Eνας γρήγορος και ακανόνιστος καρδιακός παλμός (αρρυθμία) μπορεί να σας προκαλέσει το αίσθημα ότι η καρδιά σας χτυπάει πολύ γρήγορα ή τρεμοπαίζει. Μερικά άτομα δεν παρατηρούν αλλαγή στον ρυθμό ή στο μοτίβο, αλλά μπορεί να αισθάνονται ότι λαχανιάζουν ή είναι κουρασμένοι. Η κολπική μαρμαρυγή (ΚΜ), η πιο κοινή αρρυθμία της καρδιάς, μπορεί επίσης να αυξήσει τον κίνδυνο που διατρέχετε για εγκεφαλικό επεισόδιο. Για πολλούς ασθενείς με ΚΜ, τα φάρμακα αποτελούν βασικό στοιχείο της αγωγής τους. Οι καρδιολόγοι, όλο και συχνότερα, συνιστούν η έναρξη της αγωγής να ακολουθεί σχετικά άμεσα τη διάγνωση αντί για την αναμονή μέχρι την επιδείνωση της πάθησης.
«Όλο και περισσότερο συνειδητοποιούμε πως όσο νωρίτερα ξεκινήσουμε τη θεραπεία για ΚΜ, τόσο μεγαλύτερη επιτυχία έχουμε», λέει ο δρ Sunil Kapur, καρδιολόγος στο συνεργαζόμενο με το Χάρβαρντ Brigham and Women’s Hospital. Με την ΚΜ, τα επεισόδια είναι δυνατό να διαρκέσουν από λίγα δευτερόλεπτα μέχρι ώρες, ημέρες ή ακόμη περισσότερο. «Παραδείγματος χάριν, ένας ασθενής μπορεί να έχει ένα επεισόδιο που διήρκεσε μισή ώρα, αλλά αυτό δεν επανεμφανίζεται για έξι μήνες», λέει ο δρ Kapur. Όμως με την πάροδο του χρόνου η πάθηση τείνει να εξελίσσεται και τα επεισόδια γίνονται όλο και πιο συχνά. Διαβάστε τι χρειάζεται να γνωρίζετε για τα φάρμακα για την αντιμετώπιση της κολπικής μαρμαρυγής (βλ. «Τι είναι η καρδιακή αρρυθμία;»).
Πότε χρειάζεστε φάρμακα για την ΚΜ
Για όσους έχουν ενοχλητικά συμπτώματα, μπορούν να βοηθήσουν τα φάρμακα που επιβραδύνουν τον καρδιακό παλμό. Είναι γνωστά ως φάρμακα ελέγχου της καρδιακής συχνότητας και περιλαμβάνουν τους β-αποκλειστές και τους αποκλειστές διαύλων ασβεστίου. Κοινοί β-αποκλειστές είναι μεταξύ άλλων η ατενολόλη, η βισοπρολόλη και η μετοπρολόλη.
Οι αποκλειστές διαύλων ασβεστίου για την ΚΜ περιλαμβάνουν τη διλτιαζέμη και τη βεραπαμίλη. Ένα παλαιότερο φάρμακο, η διγοξίνη, επίσης επιβραδύνει την καρδιά. Μπορεί να είναι λιγότερο αποτελεσματικό και πιο επικίνδυνο από τους β-αποκλειστές και τους αποκλειστές διαύλων ασβεστίου, μπορεί όμως να αποτελεί μια επιλογή για εκείνους που δεν μπορούν να λάβουν τα παραπάνω φάρμακα.
Επιπλέον των φαρμάκων για τον έλεγχο της καρδιακής συχνότητας, οι ασθενείς με ΚΜ μπορούν επίσης να λάβουν αντιαρρυθμικά (βλ. παρακάτω). «Επίσης συνταγογραφούμε και τους δύο τύπους φαρμάκων σε άτομα χωρίς συμπτώματα, ώστε να προσπαθήσουμε να αποτρέψουμε την εξασθένηση του μυοκαρδίου ή την καρδιακή ανεπάρκεια από μια μακροχρόνια υψηλή καρδιακή συχνότητα», επισημαίνει ο δρ Kapur.

Αντιαρρυθμικά φάρμακα
Τα φάρμακα για τον έλεγχο της καρδιακής συχνότητας δεν είναι πάντοτε αποτελεσματικά σε άτομα με συμπτώματα ΚΜ, έτσι οι γιατροί ενδέχεται να συνταγογραφήσουν ένα φάρμακο που βοηθά στην αποκατάσταση του κανονικού ρυθμού της καρδιάς. Τα φάρμακα αυτά έχουν περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες από ό,τι τα φάρμακα για τον έλεγχο της καρδιακής συχνότητας, μεταξύ των οποίων και την πιθανή επιδείνωση των υφιστάμενων διαταραχών του ρυθμού ή την πρόκληση νέων. Κατά συνέπεια, ορισμένα απαιτούν προσεκτική παρακολούθηση στην αρχή, γεγονός που μπορεί να προϋποθέτει σύντομη νοσηλεία.
