ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΚΛΕΙΣΙΜΟ

Η απρόσμενη «σωτηρία» του Ιράν

Πώς οι «εχθροί» του απέτρεψαν την αμερικανική επίθεση

Kathimerini.gr

Ακούγεται παράδοξο, αλλά οι μεγάλοι «εχθροί» του ιρανικού καθεστώτος, ή τουλάχιστον πολλοί από τους βασικούς ανταγωνιστές του, δεν θα ήθελαν να το δουν να πέφτει, τουλάχιστον όχι τώρα.

Αυτό το «παράδοξο» έγινε πράξη τις περασμένες ημέρες, όταν πολλοί από τους εν λόγω «εχθρούς» του Χαμενεϊ και των αγιατολάδων κάλεσαν τις ΗΠΑ του Τραμπ, για τους δικούς του διαφορετικούς λόγους ο καθένας, να μην προχωρήσουν σε νέα στρατιωτικά πλήγματα εντός των ιρανικών συνόρων.

Το Ισραήλ του Μπενιαμίν Νετανιάχου, οι ηγεσίες πολλών σουνιτικών αραβικών μοναρχιών, η Αίγυπτος του Σίσι καθώς και η Τουρκία του σουνίτη Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν φέρεται να έκαναν λόμπινγκ υπέρ της αποκλιμάκωσης, γνωρίζοντας ωστόσο ότι αυτή η αποκλιμάκωση θα έδινε ανάσες ανασύνταξης στο καθεστώς του Αλί Χαμενεΐ και των Ιρανών Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC).

«Δεν με έπεισε κανείς. Εγώ έπεισα τον εαυτό μου», δήλωσε ο Τραμπ την περασμένη Παρασκευή, όταν τον κάλεσαν να εξηγήσει γιατί έκανε πίσω και τελικώς δεν επιτέθηκε (ξανά, για δεύτερη φορά μέσα σε διάστημα περίπου επτά μηνών) στο Ιράν.

Ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε δημόσια ότι έκανε πίσω επειδή οι ιρανικές Αρχές «τον άκουσαν», «έλαβαν υπόψη τις απειλές του» και έπαψαν να σκοτώνουν διαδηλωτές. Στο παρασκήνιο ωστόσο, συγκλίνουσες πληροφορίες αναφέρουν ότι πολλές χώρες επικοινώνησαν με τις ΗΠΑ ζητώντας τους να μην εξαπολύσουν νέα πλήγματα κατά του Ιράν.

«Το Ισραήλ και τα αραβικά κράτη ζητούν από τον Τραμπ να αποφύγει μια επίθεση στο Ιράν […] Οι σύμμαχοι του Τραμπ στον Κόλπο δεν θέλουν να βομβαρδίσει το Ιράν», έγραφαν οι NY Times προ ημερών. «Τα κράτη του Κόλπου και η Τουρκία προειδοποίησαν ότι οι επιθέσεις στο Ιράν θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μεγάλη σύγκρουση. Το λόμπινγκ των συμμάχων των ΗΠΑ φαίνεται να βοήθησε ώστε να πειστεί ο Αμερικανός πρόεδρος να αποφύγει τη στρατιωτική επίθεση», έγραφε, στο ίδιο πνεύμα, ο Guardian.

Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου είχε δύο τηλεφωνικές συνομιλίες με τον Ντ. Τραμπ την περασμένη εβδομάδα. Σύμφωνα με σειρά δημοσιευμάτων (Axios, Jerusalem Post κ.ά.), ο Ισραηλινός πρωθυπουργός κάλεσε τον Αμερικανό πρόεδρο να καθυστερήσει το όποιο χτύπημα στο Ιράν. Η ισραηλινή ηγεσία φέρεται να έκρινε ότι η στιγμή της επαπειλούμενης αμερικανικής επίθεσης δεν ήταν η κατάλληλη. Κι αυτό, για μια σειρά από λόγους. Σύμφωνα με την Jerusalem Post, οι Ισραηλινοί αιφνιδιάστηκαν από την ξαφνική ετοιμότητα του Τραμπ. Θεώρησαν ότι δεν είχε προηγηθεί επαρκής προετοιμασία και συντονισμός. Εξέφρασαν, επίσης, αμφιβολίες αναφορικά με τα αποτελέσματα των όποιων αμερικανικών πληγμάτων, αφού θεώρησαν ότι υπήρχε κίνδυνος αυτά να μην είναι τα επιθυμητά.

Παρόμοιες ανησυχίες εξέφρασαν όμως, για διαφορετικούς λόγους, και πολλοί Αραβες.

Ενα νέο αμερικανικό στρατιωτικό χτύπημα κατά του Ιράν θα αύξανε, αυτομάτως, τον κίνδυνο ιρανικών αντιποίνων. Αυτά τα ιρανικά αντίποινα θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν είτε από τους ιδίους τους Ιρανούς είτε από ομάδες ενόπλων που δρουν ως πληρεξούσιοι της Τεχεράνης στη διεθνή σκηνή (Χούθι, Χεζμπολάχ).

