Kathimerini.gr
Την εξάρθρωση εγκληματικής οργάνωσης, τα μέλη της οποίας κατηγορούνται πως εξαπατούσαν συστηματικά το Δημόσιο και φέρεται να συσσώρευαν οφειλές δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ ανακοίνωσε επίσημα η ΕΛ.ΑΣ. για την υπόθεση «Χωριάτικο».
Σύμφωνα με την ανακοίνωση, η οργάνωση είχε δημιουργήσει δίκτυο 430 αλληλοσυνδεόμενων εταιρειών, από τις οποίες οι 340 φέρεται να χρησιμοποιούνταν για την αποφυγή φορολογικών, ασφαλιστικών και άλλων οικονομικών υποχρεώσεων. Η ζημία προς το Δημόσιο και τον e-ΕΦΚΑ υπολογίζεται σε σχεδόν 77 εκατομμύρια ευρώ.
Στη δικογραφία περιλαμβάνονται 149 κατηγορούμενοι, ενώ κατά την επιχείρηση συνελήφθησαν 59 άτομα.
Από τις Αρχές κατασχέθηκαν μετρητά άνω των 500.000 ευρώ, supercars, πανάκριβα ρολόγια και κοσμήματα, επώνυμες τσάντες και άλλα πολυτελή αντικείμενα.
Μετά τις πρώτες απολογίες, επτά κατηγορούμενοι κρίθηκαν προσωρινά κρατούμενοι, ανάμεσά τους ο Αγγελος Γιαννακόπουλος που φέρεται ως αρχηγικό μέλος, ενώ ο γιος του αφέθηκε ελεύθερος με περιοριστικούς όρους και εγγύηση 20.000 ευρώ. Αυτή την ώρα είναι σε εξέλιξη οι απολογίες ακόμη 29 κατηγορουμένων.
Η ανακοίνωση της ΕΛ.ΑΣ.
Από τη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος εξαρθρώθηκε εγκληματική οργάνωση, τα μέλη της οποίας δραστηριοποιούνταν συστηματικά στη διάπραξη απατών σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, στη διακεκριμένη φοροδιαφυγή, στην πλαστογραφία και στη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
Για την αποδόμηση της οργάνωσης πραγματοποιήθηκε, από την Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2026, ευρείας κλίμακας αστυνομική επιχείρηση σε περιοχές της Αττικής, της Ρόδου, της Μυκόνου, των Ιωαννίνων, του Αγρινίου, της Ζακύνθου, της Τρίπολης, της Πάτρας και της Κορίνθου.
Κατά την επιχείρηση συνελήφθησαν 59 άτομα, μεταξύ των οποίων και το αρχηγικό μέλος της οργάνωσης, ενώ στη δικογραφία που σχηματίστηκε περιλαμβάνονται συνολικά 149 κατηγορούμενοι.
Η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε από Υπηρεσίες της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος που εδρεύουν σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Κρήτη, με τη συμμετοχή και συνδρομή αστυνομικών Υπηρεσιών της Αττικής και της περιφέρειας, της Ειδικής Κατασταλτικής Αντιτρομοκρατικής Μονάδας (ΕΚΑΜ), της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών και του Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής.
Πώς δρούσε το κύκλωμα
Ως προς τον τρόπο δράσης της οργάνωσης, από την πολύμηνη και εμπεριστατωμένη έρευνα προέκυψε ότι δραστηριοποιούνταν τουλάχιστον από το έτος 2016, έχοντας αναπτύξει ένα πολυσύνθετο δίκτυο επιχειρήσεων σε Αττική, Ρόδο, Μύκονο, Λάρισα και Κόρινθο, καθώς και οικονομικές και επιχειρησιακές διασυνδέσεις στη Βουλγαρία, την Ιρλανδία και τη Δανία.
Ειδικότερα, τα μέλη της είχαν δημιουργήσει και αξιοποιούσαν 430 αλληλοσυνδεόμενα εταιρικά σχήματα, εκ των οποίων 340 χρησιμοποιούνταν στο πλαίσιο οργανωμένου μηχανισμού συστηματικής αποφυγής φορολογικών, ασφαλιστικών και λοιπών οικονομικών υποχρεώσεων.
