ΠΗΓΗ: ΒΒC
Ενα τμήμα του πυραύλου Falcon 9 της SpaceX συνετρίβη στη Σελήνη με ταχύτητα περίπου 8.700 χλμ./ώρα, δημιουργώντας έναν νέο κρατήρα πιθανώς κοντά σε αυτόν του Αϊνστάιν. Η πρόσκρουση, αν και τυχαία, θεωρείται από τους επιστήμονες μια σπάνια ερευνητική ευκαιρία που θα μπορούσε να συμβάλει στον σχεδιασμό μελλοντικών αποστολών στη Σελήνη.
Η σύντομη αλλά εντυπωσιακή λάμψη που προκάλεσε η σύγκρουση ήταν σχεδόν αδύνατο να παρατηρηθεί από ερασιτέχνες αστρονόμους, ακόμη και με σύγχρονα τηλεσκόπια. Ωστόσο, μεγάλα αστεροσκοπεία στις ΗΠΑ συλλέγουν και αναλύουν δεδομένα.
Εκτόξευση πυραύλου Falcon 9 – Φωτ.: Reuters
Μπορεί να χρειαστούν ημέρες ή ακόμη και εβδομάδες μέχρι να αποσαφηνιστεί πλήρως τι ακριβώς συνέβη και ποια επιστημονικά συμπεράσματα μπορούν να εξαχθούν από την πρόσκρουση. Για τους αστρογεωλόγους, πάντως, η σύγκρουση αποτελεί ένα απρόσμενο επιστημονικό «δώρο».
Ο Falcon 9 είναι ένας επαναχρησιμοποιούμενος πύραυλος, σχεδιασμένος ώστε μέρος του να επιστρέφει στη Γη, ενώ άλλα τμήματά του αποδεσμεύονται στο Διάστημα. Το συγκεκριμένο τμήμα εκτοξεύθηκε από τη Φλόριντα τον Ιανουάριο του 2025, μεταφέροντας δύο σεληνιακά σκάφη. Αφού ολοκλήρωσε επιτυχώς την αποστολή του, παρέμεινε σε μια ιδιαίτερα ελλειπτική τροχιά γύρω από τη Γη και τη Σελήνη.
Το τμήμα του πυραύλου, με μέγεθος περίπου όσο ένα πενταώροφο κτίριο και βάρος τουλάχιστον 4.000 κιλών, συνέχισε να κινείται ανεξέλεγκτα στο Διάστημα. Στη διάρκεια των επόμενων 18 μηνών, οι βαρυτικές αλληλεπιδράσεις της Γης, της Σελήνης και του Ηλιου άλλαξαν σταδιακά την τροχιά του, θέτοντάς το τελικά σε πορεία σύγκρουσης με τη Σελήνη. Οι αστρονόμοι που παρακολουθούσαν το αντικείμενο διαπίστωσαν ότι επιτάχυνε σταδιακά, μέχρι που η πρόσκρουση σημειώθηκε το πρωί της Τετάρτης.
Το σημείο όπου βρίσκεται ο κρατήρας Αϊνστάιν – Φωτ.: BBC
Η πιθανότητα, για κάποιον ερασιτέχνη φωτογράφο, να καταγράψει τη λάμψη της σύγκρουσης ήταν πολύ μικρή, καθώς διήρκεσε μόλις ένα κλάσμα του δευτερολέπτου. Ενα σύννεφο σκόνης, ωστόσο, εκτιμάται ότι επεκτάθηκε έως και 100 χιλιόμετρα και παρέμεινε ορατό για αρκετά λεπτά.
Ακόμη και τα διαστημικά σκάφη όμως που βρίσκονται σε τροχιά γύρω από τη Σελήνη δεν βρίσκονταν στη σωστή θέση τη σωστή στιγμή για να παρακολουθήσουν τη σύγκρουση ζωντανά. Τις περισσότερες πιθανότητες είχε ο νοτιοκορεατικός δορυφόρος Danuri, ο οποίος είχε περάσει από την περιοχή λίγο νωρίτερα. Η ομάδα της αποστολής ανακοίνωσε ότι τυχόν οπτικό υλικό θα δημοσιοποιηθεί μόνο μετά την ολοκλήρωση της επιστημονικής ανάλυσης.
Τις επόμενες ημέρες, ο Lunar Reconnaissance Orbiter της NASA αναμένεται να φωτογραφίσει την περιοχή, επιτρέποντας στους επιστήμονες να συγκρίνουν εικόνες πριν και μετά την πρόσκρουση.
Ο κρατήρας Αϊνστάιν έχει πλάτος πάνω από 180 χλμ. και είναι αρκετά μεγάλος ώστε να χωράει έναν μικρότερο κρατήρα στο εσωτερικό του – Φωτ.: NASA
Επειδή οι επιστήμονες γνωρίζουν με μεγάλη ακρίβεια το μέγεθος, την ταχύτητα και το σημείο πρόσκρουσης του πυραύλου, το περιστατικό μετατρέπεται ουσιαστικά από ένα τυχαίο ατύχημα σε ένα μοναδικό φυσικό πείραμα. Η σύγκρουση θα επιτρέψει στους πλανητικούς επιστήμονες να δοκιμάσουν τα μοντέλα τους για τον τρόπο με τον οποίο σχηματίζονται οι κρατήρες, εκτοξεύονται θραύσματα και μεταδίδονται οι δονήσεις στο εσωτερικό της Σελήνης.
Παράλληλα, η καλύτερη κατανόηση της ποσότητας πετρωμάτων και σκόνης που εκτοξεύονται από μια πρόσκρουση αναμένεται να βοηθήσει τους μηχανικούς στον σχεδιασμό ασφαλέστερων σεληνιακών σκαφών και μελλοντικών βάσεων, υπολογίζοντας με μεγαλύτερη ακρίβεια τόσο την εμβέλεια των θραυσμάτων όσο και τις δονήσεις που προκαλούνται στο έδαφος.
Δεν είναι η πρώτη φορά πάντως που ένα ανθρωπογενές αντικείμενο προσκρούει στη Σελήνη. Από το 1959, δεκάδες διαστημικά σκάφη έχουν συντριβεί στην επιφάνειά του φεγγαριού, είτε κατά λάθος είτε σκόπιμα, για επιστημονικούς σκοπούς. Πρώτο ήταν το σοβιετικό Luna 2, ενώ ακολούθησαν τα Ranger της NASA τη δεκαετία του 1960, τμήματα πυραύλων του προγράμματος Apollo και, πιο πρόσφατα, η αποστολή LCROSS το 2009, η οποία συνετρίβη σκόπιμα με στόχο την αναζήτηση πάγου.
Η τελευταία επιβεβαιωμένη ακούσια πρόσκρουση είχε σημειωθεί το 2022 και αποδόθηκε σε προωθητικό τμήμα κινεζικής σεληνιακής αποστολής που είχε εκτοξευθεί το 2014.




























