Ο Σιάντι είναι σχεδόν ογδόντα χρονών. Μένει στο δωμάτιο που έχει θέα τη λίμνη και το μπαλκόνι του χάνεται μέσα στην πυκνή βλάστηση των βουνών της Wayanad.
Η Wayanad είναι στην Κεράλα και η Κεράλα είναι μια πολιτεία της νότιας Ινδίας, με λίμνες ποτάμια, κανάλια και μαγευτική άγρια φύση. Την αποκαλούνε “Χώρα του Θεού” και η αλήθεια είναι πως η ομορφιά της αποπνέει μια γαλήνη θεική. Θα μείνουμε εδώ κάποιες μέρες στο πανδοχείο του Βάρκι και της Πίνας που το λένε “Varnam”, μας το σύστησε ο Σάτζι ο διευθυντής του άσραμ, είπε πως είναι έξι μικρά σπιτάκια κρυμμένα μέσα στο πράσινο και πως η Πίνα φτιάχνει τα πιο ωραία κάρι.

Μετά από μια τρίωρη οδική διαδρομή μέσα από δάση, φοινικόδεντρα και φυτείες καφέ, ο Σιάντι είναι η πρώτη παρουσία που συναντούμε μόλις φτάνουμε. Περιφέρεται στον κήπο, ανάμεσα στις δύο αιώρες, με ένα φλυτζάνι στο χέρι και με τα λευκά λιγοστά μαλλιά του να ανεμίζουν σε διάφορετικές κατευθύνσεις. Τα γαλάζια μικρά μάτια του περιεργάζονται από απόσταση την άφιξη μας μέχρι που τελικά αποφασίζει να μετακινήσει την λεπτή κορμοστασιά του προς το μέρος μας και να μας πλησιάσει. Ντυμένος με το παραδοσιακό ινδικό παρέο και ένα λινό πουκάμισο, απλώνει το χέρι, μας συστήνεται και μας καλωσορίζει όπως ένας οικοδεσπότης. Διαισθάνομαι αμέσως πως η παρουσία του θα γεμίσει πολλές σελίδες του ημερολογίου μου, τέτοια συναπαντήματα με συναρπάζουν, είναι άλλωστε ένας από τους λόγους που μ’αρέσουν τα ταξίδια. Αυτή η φαινομενική τυχαιότητα που φέρνει τους ανθρώπους μαζί και μόνο τυχαία δεν είναι, αφού για νάμαστε τώρα εδώ, στο ίδιο μέρος, τις ίδιες μέρες, έχουν ήδη προυπάρξει ένα σωρό συγχρωνισμοί και συμπτώσεις. Κι’αυτό εμπεριέχει κάτι καρμικό, κάποιο μήνυμα κρύβει, κάτι θέλει να σου πει το κάθε συναπάντημα, για σένα, για τον κόσμο, για την ζωή, για την ψυχή, ποιός ξέρει…
Ο Σιάντι έρχεται σ’ αυτό εδώ το μικρό πανδοχείο κάθε χρόνο τα τελευταία οκτώ χρόνια και διαλέγει πάντα το συγκεκριμένο δωμάτιο. Από εκεί, λέει, μπορεί να φωτογραφίζει πιο εύκολα τα παράξενα πουλιά που προσγειώνονται στα κλαδιά μπροστά του. Έχει μανία με δαύτα. Αγόρασε και ένα βιβλίο που συγκεντρώνει πληροφορίες για όλα τα πουλιά της Ινδίας και το διάβασε μονορούφι για να μπορεί, λέει, να ξεχωρίζει το καθένα από τα χρώματα και το κελάηδημα του.

Στο πανδοχείο του Βάρκι, φυλάει και την μηχανή του- ναί ακόμα οδηγεί μηχανή- μια μεγάλη παλιομοδίτικη μαύρη μοτοσυκλέτα με την οποία γυρνάει στην περιοχή και σταματάει όπου του κάνει κέφι. Τα πρωινά τα περνά καθισμένος στο μπαλκόνι του σε ένα ξύλινο τραπέζι—που το έχει μετατρέψει σε γραφείο— και γράφει στο κομπιούτερ του. Είναι μεταφραστής· μεταφράζει κυρίως κείμενα τέχνης και αρχιτεκτονικής. Εκείνο ωστόσο που θέλει πραγματικά να κάνει είναι να γράφει μόνο τις δικές του ιστορίες, που είναι μπόλικες —όπως είναι κάθε ανθρώπου που από νωρίς κατάλαβε ότι η ζωή είναι μια πολύτιμη περιπέτεια και τη ζει ως τέτοια.
Η Wayanad, για τον Σιάντι, είναι σαν το δεύτερο του σπίτι. Το πρώτο βρίσκεται σ’ ένα μικρό χωριό λίγο έξω από τη Σιένα στη Τοσκάνη. Δεν είναι Ιταλός —είναι Ουαλός— αλλά εκεί ζει, εκεί έκανε οικογένεια, εκεί βρίσκονται τα παιδιά του.
Στην Ινδία πρωτοήρθε στα 17 του μαζί με ένα φίλο του και με ελάχιστα χρήματα. “Υπήρξα αυθεντικός χίπης”, λέει και χαμογελάει παιγνιδιάρικα. Μας αποκαλύπτει μάλιστα πως για ένα διάστημα ήταν βοηθός του Osho, εκείνος τον βάφτισε Σιάντι, το πραγματικό του όνομα είναι Κρίστοφερ. Σιάντι στην ινδική φιλοσοφία σημαίνει ειρήνη, με την έννοια όμως της βαθύτερης εσωτερικής γαλήνης και της αρμονίας. Αναρωτιέμαι αν μέσα από όλα όσα είδε και έζησε κατάφερε τελικά να την κατακτήσει, αποφεύγω ωστόσο να τον ρωτήσω, προτιμώ να τον ακούω να αφηγείται χωρίς διακοπή. Και αυτό είναι που συμβαίνει τα απογεύματα εδώ στην Wayanad. Απλώνουμε στις αιώρες του κήπου και ακούμε τον Σιάντι να μας εξιστορεί περιστατικά από την συναρπαστική ζωή του, καθώς τριγύρω κελαιδούν τα παράξενα πουλιά της Ινδίας και από μακριά ακούγεται το σάλπισμα των ελεφάντων.