Οι εταιρείες αυτές εμφανίζονταν ως ανεξάρτητες επιχειρηματικές οντότητες, ενώ στην πραγματικότητα τελούσαν υπό τον έλεγχο των ίδιων προσώπων, τα οποία απέκρυπταν την πραγματική τους ιδιότητα, χρησιμοποιώντας ως διαχειριστές και νόμιμους εκπροσώπους παρένθετα πρόσωπα, τους λεγόμενους αχυρανθρώπους.
Το επιχειρηματικό δίκτυο εκτεινόταν σε κλάδους με υψηλό κύκλο εργασιών, όπως νυχτερινά κέντρα διασκέδασης, επιχειρήσεις εστίασης, beach bars, ξενοδοχειακές μονάδες, ταξιδιωτικά γραφεία, αρτοποιεία, επιχειρήσεις ζαχαροπλαστικής και καταστήματα ψυχαγωγίας ενηλίκων.
Κεντρικό στοιχείο του τρόπου δράσης της οργάνωσης αποτελούσαν η συστηματική συσσώρευση οφειλών προς το Ελληνικό Δημόσιο, ασφαλιστικούς φορείς και Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, και η διαδοχική αντικατάσταση των εταιρειών που τις δημιουργούσαν από νέες επιχειρηματικές οντότητες, οι οποίες συνέχιζαν την ίδια δραστηριότητα υπό τον έλεγχο των ίδιων πραγματικών διαχειριστών.
Από πού προέρχονται οι οφειλές
Ειδικότερα, οι οφειλές προέρχονταν, μεταξύ άλλων, από:
- τη συστηματική μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών
- τη μη εξόφληση βεβαιωμένων φορολογικών υποχρεώσεων, όπως ΦΠΑ και φόρου εισοδήματος
- τη μη καταβολή μισθωμάτων προς Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και την Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου (ΕΤΑΔ Α.Ε.), από συμβάσεις παραχώρησης τμημάτων αιγιαλού και παραλίας
- τη μη απόδοση παρακρατούμενων φόρων επί της μισθοδοσίας του προσωπικού και
- τη μη επιστροφή οικονομικών ενισχύσεων που είχαν χορηγηθεί με τη μορφή επιστρεπτέας προκαταβολής.
Αξιοσημείωτο είναι ότι, σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, η μη καταβολή των οικονομικών υποχρεώσεων δεν οφειλόταν σε πραγματική οικονομική αδυναμία των επιχειρήσεων, αλλά αποτελούσε συνειδητή επιλογή, ενταγμένη στον συνολικό σχεδιασμό της εγκληματικής οργάνωσης.
Ειδικότερα, παρά τη συσσώρευση σημαντικών οφειλών, διαπιστώθηκαν εκτεταμένες αναλήψεις χρηματικών ποσών από εταιρικούς τραπεζικούς λογαριασμούς, πολυάριθμες διατραπεζικές μεταφορές μεταξύ συνδεδεμένων εταιρειών, χορηγήσεις άτοκων και μακροχρόνιων δανείων, καθώς και καταβολές ιδιαίτερα υψηλών αποζημιώσεων απόλυσης σε βασικά μέλη της οργάνωσης, τα οποία εμφανίζονταν προσχηματικά ως εργαζόμενοι για σύντομα χρονικά διαστήματα.
Ενδεικτικά, στο πλαίσιο της έρευνας εντοπίστηκε περίπτωση δήλωσης αποζημίωσης απόλυσης ύψους περίπου 1,2 εκατομμυρίου ευρώ.
Παράλληλα, τα μέλη της οργάνωσης προχωρούσαν σε συνεχή επέκταση των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων, απόκτηση ακινήτων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, αγορά πολυτελών οχημάτων και επενδύσεις σε χρηματοοικονομικά προϊόντα, εμφανίζοντας τρόπο διαβίωσης δυσανάλογο προς τα δηλωθέντα εισοδήματά τους.
