ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Το πρωινό του 1307 που αφάνισε τους Ναΐτες Ιππότες

Βρισκόμαστε λίγο πριν από την αυγή της Παρασκευής 13 Οκτωβρίου 1307. Στους δρόμους του Παρισιού επικρατεί ακόμη ησυχία

Kathimerini.gr

Βρισκόμαστε λίγο πριν από την αυγή της Παρασκευής 13 Οκτωβρίου 1307. Στους δρόμους του Παρισιού επικρατεί ακόμη ησυχία. Τα εργαστήρια παραμένουν κλειστά, οι έμποροι δεν έχουν ανοίξει ακόμη τα καταστήματά τους και οι πρώτοι κάτοικοι αρχίζουν δειλά να κυκλοφορούν στα στενά της πόλης. Την ίδια ώρα, όμως, μια ασυνήθιστη κινητικότητα επικρατεί έξω από τα κτίρια που ανήκουν στους Ναΐτες Ιππότες, το θρυλικό σταυροφορικό τάγμα που είχε θρησκευτικό αλλά και στρατιωτικό χαρακτήρα, επιτρέποντας κατ’ εξαίρεση στους μοναχούς που το απάρτιζαν, να οπλοφορούν και να σκοτώνουν απίστους στο όνομα του Κυρίου. Ανδρες του βασιλιά της Γαλλίας, Φίλιππου Δ΄, οπλισμένοι και συνοδευόμενοι από αξιωματούχους, έχουν πάρει τώρα θέση στις πύλες, περιμένοντας το σύνθημα.

Ολα έχουν σχεδιαστεί με απόλυτη μυστικότητα εβδομάδες νωρίτερα. Από τις 14 Σεπτεμβρίου, βασιλικοί αξιωματούχοι σε ολόκληρη τη Γαλλία είχαν παραλάβει σφραγισμένες επιστολές, με αυστηρή εντολή να μην τις ανοίξουν πριν από την προκαθορισμένη ημέρα. Το σχέδιο ήταν τόσο καλά οργανωμένο, ώστε κανένας από τους ανθρώπους που θα συμμετείχαν στις συλλήψεις δεν γνώριζε το περιεχόμενό του μέχρι την τελευταία στιγμή. 

Οταν τα γράμματα ανοίγουν εκείνο το ξημέρωμα, η εντολή είναι ξεκάθαρη: να συλληφθούν όλοι οι Ναΐτες Ιππότες του βασιλείου, να κατασχεθούν τα υπάρχοντά τους και να τεθούν αμέσως υπό κράτηση. Μέσα σε λίγες ώρες το ίδιο σκηνικό επαναλαμβάνεται από τη Νορμανδία μέχρι την Τουλούζη και από τα σύνορα της Φλάνδρας έως τις ακτές της Μεσογείου. Οι βασιλικοί υπάλληλοι εμφανίζονται ταυτόχρονα σε κάθε διοικητήριο του τάγματος, απαιτώντας να παραδοθούν οι μοναχοί-πολεμιστές που μέχρι τότε θεωρούνταν από τους πλέον σεβαστούς υπερασπιστές της χριστιανοσύνης. Η επιχείρηση εξελίσσεται σχεδόν χωρίς αντίσταση. Οι περισσότεροι Ναΐτες δεν καταλαβαίνουν καν τι ακριβώς συμβαίνει. Αλλωστε, μέχρι εκείνη τη στιγμή τίποτε δεν προμήνυε ότι το τάγμα τους βρισκόταν στο στόχαστρο και δη σε τόσο ανησυχητικό βαθμό.

Λίγες μόλις ημέρες νωρίτερα, ο διοικητής των Ναϊτών Ιπποτών, ο Μέγας Μάγιστρος Ζακ ντε Μολέ, είχε παραστεί στην κηδεία της Αικατερίνης του Κουρτεναί, τιτουλάριας Λατίνας αυτοκράτειρας της Κωνσταντινούπολης, τιμώντας μάλιστα τη νεκρή ως ένας από τους βαστάζους του φέρετρού της. Η παρουσία του σε μια τόσο σημαντική τελετή έδειχνε αν μη τι άλλο ότι εξακολουθούσε να απολαμβάνει τον σεβασμό του στέμματος. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι λίγες ώρες αργότερα θα βρισκόταν δεμένος στα βασιλικά μπουντρούμια.

Οπως αναφέρει ο Βρετανός ιστορικός, ραδιοτηλεοπτικός παραγωγός και βραβευμένος δημοσιογράφος Νταν Τζόουνς στο νέο του βιβλίο «Οι Ναΐτες – Η άνοδος και η πτώση των ιερών πολεμιστών του Θεού» που έχει καταστεί διεθνές bestseller και κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Utopia, μονάχα μια χούφτα μελών της αδελφότητας προσπάθησε να διαφύγει. «Αντ’ αυτού, οι φτωχοί ιππότες του Ναού του Σολομώντα, φημισμένοι για τη γενναιότητά τους στο πεδίο της μάχης, οδηγήθηκαν πράα προς τη μοίρα τους με την έκπληξη ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους». 