Τα αντιαρρυθμικά φάρμακα περιλαμβάνουν την αμιωδαρόνη, τη δισοπυραμίδη, την ντοφετιλίδη, τη δρονεδαρόνη και τη φλεκαϊνίδη.
Όταν αυτά τα φάρμακα είναι αναποτελεσματικά ή προκαλούν υπερβολικά πολλές παρενέργειες, άλλες επιλογές αποτελούν η ηλεκτρική καρδιομετατροπή ή καρδιοανάταξη (εφαρμογή ηλεκτρικού ρεύματος πάνω από την καρδιά για την αποκατάσταση του φυσιολογικού ρυθμού) ή μια επέμβαση που ονομάζεται κατάλυση με καθετήρα.
Αντιθρομβωτικά φάρμακα
Κατά τη διάρκεια ενός επεισοδίου ΚΜ, το αίμα έχει την τάση να λιμνάζει στο εσωτερικό των ανώτερων κοιλοτήτων της καρδιάς (κόλποι). Το γεγονός αυτό αυξάνει την πιθανότητα σχηματισμού θρόμβων, οι οποίοι μπορούν στη συνέχεια να μετακινηθούν προς τον εγκέφαλο και να προκαλέσουν εγκεφαλικό επεισόδιο. Ως αποτέλεσμα, τα περισσότερα άτομα με ΚΜ λαμβάνουν φάρμακα (γνωστά ως αντιπηκτικά) για την πρόληψη της θρόμβωσης. Συνήθως πρόκειται για ένα από τα νέα από στόματος αντιθρομβωτικά (NOACs), στα οποία συγκαταλέγονται η απιξαμπάνη, η δαβιγατράνη, η εδοξαβάνη και η ριβαροξαβάνη.
Eνα παλαιότερο φάρμακο, η βαρφαρίνη, επίσης συμβάλλει στην πρόληψη των θρόμβων, αλλά απαιτεί συχνή παρακολούθηση και μπορεί να έχει επικίνδυνες αλληλεπιδράσεις με αρκετές τροφές και άλλα φάρμακα. Λόγω του ότι τα NOAC είναι πιο εύχρηστα, συνιστώνται έναντι της βαρφαρίνης με ορισμένες εξαιρέσεις, μεταξύ των οποίων στα άτομα που έχουν μηχανική καρδιά και σε εκείνα με μέτρια έως σοβαρή στένωση της μιτροειδούς βαλβίδας. Γι’ αυτούς, η βαρφαρίνη παραμένει η καλύτερη επιλογή.
Τι είναι η καρδιακή αρρυθμία;
Φυσιολογικά, η καρδιά σας χτυπά σε έναν σταθερό, κανονικό ρυθμό με περίπου 60 έως 100 παλμούς το λεπτό (bpm). Όμως, εάν τα ηλεκτρικά σήματα που στέλνουν στην καρδιά σας την εντολή να συσταλεί δεν είναι σωστά, ο καρδιακός παλμός σας μπορεί να γίνει πολύ αργός, πολύ γρήγορος ή ακανόνιστος. Οι ανωμαλίες αυτές, γνωστές ως αρρυθμίες, συνήθως εντάσσονται σε δύο κατηγορίες: βραδυκαρδία (ελαττωμένη καρδιακή συχνότητα, μικρότερη από 60 bpm) και ταχυκαρδία (αυξημένη καρδιακή συχνότητα, μεγαλύτερη από 100 bpm).
Η ταχυκαρδία περιλαμβάνει δύο κύριες μορφές: έναν γρήγορο αλλά κανονικό ρυθμό, που ονομάζεται υπερκοιλιακή ταχυκαρδία (SVT), και έναν γρήγορο, ακανόνιστο ρυθμό, γνωστό ως κολπική μαρμαρυγή (ΚΜ).
Παρότι η βραδυκαρδία δεν είναι ασυνήθιστη στους ηλικιωμένους, η θεραπεία μπορεί να απαιτεί τη χρήση βηματοδότη αντί φαρμάκων. Η SVT είναι λιγότερο συχνή και προσβάλλει λιγότερα από τρία στα 1.000 άτομα. Η συχνότητα εμφάνισης της ΚΜ είναι μεγαλύτερη με την ηλικία και προσβάλλει περίπου ένα στα 11 άτομα άνω των 65 ετών.
Πηγή: Harvard Health Publishing




