Με τη συγκεκριμένη μεθοδολογία, οι πραγματικοί διαχειριστές διατηρούσαν τον έλεγχο των επιχειρήσεων και των οικονομικών τους δραστηριοτήτων, ενώ οι οφειλές παρέμεναν σε εταιρείες χωρίς ουσιαστική δυνατότητα αποπληρωμής.
Οταν οι εταιρείες αυτές συσσώρευαν σημαντικά χρέη, αντικαθίσταντο από νέες, οι οποίες συνέχιζαν την ίδια επιχειρηματική δραστηριότητα. Με τον τρόπο αυτό, τα μέτρα είσπραξης των αρμόδιων Αρχών στρέφονταν κατά εταιρειών-«κελυφών», καθιστώντας ιδιαίτερα δυσχερή την ικανοποίηση των οικονομικών απαιτήσεων του Δημοσίου και των λοιπών φορέων.
Ταυτόχρονα, μέσω της χρησιμοποίησης παρένθετων προσώπων ως τυπικών διαχειριστών, οι πραγματικοί υπεύθυνοι απέκρυπταν την ταυτότητά τους, ενώ οι φορολογικές, ασφαλιστικές και λοιπές διοικητικές Αρχές εμφανίζονταν να συναλλάσσονται με διαφορετικές και δήθεν ανεξάρτητες επιχειρήσεις.
Στην πραγματικότητα, όμως, οι επιχειρήσεις αυτές αποτελούσαν διαδοχικούς κρίκους του ίδιου επιχειρηματικού δικτύου, υπό κοινή αφανή διοίκηση, γεγονός που επέτρεπε στην οργάνωση να συνεχίζει απρόσκοπτα τη δραστηριότητά της, αποφεύγοντας συστηματικά την εκπλήρωση των οικονομικών της υποχρεώσεων.
Για την υποστήριξη του μηχανισμού αυτού, χρησιμοποιούνταν 32 διευθύνσεις στην Αττική ως κοινές, εικονικές εταιρικές έδρες, ενώ καταρτίζονταν έγγραφα, εξουσιοδοτήσεις και λοιπά δικαιολογητικά για τη σύσταση, λειτουργία και διαχείριση των επιχειρήσεων.
Παράλληλα, αξιοποιούνταν τραπεζικοί λογαριασμοί στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, τερματικές συσκευές POS, διατραπεζικές μεταφορές και εικονικές συναλλαγές μεταξύ εταιρειών του δικτύου, με σκοπό την απόκρυψη οικονομικών ροών, πραγματικών δικαιούχων και φορολογητέας ύλης.
Με τις πρακτικές αυτές επιδιωκόταν η απόκρυψη πραγματικών εσόδων και η εμφάνιση μειωμένης φορολογητέας ύλης, περιορίζοντας τεχνητά τις φορολογικές υποχρεώσεις των επιχειρήσεων. Επιπλέον, με τον τρόπο αυτό, η εγκληματική οργάνωση εξασφάλιζε και αθέμιτο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι των επιχειρήσεων που εκπλήρωναν τις φορολογικές και ασφαλιστικές τους υποχρεώσεις, καθώς μπορούσε να επεκτείνει διαρκώς τις δραστηριότητές της και να διεκδικεί μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς.
Ως προς την εσωτερική δομή της οργάνωσης, διαπιστώθηκε ότι διέθετε συγκεκριμένη ιεραρχία, κατανομή ρόλων και διακριτούς μηχανισμούς διοικητικής, λογιστικής και οικονομικής υποστήριξης.
Συγκεκριμένα, η οργάνωση αποτελούνταν από:
- το αρχηγικό μέλος, το οποίο ασκούσε τον κεντρικό έλεγχο και καθοδηγούσε την επιχειρηματική και οικονομική δραστηριότητα
- τους άτυπους συνεταίρους, οι οποίοι συμμετείχαν αφανώς στα επιχειρηματικά σχήματα και λάμβαναν ποσοστά επί των οικονομικών αποτελεσμάτων, που κυμαίνονταν, κατά περίπτωση, από 20% έως 25%
- τον κεντρικό επιχειρησιακό πυρήνα, τα μέλη του οποίου αναλάμβαναν τη σύσταση εταιρειών, την εξεύρεση παρένθετων διαχειριστών, τη διαχείριση οικονομικών συναλλαγών και την οργάνωση του εταιρικού δικτύου
- τους περιφερειακούς λειτουργικούς κόμβους, σε Αττική, Ρόδο και Μύκονο, οι οποίοι παρείχαν λογιστική, φορολογική, ασφαλιστική και διοικητική υποστήριξη στις συνδεδεμένες επιχειρήσεις και
- τα παρένθετα πρόσωπα, τα οποία εμφανίζονταν ως νόμιμοι εκπρόσωποι ή διαχειριστές, χωρίς να ασκούν ουσιαστικό έλεγχο στη λειτουργία των εταιρειών.
