής, αναφέροντας ότι, ενώ ένας οπερατέρ συνομιλούσε με τον Μπελογιάννη, είχαν μπει στην αίθουσα και άλλοι φωτογράφοι, οι οποίοι απαθανάτισαν την ίδια σκηνή. Δεν υπήρχε, επομένως, απαραιτήτως ένα και μοναδικό καρέ, αλλά περισσότερες λήψεις της ίδιας στιγμής από διαφορετικούς φακούς.
Μία ακόμη εκδοχή καταγράφει ο συγγραφέας Βασίλης Ραφαηλίδης στο βιβλίο του «Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους 1830-1974», σύμφωνα με την οποία τη φωτογραφία τράβηξε ο Δήμος Σακελλαρίου, μαυροσκούφης του Αρη Βελουχιώτη και μετέπειτα διευθυντής φωτογραφίας της Φίνος Φιλμ. Η απόδοση αυτή, όμως, δεν συνοδεύεται από κάποια σύγχρονη τεκμηρίωση και δεν επιβεβαιώνεται από την Ελλη Παππά, η οποία βρισκόταν στην αίθουσα.
Με βάση τα στοιχεία που έχουν εντοπιστεί, λοιπόν, η ασφαλέστερη διατύπωση είναι ότι το ιστορικό ενσταντανέ δεν τραβήχτηκε μονάχα από ένα άτομο. Η Ελλη Παππά συνδέει ονομαστικά τη φωτογραφία με τον Θωμόπουλο και τον Παναγιώτη Μήτσουρα, χωρίς όμως να επιτρέπει την ασφαλή απόδοση του συγκεκριμένου καρέ που δημοσιεύθηκε στον Τύπο και έφθασε τελικά στα χέρια του Πικάσο.

Από την πρώτη καταδίκη στη δίκη των ασυρμάτων
Ο Μπελογιάννης είχε επιστρέψει παράνομα στην Ελλάδα τον Ιούνιο του 1950, με αποστολή να ανασυγκροτήσει τις οργανώσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, το οποίο είχε τεθεί εκτός νόμου από το 1947, στη διάρκεια του Εμφυλίου. Συνελήφθη στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους και παρέμεινε επί μήνες κρατούμενος. Η πρώτη δίκη του άρχισε στις 19 Οκτωβρίου 1951, μαζί με δεκάδες ακόμη κατηγορουμένους, βάσει του Αναγκαστικού Νόμου 509 του 1947, ο οποίος απαγόρευε το ΚΚΕ και ποινικοποιούσε τη δράση για την ανασυγκρότησή του. Στις 16 Νοεμβρίου το Εκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών καταδίκασε σε θάνατο δώδεκα κατηγορουμένους, ανάμεσά τους και τον Μπελογιάννη. Οι ποινές εκείνες δεν εκτελέστηκαν.
Τρεις μήνες αργότερα άρχισε η δεύτερη και κρισιμότερη δίκη, αυτή τη φορά με την κατηγορία της κατασκοπείας και με βασικό στοιχείο του κατηγορητηρίου δύο παράνομους ασυρμάτους που είχαν εντοπιστεί στην Καλλιθέα και στη Γλυφάδα. Στο εδώλιο κάθισαν συνολικά 29 κατηγορούμενοι, οι οποίοι δικάστηκαν με βάση τον Αναγκαστικό Νόμο 375 του 1936 «περί κατασκοπείας». Κατά το κατηγορητήριο, οι ασύρματοι χρησιμοποιούνταν για την επικοινωνία του παράνομου μηχανισμού του ΚΚΕ με την κομματική ηγεσία που βρισκόταν στο εξωτερικό. Ο Μπελογιάννης απέρριψε την κατηγορία ότι ενεργούσε ως κατάσκοπος και υποστήριξε ότι η δίωξή του είχε πολιτικά κίνητρα.
Η δεύτερη δίκη συνέπεσε με την επίσημη ένταξη της Ελλάδας στη Βορειοατλαντική Συμμαχία (ΝΑΤΟ), στις 18 Φεβρουαρίου 1952, και διεξήχθη στην κορύφωση του Ψυχρού Πολέμου. Το ΚΚΕ παρέμενε παράνομο, η ηγεσία του βρισκόταν στις χώρες του ανατολικού συνασπισμού και οι αρχές ασφαλείας υπήγαν την επικοινωνία μαζί της στον νόμο περί κατασκοπείας. Η κυβέρνηση του Κέντρου, με πρωθυπουργό τον Νικόλαο Πλαστήρα και ισχυρό κυβερνητικό εταίρο τον Σοφοκλή Βενιζέλο, ήταν κοινοβουλευτικά εύθραυστη και διχασμένη απέναντι στην πολιτική επιείκειας. Τα Ανάκτορα και ισχυροί κύκλοι του στρατού υπερασπίζονταν τη σκληρή αντικομμουνιστική γραμμή. Μετά την έναρξη του Πολέμου της Κορέας, η Ουάσιγκτον αντιμετώπιζε την επιείκεια ως ένδειξη αδυναμίας απέναντι στον Κομμουνισμό, ενώ ο Ελληνικός Συναγερμός του Αλέξανδρου Παπάγου κατηγορούσε την κυβέρνηση ότι δεν διέθετε την απαιτούμενη πυγμή.
Στις 29 Φεβρουαρίου ολοκληρώθηκαν οι αγορεύσεις των συνηγόρων και την επομένη, 1η Μαρτίου 1952, ανακοινώθηκε η απόφαση. Οκτώ κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν σε θάνατο. Ο Μπελογιάννης και ο Ηλίας Αργυριάδης καταδικάστηκαν δύο φορές σε θάνατο, ενώ θανατικές ποινές επιβλήθηκαν επίσης στον Δημήτρη Μπάτση, στον Νίκο Καλούμενο, στην Ελλη Ιωαννίδου (όπως καταγραφόταν η Ελλη Παππά στα δικαστικά έγγραφα) και σε ακόμη τρεις συγκατηγορουμένους τους. Για τον Μπελογιάννη επρόκειτο για τη δεύτερη καταδίκη του σε διάστημα μικρότερο των τεσσάρων μηνών.
Η διεθνής κινητοποίηση
Η απόφαση προκάλεσε αντιδράσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Ο Πάμπλο Πικάσο, ο Τσάρλι Τσάπλιν, ο Ζαν-Πολ Σαρτρ, ο Ζαν Κοκτό, ο Πωλ Ελυάρ, ο Λουί Αραγκόν και ο Σαρλ ντε Γκωλ ήταν ανάμεσα στα πρόσωπα που ζήτησαν να μην πραγματοποιηθούν οι εκτελέσεις. Κόμματα, συνδικάτα, ενώσεις συγγραφέων, κληρικοί και βουλευτές από διαφορετικούς πολιτικούς χώρους απέστειλαν ψηφίσματα και τηλεγραφήματα στην ελληνική κυβέρνηση και στον βασιλιά Παύλο. Φημολογείται ότι εστάλησαν περίπου 250.000 τηλεγραφήματα που ζητούσαν την αναστολή της θανατικής ποινής.

