Στόχος των πρόσφατων επιθέσεων στη Θεσσαλονίκη, όπως και δεκάδων ανάλογων πράξεων «χαμηλής έντασης» βίας, που διαρκούν δεκαετίες ολόκληρες και εκπορεύονται από ομάδες του λεγόμενου αναρχικού χώρου, είναι να εκφοβίσουν, δηλαδή να τρομοκρατήσουν. Οι τραυματισμοί, ακόμη και οι θάνατοι, είναι τελικά αναπόφευκτες συνέπειες, όπως δυστυχώς συνέβη στην περίπτωση της Βάγιας Νέστορα. Προκύπτουν επομένως δύο ερωτήματα.
Τι άλλο εξυπηρετεί αυτή η δραστηριότητα; Και πώς επιτυγχάνει τέτοια διάρκεια; Πέρα από την τρομοκρατία, κύριος στόχος των επιθέσεων αυτών είναι η αναπαραγωγή των φορέων τους. Μέσα από τη δράση αυτή και άλλες αντίστοιχες (από τις καταλήψεις έως τους εκτεταμένους βανδαλισμούς των πόλεων), στρατολογούν νέα μέλη ώστε να υπηρετούν την επαναστατική τους φαντασίωση: την εκμετάλλευση κατάλληλων αφορμών όπως έγινε με την «εξέγερση» του ∆εκεμβρίου 2008 ή τις ταραχές της περιόδου 2010- 2012. Πώς όμως καταφέρνουν να δρουν ανενόχλητοι δεκαετίες ολόκληρες – το φαινόμενο είναι συστατικό στοιχείο της «κουλτούρας της Μεταπολίτευσης». Η απάντηση σε μία φράση: το κόστος της δράσης τους είναι σχεδόν μηδενικό. Οι δράστες δεν αντιμετωπίζουν σχεδόν ποτέ τις συνέπειες των πράξεών τους. Ενδεικτική είναι η περίπτωση της επίθεσης και διαπόμπευσης του πρύτανη του Οικονομικού Πανεπιστημίου ∆ημήτρη Μπουραντώνη, τον Οκτώβριο του 2020, που είχε προκαλέσει σοκ. Η αστυνομία είχε τότε ταυτοποιήσει οκτώ άτομα. Τελικά, μόνο τρεις από τους οκτώ δικάστηκαν φέτος τον Μάιο και αθωώθηκαν λόγω αμφιβολιών.
Με άλλα λόγια, οι δράστες της άθλιας αυτής ενέργειας κυκλοφορούν ελεύθεροι χωρίς να τους ενοχλεί κανείς – όπως άλλωστε και οι δράστες της Μαρφίν και τόσοι άλλοι. Εννοείται πως δεν θα ακούσετε την κατά τα άλλα υπερευαίσθητη Αριστερά να διαμαρτύρεται για την κραυγαλέα αυτή απουσία δικαιοσύνης. Πέρα από τις προσχηματικές καταδίκες των πιο ακραίων επιθέσεων, θεωρεί την τεράστια πλειονότητα των δράσεων αυτών ακτιβισμό και τους δράστες «ένοπλους συντρόφους». Υπερασπίζεται τους ελάχιστους που συλλαμβάνονται και τιμωρούνται, και τους αποδίδει ιδεολογική κάλυψη και τεράστια δημόσια προβολή. Αν σκαλίσει κανείς βαθύτερα θα διαπιστώσει εύκολα τη σύνδεση των επιθέσεων αυτών με τη λατρεία της σύγκρουσης, την εχθροπάθεια και το μίσος, που είναι συστατικά στοιχεία του λόγου της. Εδώ όμως προσεγγίζουμε και ένα ευρύτερο πρόβλημα, που ξεπερνά την πολιτική βία: την πλημμελή και ενίοτε ανύπαρκτη εφαρμογή του νόμου. Αφενός, ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας ανέχεται την αυθαιρεσία κάθε είδους, γιατί αυθαιρετεί το ίδιο.
Παράλληλα, την ανέχεται και το κράτος (και οι κυβερνήσεις της ∆εξιάς) γιατί, πέρα από τα οφέλη που προσπορίζεται, θεωρεί πως το κόστος της εφαρμογής του νόμου είναι μεγαλύτερο από όποιο κέρδος θα προέκυπτε. Αυτό προκύπτει ξεκάθαρα, εξάλλου, από τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε τους τρομοκράτες της «17 Νοέμβρη». Μακροπρόθεσμα το κόστος της επιλογής αυτής είναι τεράστιο. Ας σκεφθούμε μόνο πόσοι άνθρωποι θα είχαν αποφύγει έναν εντελώς άδικο θάνατο αν δεν είχε καθυστερήσει τόσο η εφαρμογή του νόμου για την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ. Το αν λοιπόν θα συνεχιστεί αυτό το καθεστώς της χαμηλής έντασης βίας εξαρτάται από το αν θα συνεχίσουν οι ομάδες αυτές να επωφελούνται από το προνόμιο της ασυλίας, που με τόση γαλαντομία τούς έχει παραχωρήσει το κράτος.
O κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης, κάτοχος της έδρας Gladstone στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.


