Το δημοψήφισμα του 2016 για την αποχώρηση του Η.Β. από την Ε.Ε. αποτέλεσε ορόσημο. Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι η αποτίμηση των πολυεπίπεδων επιπτώσεών του. Η οικονομία του Η.Β. το 2016 παρουσίαζε μια, γενικά, ικανοποιητική εικόνα. Ωστόσο, η συμμετοχή της χώρας στους ευρωπαϊκούς θεσμούς ήταν πάντα ιδιόμορφη. Παρά την ενεργό παρουσία του, το Λονδίνο διατηρούσε σταθερή δυσπιστία στην πολιτική εμβάθυνση της Ένωσης, εξασφαλίζοντας σημαντικές εξαιρέσεις, με προεξέχουσα τη μη συμμετοχή στην Ευρωζώνη. Η επικράτηση του Brexit τροφοδοτήθηκε από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και μια εκστρατεία τύπου «Make America Great Again».
Η ρητορική της βασίστηκε στην αίσθηση αλλοίωσης της βρετανικής ταυτότητας λόγω των ανοιχτών συνόρων της Ε.Ε., ένα συναίσθημα που εργαλειοποιεί μέχρι σήμερα ο Νάιτζελ Φάρατζ. Μετά από χρονοβόρες διαπραγματεύσεις, οι δύο πλευρές οδηγήθηκαν σε χαλαρή σχέση, καθώς το Η.Β. απέκλεισε ακόμα και την επιλογή της Τελωνειακής Ένωσης. Οι υποστηρικτές του Brexit προέβλεπαν ότι η αποδέσμευση θα οδηγούσε σε αύξηση του ΑΕΠ, καλύτερες διμερείς εμπορικές συμφωνίες, αποτελεσματικό έλεγχο της μετανάστευσης, μείωση της φορολογίας και δημοσιονομικά οφέλη.
Αντίθετα, οι επικριτές προειδοποιούσαν για απώλεια τουλάχιστον 4% του ΑΕΠ και συρρίκνωση της γεωπολιτικής επιρροής της χώρας. Δέκα χρόνια μετά, τα δυσμενή σενάρια τείνουν να επιβεβαιώνονται με κάμψη του εμπορίου, των επενδύσεων, της παραγωγικότητας και μείωση του ΑΕΠ κατά 4-8%, αν και η διεθνής άνοδος χρέους και επιτοκίων δεν οφείλεται αποκλειστικά στο Brexit. Στις αρνητικές επιπτώσεις συγκαταλέγεται η έξοδος Ευρωπαίων εργαζομένων, παρά το γεγονός ότι το εγχώριο αντιμεταναστευτικό κλίμα εστιαζόταν κυρίως στην Ασία. Αντίθετα, ο τομέας των υπηρεσιών αποδείχθηκε ανθεκτικός και επηρεάστηκε λιγότερο. Σήμερα, το 50% των Βρετανών θεωρεί το Brexit λάθος και το 45% επιθυμεί επανένταξη, όμως η πολιτική διαχείριση παραμένει περίπλοκη.
Η κυβέρνηση των Εργατικών –υπό τον Κιρ Στάρμερ ή τον πιθανό διάδοχό του Άντι Μπέρναμ– επιδιώκει μια αναβαθμισμένη συμφωνία, αλλά αποφεύγει την επανένταξη ή την Τελωνειακή Ένωση λόγω εσωτερικών προκλήσεων. Την ίδια στιγμή, η αντιπολίτευση (Συντηρητικοί και Κόμμα Μεταρρύθμισης) δεν ευνοεί αναβάθμιση σχέσεων με τις Βρυξέλλες. Ταυτόχρονα, η Ε.Ε. απορρίπτει τις αποσπασματικές, ειδικές σχέσεις, προτιμώντας το πλαίσιο της Τελωνειακής Ένωσης ή μια δομημένη σχέση στα πρότυπα του ελβετικού μοντέλου. Πολλοί αναλυτές συγκλίνουν πλέον στο ότι τα οφέλη μιας απλής «αναβάθμισης» της υφιστάμενης σχέσης θα είναι αμελητέα για το Η.Β., υποδεικνύοντας ως μόνη ουσιαστική λύση την πλήρη επανένταξη. Εδώ όμως ανακύπτουν καίρια θέματα όπως: (α) κατά πόσον η επιστροφή θα πρέπει να αποφασιστεί μέσω της κοινοβουλευτικής οδού ή απαιτεί νέο δημοψήφισμα, (β) οι όροι της επιστροφής, δηλαδή κατά πόσο το Η.Β. θα διατηρήσει τα παλιά προνόμια και εξαιρέσεις, και (γ) το ευρωπαϊκό βέτο, εφόσον μια συμφωνία επανένταξης απαιτεί την ομόφωνη στήριξη και των 27 κρατών-μελών. Το συμπέρασμα είναι ότι, 10 χρόνια μετά, το Brexit αποδείχθηκε ένα εξαιρετικά δαπανηρό οικονομικό πείραμα, τα πολιτικά δεσμά του οποίου παραμένουν σχεδόν αδύνατο να λυθούν.
Ο Ανδρέας Χαραλάμπους και ο Ομηρος Πισσαρίδης είναι οικονομολόγοι και οι απόψεις που εκφράζουν είναι προσωπικές