Οι proxies του ιρανικού άλλοτε καλούμενου «άξονα της αντίστασης» μπορεί να αποδυναμώθηκαν σημαντικά μετά τον Οκτώβριο του 2023, ωστόσο διατηρούν τη δυνατότητα να επιφέρουν πλήγματα, ειδικά οι Χούθι στην Ερυθρά Θάλασσα. Το Ιράν αποδυναμώθηκε, κι αυτό, την περίοδο 2024-2025, αλλά ακόμη διατηρεί την ικανότητά του να… διαταράσσει.

Στο στόχαστρό της Τεχεράνης και των εναπομεινάντων «φίλων» της θα μπορούσαν να βρεθούν εγκαταστάσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου, δεξαμενόπλοια, πλατφόρμες εξόρυξης αλλά και αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις.

Υπενθυμίζεται ότι τον Ιούνιο του 2025, οι Ιρανοί εκτόξευσαν πυραύλους κατά της αεροπορικής βάσης Al Udeid (Αλ Ουντέιντ) στο Κατάρ, αλλά και drones κατά του αμερικανικού προξενείου στο Ερμπίλ του βορείου Ιράκ. Οι Αμερικανοί διατηρούν, άλλωστε, στρατεύματα, που θα μπορούσαν να βρεθούν στο στόχαστρο πιθανών επιθέσεων, σε Κατάρ, Μπαχρέιν, Κουβέιτ, ΗΑΕ, Ιράκ, Σαουδική Αραβία, Ιορδανία και Τουρκία.

Αξίζει να σημειωθεί ωστόσο ότι μόλις λίγα χρόνια πριν, οι –υποστηριζόμενοι από το Ιράν– Χούθι είχαν επιτεθεί κατά πετρελαϊκών εγκαταστάσεων στη Σαουδική Αραβία (το 2019) και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (το 2022). Εκείνες οι επιθέσεις έμελλε, μάλιστα, να επηρεάσουν σημαντικά τις στρατηγικές ανησυχίες των Αράβων στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, αφού τους έκαναν να αμφιβάλλουν για την αποτελεσματικότητα της στήριξης που τους παρείχαν οι ΗΠΑ. Υπό αυτό το πρίσμα, οι Σαουδάραβες προχώρησαν για παράδειγμα στην αποκατάσταση των διπλωματικών τους δεσμών με το Ιράν έπειτα από κινεζική διαμεσολάβηση τον Μάρτιο του 2023, ενώ ήδη από το 2022 διαπραγματεύονταν συμφωνίας εκεχειρίας με τους Χούθι στην Υεμένη.

Εν έτει 2026 πια, οι Ιρανοί θα μπορούσαν, εάν δεχθούν επίθεση, να εξαπολύσουν αντίποινα κατά των Αμερικανών και των εταίρων τους, είτε άμεσα οι ίδιοι είτε μέσω πληρεξουσίων. «Ακόμη και περιορισμένες επιθέσεις θα μπορούσαν να αναστατώσουν τις αγορές, να διαταράξουν τις θαλάσσιες οδούς και να εκτοξεύσουν τις τιμές της ενέργειας», σημειώνει σε ανάλυσή του ο ιστοχώρος Al-Monitor.

Είναι πρόσφατη, δε, η περιπέτεια της Αιγύπτου, η οποία είδε τα έσοδά της να μειώνονται δραματικά από τις διελεύσεις στη Διώρυγα του Σουέζ όταν οι Χούθι άρχισαν να βάζουν στο στόχαστρο πλοία στην Ερυθρά Θάλασσα μετά τον Οκτώβριο του 2023. Η ηγεσία στο Κάιρο προφανώς δεν θα ήθελε να βρεθεί ξανά αντιμέτωπη με μια τέτοιου τύπου οικονομική «αιμορραγία», ειδικά σε μια περίοδο κατά την οποία καλείται να διαχειριστεί σοβαρά δημοσιονομικά προβλήματα.

Κι άλλες χώρες ωστόσο, όπως η Σαουδική Αραβία και το Κατάρ, παρουσιάζονται να θέλουν στην παρούσα φάση σταθερότητα, όχι περιπέτειες, ενώ χώρες όπως το Ομάν διατηρούν παλαιόθεν ανοιχτούς διπλωματικούς διαύλους με το Ιράν στο οποίο προσφέρουν υπηρεσίες διαμεσολάβησης.

Ο στόχος διαφοροποίησης της σαουδαραβικής οικονομίας που προωθεί το Ριάντ (βλ. Saudi Vision 2030) και ο ρόλος της Ντόχα ως κορυφαίου προμηθευτή υγροποιημένου φυσικού αερίου εξαρτώνται, αμφότεροι, από δεδομένα όπως είναι η σταθερότητα και η προβλεψιμότητα. «Ενας περιφερειακός πόλεμος –ή ακόμα και μια παρατεταμένη αντιπαράθεση– θα μπορούσε να διαλύσει αυτά τα αφηγήματα εν μια νυκτί», προειδοποιούν αναλυτές. Ειδικά το Κατάρ δε, συνεργάζεται άμεσα με τους Ιρανούς με τους οποίους μοιράζεται το κοίτασμα South Pars/North Dome, το μεγαλύτερο κοίτασμα φυσικού αερίου στον κόσμο.