Τα παρένθετα πρόσωπα επιλέγονταν, σε αρκετές περιπτώσεις, από οικονομικά ευάλωτες κοινωνικές ομάδες και, έναντι χρηματικού ανταλλάγματος, παραχωρούσαν τα στοιχεία τους ή συμμετείχαν σε τυπικές διαδικασίες σύστασης και διαχείρισης επιχειρήσεων.
Από την έρευνα προέκυψε, επίσης, ότι για τη συγκρότηση ορισμένων εταιρικών σχημάτων είχαν χρησιμοποιηθεί στοιχεία ταυτότητας προσώπων τα οποία δεν αντιστοιχούσαν σε υπαρκτά φυσικά πρόσωπα.
Πόσο ζημιώθηκε το Δημόσιο
Σε ό,τι αφορά την οικονομική διάσταση της εγκληματικής δραστηριότητας, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων και του e-ΕΦΚΑ, η ζημία από τη συστηματική μη καταβολή οικονομικών υποχρεώσεων ανέρχεται συνολικά σε 76.960.295,42 ευρώ, χωρίς τις προσαυξήσεις.
Από το ποσό αυτό:
- 38.177.451,83 ευρώ αφορούν βασικές ληξιπρόθεσμες οφειλές.
- 38.782.843,59 ευρώ αφορούν οφειλές προς τον e-ΕΦΚΑ.
Επιπλέον, το συνολικό ύψος των καταγεγραμμένων απαιτητών οφειλών των εταιρειών, για τις οποίες εντοπίστηκαν οικονομικά στοιχεία, διαμορφώνεται σε 95.557.335,09 ευρώ, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία του Σεπτεμβρίου 2026.
Περαιτέρω, από δειγματοληπτικούς οικονομικούς και φορολογικούς ελέγχους που πραγματοποιήθηκαν σε επιχειρήσεις της Αττικής, της Μυκόνου και της Ρόδου, για φορολογικές χρήσεις από το 2020 έως το 2025, προέκυψαν ενδείξεις απόκρυψης εκτιμώμενων καθαρών κερδών ύψους 30.519.402,73 ευρώ, καθώς και μη δηλωθεισών ή αποκρυβεισών φορολογητέων εκροών ύψους 43.295.172,62 ευρώ.
Από τους μέχρι σήμερα φορολογικούς ελέγχους έχουν προσδιοριστεί 26 περιπτώσεις κακουργηματικής φοροδιαφυγής, ενώ τα σχετικά ποσά φόρων και η επιπλέον περίπτωση για την οποία έχει υποβληθεί μηνυτήρια αναφορά ανέρχονται συνολικά σε 11.757.434,91 ευρώ, με τους ελέγχους να βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη.
Από την ανάλυση των οικονομικών δεδομένων προέκυψαν, επίσης, ενδείξεις νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, μέσω απόκτησης και μεταβίβασης ακινήτων μεγάλης αξίας, αγορών πολυτελών οχημάτων, τραπεζικών συναλλαγών, εικονικών δανειακών συμβάσεων και μεταφορών κεφαλαίων μεταξύ συνδεδεμένων εταιρειών.
Ενδεικτικά, εντοπίστηκαν συναλλαγές που αφορούσαν ακίνητα αξίας εκατοντάδων χιλιάδων έως και εκατομμυρίων ευρώ, καθώς και αγορές πολυτελών οχημάτων αξίας έως 665.500 ευρώ.