Η εκτέλεση στο φως των προβολέων
Οι εκκλήσεις δεν απέτρεψαν την εκτέλεση. Στο εσωτερικό της κυβέρνησης υπήρχαν υπουργοί που τάχθηκαν υπέρ της απονομής χάριτος, ανάμεσά τους ο υπουργός Δικαιοσύνης Δημήτριος Παπασπύρου και ο υπουργός Συντονισμού Γεώργιος Καρτάλης. Η προσπάθειά τους δεν επικράτησε. Η απόρριψη των αιτήσεων χάριτος από το Στέμμα και η στάση των Ηνωμένων Πολιτειών βάρυναν αποφασιστικά στην τελική έκβαση. Η κυβέρνηση Πλαστήρα, με τον πρωθυπουργό ήδη επιβαρυμένο από σοβαρά προβλήματα υγείας, δεν κατάφερε να ανακόψει την πορεία προς το εκτελεστικό απόσπασμα.
Τα ξημερώματα της Κυριακής 30 Μαρτίου 1952 ο Μπελογιάννης, ο οικονομολόγος Δημήτρης Μπάτσης, ο Νίκος Καλούμενος και ο Ηλίας Αργυριάδης μεταφέρθηκαν από τις φυλακές Καλλιθέας στον συνήθη τόπο εκτελέσεων στου Γουδή. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της «Κ» εκείνης της ημέρας, η δικαστική απόφαση διαβάστηκε στους τέσσερις άνδρες και το απόσπασμα της Χωροφυλακής άνοιξε πυρ στις 4.12 π.μ., υπό το φως των προβολέων των αυτοκινήτων καθώς ακόμη δεν είχε ανατείλει ο ήλιος. Η ίδια καταγραφή ανέφερε ότι κανένας τους δεν θέλησε να μιλήσει και πως οι σοροί μεταφέρθηκαν αμέσως στο Γ΄ Νεκροταφείο. Οι ποινές των άλλων τεσσάρων θανατοποινιτών μετατράπηκαν σε ισόβια.

Το ποίημα του Πικάσο για τον Μπελογιάννη
Κάτι τέλος που δεν γνωρίζουν πολλοί είναι πως ο Πικάσο, εκτός από το γνωστό σκίτσο, δημοσίευσε επίσης στην «Humanité» και το ποίημα «The glow of oil» («Η λάμψη του λαδιού»), το οποίο είναι εμπνευσμένο από την εκτέλεση του μέλους της ΚΕ του ΚΚΕ. Γράφει χαρακτηριστικά:
«…η λάμψη του λαδιού στα φανάρια που φωτίζουν τη μαγιάτικη νύχτα στη Μαδρίτη, τα ευγενικά πρόσωπα του λαού που πυροβολήθηκαν από τον άρπαγα ξένο στον πίνακα του Γκόγια είναι ο ίδιος κόκκος φρίκης που σπέρνουν με μια χούφτα προβολείς στο στήθος της Ελλάδας οι κυβερνήσεις που ζέχνουν φόβο και μίσος.
Ενα τεράστιο λευκό περιστέρι σκορπίζει πάνω από τη γη τον θυμό του πένθους του.
Παρίσι, 31 Μαρτίου 1952».




