Μας λέει για τότε που διέσχιζε το Αφγανιστάν πάνω σε ένα άλογο. Και ύστερα όταν επιχείρησε να το πουλήσει στην υπαίθρια αγορά κάτω από τα καχύποπτα βλέμματα των ντόπιων. Ή για τις μέρες και τις νύχτες που του πήρε τα μυαλά μια εξωτική Ινδή κάπου σε μια παραλία της Γκόα. Μας περιγράφει τα σαπιοκάραβα με τα οποία ταξίδεψε για να φτάσει σε ένα σωρό ασιατικές χώρες που ονειρεύτηκε να πάει ή τις ατέλειωτες ώρες που έκανε ωτοστόπ διασχίζοντας την Ινδία από την μια άκρη στην άλλη. Μέχρι και για τον πύθωνα μας λέει, που κάποιοι αφήσαν μέσα σε ένα καλάθι έξω από το σπίτι του στην Πούνα, με το σημείωμα “μάθαμε πώς σου αρέσουνε τα φίδια”. Μας αφηγείται κι’ άλλα πολλά για το πώς ήτανε ο κόσμος τότε και πως είναι τώρα, πώς ήταν η χώρα τότε και πως είναι τώρα, χωρίς ωστόσο να νοσταλγεί, το αντίθετο, είναι σε διαρκή εγρήγορση για τα καινούργια.
Τις ιστορίες του άρχισε να τις γράφει ήδη σε βιβλίο, παράλληλα όμως γράφει και ένα άλλο, λέει, που δεν είναι βιωματικό αλλά για τις κάστες της Ινδίας. Το σύστημα αυτό παρότι έχει στο νόμο καταργηθεί, στην πράξη ακόμα επικρατεί και συνεχίζει να επηρεάζει και με το παραπάνω την κοινωνία. Ο Σιάντι το μισεί, αυτή την λέξη χρησιμοποιεί, είναι κατάφωρα άδικο, λέει και γι’ αυτό δηλώνει φανατικός θαυμαστής της Αρουντάτι Ρόι, που την γνώρισε κιόλας από κοντά. Είναι η σπουδαία Ινδή συγγραφέας που εναντιώνεται ανοιχτά στις κάστες και ασκεί έντονη κριτική στην σιωπή της ινδικής ελίτ απέναντι σ’ αυτές τις διακρίσεις.

Όταν ο Σιάντι κουραστεί να μιλά για τις περιπέτειες και τις πεποιθήσεις του, φέρνει την φωτογραφική μηχανή και μας δείχνει τις φωτογραφίες που τράβηξε, κυρίως αυτές των πουλιών και των βατράχων. Μας δείχνει και τις πιο παλιές από τα σαφάρι, με τους ελέφαντες και τα ελάφια και την τίγρη που την πέτυχε από καθαρή τύχη κρυμμένη πίσω από θάμνους. Επιμένει πως πρέπει οπωσδήποτε να πάμε σαφάρι μαζί του, ζητά επί τόπου από το Βάρκι να μας το κανονίσει, ξέρει, λέει και ποιος είναι ο καλύτερος οδηγός, εκείνον πρέπει να ζητήσουμε, ο Βάρκι συμφωνεί. Σε ελάχιστο χρόνο και ένα-δύο τηλεφωνήματα μετά, το σαφάρι κανονίζεται και ο Σιάντι ενθουσιάζεται όπως ένα μικρό παιδάκι.

Και κάπως έτσι, κάπου σε μια ορεινή περιοχή της Κεράλα, με πυκνά δάση, φυτείες καφέ, πιπεριού και κάρδαμου και ομίχλες που κατεβαίνουν χαμηλά πάνω από τις λίμνες και τους καταρράκτες και συνθέτουν ένα τοπίο βαθιάς ησυχίας, γινόμαστε φίλοι με ένα χίπη ογδόντα χρονών που ξέρει να σέβεται τα αινίγματα και να αφήνεται στην ροή των πραγμάτων. Όπως κάθε ωραία μειοψηφία.





