Τα ευρήματα που κατασχέθηκαν
Στο πλαίσιο των ερευνών, που πραγματοποιήθηκαν σε οικίες, γραφεία, καταστήματα, επαγγελματικές εγκαταστάσεις και οχήματα, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν, μεταξύ άλλων:
- χρηματικά ποσά σε ευρώ και ξένα νομίσματα, συνολικής αξίας 528.687,38 ευρώ, καθώς και 2 επιταγές συνολικής ονομαστικής αξίας 70.000 ευρώ
- 18 οχήματα, εκ των οποίων 12 αυτοκίνητα και 6 δίκυκλα
- επώνυμες τσάντες εκτιμώμενης συνολικής αξίας 155.000 ευρώ
- ρολόγια και κοσμήματα εκτιμώμενης συνολικής αξίας 500.000 ευρώ
- 15 νομίσματα χρυσού χρώματος
- πλήθος εταιρικών σφραγίδων, τραπεζικών καρτών, συσκευών POS και μηχανημάτων καταμέτρησης χρημάτων
- κινητά τηλέφωνα, κάρτες SIM, ηλεκτρονικοί υπολογιστές, συσκευές tablet, σκληροί δίσκοι και λοιπά ψηφιακά μέσα αποθήκευσης δεδομένων
- ιδιόχειρες σημειώσεις, σημειωματάρια και καταστάσεις με στοιχεία εταιρειών, φυσικών προσώπων, ποσοστά συμμετοχής, εισπράξεις, πληρωμές και οικονομικές συναλλαγές
- 2 πτυσσόμενες μεταλλικές ράβδοι και 1 μεταλλική σιδερογροθιά
- μικροποσότητα ακατέργαστης κάνναβης.
Σημειώνεται ότι για τη συλλογή και τη διασφάλιση ψηφιακών πειστηρίων στα λογιστικά γραφεία παρασχέθηκε τεχνική υποστήριξη από ειδικό κλιμάκιο της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών.
Επιπλέον, στο πλαίσιο προγενέστερης έρευνας που πραγματοποιήθηκε την 27η Αυγούστου 2026 σε λογιστικό γραφείο της Ρόδου από στελέχη του Λιμενικού Σώματος-Ελληνικής Ακτοφυλακής, είχαν κατασχεθεί επιπλέον 949.658,38 ευρώ, καθώς και κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία που συσχετίστηκαν με την παρούσα υπόθεση.
Δεσμεύτηκαν άμεσα χρηματικά ποσά συνολικού ύψους 5.208.011,16 ευρώ σε τραπεζικούς λογαριασμούς που συνδέονται με την ερευνώμενη δραστηριότητα, ενώ εκκρεμεί η ολοκλήρωση της διαδικασίας συγκέντρωσης στοιχείων από τα πιστωτικά ιδρύματα.
Η Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες προχώρησε σε δέσμευση 130 τραπεζικών λογαριασμών νομικών προσώπων και 213 λογαριασμών φυσικών προσώπων.
Για τη διερεύνηση της υπόθεσης υπήρξε στενή συνεργασία με την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, τον e-ΕΦΚΑ., την Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και πιστωτικά ιδρύματα.
Παράλληλα, η έρευνα υποστηρίχθηκε από την Υπηρεσία Εσωτερικής Ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών (Homeland Security Investigations-HSI), τη βρετανική φορολογική και τελωνειακή υπηρεσία (HM Revenue & Customs-HMRC), ενώ συνέδραμε και η μη κυβερνητική οργάνωση OUR RESCUE.
Σε βάρος των κατηγορουμένων σχηματίστηκε δικογραφία για εγκληματική οργάνωση, διακεκριμένη απάτη σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, διακεκριμένη πλαστογραφία, φοροδιαφυγή, μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, καθώς και για λοιπά αδικήματα, κατά περίπτωση.
Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στην αρμόδια εισαγγελική Αρχή και παραπέμφθηκαν σε ανακριτές, ενώ οι έρευνες για την πλήρη αποτύπωση της εγκληματικής δραστηριότητας και τη διερεύνηση των οικονομικών συναλλαγών συνεχίζονται.




