Αλλα και πέρα από την ενέργεια, πολλές αραβικές ηγεσίες μπορεί να μη θέλουν να το παραδεχθούν δημόσια, αλλά αντιμετωπίζουν μάλλον «θετικά», ως γεωπολιτικά «χρήσιμο», τον ρόλο που διαδραματίζει το θεοκρατικό ιρανικό καθεστώς των αγιατολάδων ως αντιστάθμισμα, αντίπαλο δέος και περιφερειακή απειλή σε βάρος του Ισραήλ.

Εάν το Ιράν στραφεί κάποια στιγμή στη Δύση και εξομαλύνει τις σχέσεις του με το Ισραήλ, οι περιφερειακές ισορροπίες στη Μέση Ανατολή θα αλλάξουν άρδην, το Ισραήλ θα αποκτήσει πρόσθετο στρατηγικό βάθος και θα απαλλαγεί από έναν σημαντικό περιφερειακό πονοκέφαλο, ενώ το Παλαιστινιακό, το οποίο λειτουργεί όμως ως μέσο άσκησης διεθνών πιέσεων στα χέρια των Αράβων, θα υποβαθμιστεί ακόμη περισσότερο. Πόσοι Αραβες θα επιθυμούσαν να δουν να γίνονται πράξη τέτοιου τύπου μεταβολές; Εάν είχαν τη δυνατότητα να επιλέξουν, τα κράτη του Κόλπου μάλλον θα προτιμούσαν μια αποδυναμωμένη Ιρανική Ισλαμική Δημοκρατία, αφού δεν γνωρίζουν τι θα είναι ακριβώς εκείνο που θα μπορούσε να την αντικαταστήσει.

Η Τουρκία του Ρ. Τ. Ερντογάν (η οποία είχε όμως δώσει μάχες ενάντια στην ιρανική επιρροή στη Συρία) είναι μια από τις χώρες που σίγουρα δεν θα ήθελαν να δουν το Ισραήλ να ενισχύεται, ειδικά στην παρούσα φάση της όξυνσης των ισραηλινοτουρκικών ανταγωνισμών.

«Η Αγκυρα επιδιώκει να αποτρέψει μια ευρύτερη περιφερειακή κρίση που θα μπορούσε να επεκταθεί πέρα ​​από τα ιρανικά σύνορα, να διαταράξει τους εμπορικούς διαδρόμους που συνδέουν την Τουρκία με την Κεντρική και Νότια Ασία, να πυροδοτήσει νέες ροές προσφύγων και να μεταβάλει τις περιφερειακές ισορροπίες ισχύος με τρόπους που θα μπορούσαν να υπονομεύσουν τα τουρκικά συμφέροντα», γράφει ο Τούρκος αναλυτής Μπαρίν Καγιάογλου, υπογραμμίζοντας ότι ο Χακάν Φιντάν είχε πολλές συνομιλίες με τον Ιρανό ομόλογό του, Αμπάς Αραγτσί, τις ημέρες της κρίσης. Τουρκία και Ιράν μοιράζονται κοινά σύνορα μήκους άνω των 530 χιλιομέτρων, ενώ ο όγκος των διμερών εμπορικών τους συναλλαγών ξεπέρασε τα 5,6 δισεκατομμύρια δολάρια το 2024.

«Η Τουρκία δεν θέλει το χάος που θα προκύψει από μια αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν […] Μια νέα σύγκρουση στην περιοχή θα μπορούσε να δημιουργήσει πολλά προβλήματα για την Τουρκία, ειδικά με το ΡΚΚ το οποίο μπορεί ενδεχομένως να βρει νέες περιοχές δράσης», σχολιάζει από την πλευρά του ο Σονέρ Τσαγαπτάι, διευθυντής του τουρκικού ερευνητικού προγράμματος στην αμερικανική δεξαμενή σκέψης του Washington Institute for Near East Policy, στρέφοντας το βλέμμα του στο PJAK το οποίο λειτουργούσε ως παρακλάδι του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν (PKK) εντός του Ιράν.  

Οταν ο Τραμπ απείλησε να χτυπήσει, οι γείτονες του Ιράν, μεταξύ αυτών και πολλοί ανταγωνιστές της Τεχεράνης, έσπευσαν, λοιπόν, να απευθύνουν έκκληση για αυτοσυγκράτηση. Η απόφασή τους αυτή ήταν προϊόν ψυχρών υπολογισμών, όχι ανθρωπιστικών ανησυχιών. Τον Χαμενεϊ άλλωστε και τους συν αυτώ τους γνωρίζουν καλά, αφού τους παρακολουθούν εδώ και δεκαετίες. Κανείς δεν γνωρίζει όμως, προς το παρόν, τι θα μπορούσε να ακολουθήσει έπειτα από μια ενδεχόμενη ανατροπή.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

NEWSROOM

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Kathimerini.gr

Κόσμος: Τελευταία Ενημέρωση

X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