Επί σχεδόν δύο αιώνες, οι Ναΐτες αποτελούσαν την πολεμική ελίτ της λατινικής χριστιανοσύνης. Ηταν οι μοναχοί που είχαν ορκιστεί αγνότητα, υπακοή και μια λιτή ζωή, αλλά ταυτόχρονα κρατούσαν σπαθί και πολεμούσαν στις πρώτες γραμμές των Σταυροφοριών. Το λευκό τους ένδυμα με τον κόκκινο σταυρό είχε γίνει σύμβολο θάρρους στα πεδία των μαχών της Ανατολής, ενώ οι ίδιοι απολάμβαναν τεράστιο κύρος σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Πώς δημιουργήθηκε το τάγμα των Ναϊτών Ιπποτών

Η ιστορία τους είχε αρχίσει σχεδόν δύο αιώνες νωρίτερα, γύρω στο 1119, όταν μια μικρή ομάδα Γάλλων ιπποτών, με επικεφαλής τον Ούγο ντε Παγιέν, αποφάσισε να δημιουργήσει μια αδελφότητα αφιερωμένη στην προστασία των χριστιανών προσκυνητών που ταξίδευαν στους Αγίους Τόπους. Ο επίσημος τίτλος τους ήταν «Φτωχοί στρατιώτες του Χριστού», όμως πολύ γρήγορα επικράτησε η ονομασία Ναΐτες Ιππότες, επειδή εγκαταστάθηκαν στον χώρο όπου οι Σταυροφόροι πίστευαν ότι βρισκόταν ο Ναός του Σολομώντα, στην Ιερουσαλήμ. 

Η ύπαρξη ενός μοναχικού τάγματος που πολεμούσε φαινόταν παράδοξη. Μέχρι τότε, οι μοναχοί όφειλαν να ζουν μακριά από τη βία. Οι Ναΐτες, όμως, εξέφραζαν μια νέα αντίληψη που γεννήθηκε την εποχή των Σταυροφοριών. Οτι ο πόλεμος υπό ορισμένες προϋποθέσεις και συνθήκες, μπορούσε να θεωρηθεί ιερό καθήκον. Ετσι, οι ιππότες του τάγματος έδιναν τους ίδιους μοναχικούς όρκους με τους υπόλοιπους μοναχούς, αλλά ταυτόχρονα εκπαιδεύονταν να μάχονται και να σκοτώνουν, υπερασπιζόμενοι τα χριστιανικά κράτη της Ανατολής. 

Στα χρόνια που ακολούθησαν, το Τάγμα αναπτύχθηκε με εντυπωσιακή ταχύτητα. Ευγενείς από ολόκληρη την Ευρώπη δώριζαν κτήματα, χρήματα και προνόμια στους Ναΐτες, πιστεύοντας ότι έτσι ενίσχυαν την υπεράσπιση των Αγίων Τόπων και εξασφάλιζαν τη σωτηρία της ψυχής τους. Σταδιακά, οι δωρεές αυτές δημιούργησαν ένα τεράστιο δίκτυο μοναστηριών, αγροκτημάτων, κάστρων και διοικητηρίων που εκτεινόταν από την Πορτογαλία μέχρι τη Συρία. Παράλληλα, οι Ναΐτες ανέπτυξαν εξελιγμένες οικονομικές υπηρεσίες, διαχειρίζονταν καταθέσεις, μετέφεραν χρήματα με ασφάλεια και χορηγούσαν δάνεια ακόμη και σε βασιλιάδες. Για τα δεδομένα του Μεσαίωνα, είχαν εξελιχθεί σε έναν από τους ισχυρότερους και πλουσιότερους οργανισμούς της Ευρώπης.

Ακριβώς αυτή η δύναμη, όμως, θα αποδεικνυόταν τελικά και η μεγαλύτερη αδυναμία τους.

Το 1291, με την πτώση της πόλης Ακρα της Δυτικής Γαλιλαίας (στο σημερινό βόρειο Ισραήλ), χάθηκε και το τελευταίο μεγάλο προπύργιο των Σταυροφόρων στους Αγίους Τόπους. Οι Ναΐτες απώλεσαν τον βασικό λόγο ύπαρξής τους. Εξακολουθούσαν να διαθέτουν τεράστια περιουσία, διεθνές κύρος και ένα εκτεταμένο δίκτυο εγκαταστάσεων, αλλά δεν είχαν πλέον πολέμους και δεν υπήρχε πλέον ο λόγος για τον οποίο είχαν δημιουργηθεί. Την ίδια στιγμή, ο βασιλιάς της Γαλλίας, Φίλιππος Δ΄ ο Ωραίος, αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και αναζητούσε τρόπους να ενισχύσει το βασιλικό ταμείο. Οι δρόμοι του πανίσχυρου μονάρχη και του πλουσιότερου στρατιωτικού τάγματος της Ευρώπης επρόκειτο σύντομα να συγκρουστούν με τρόπο που κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί.

Πώς ένας πανίσχυρος οργανισμός έγινε ευάλωτος

Η εικόνα των έκπληκτων Ναϊτών που οδηγούνταν δεμένοι στις φυλακές προκαλεί ακόμη και σήμερα ένα εύλογο ερώτημα. Πώς ήταν δυνατόν ένα τάγμα που επί σχεδόν δύο αιώνες αποτελούσε τη στρατιωτική αιχμή του δόρατος της χριστιανοσύνης να καταρρεύσει τόσο εύκολα; Η απάντηση δεν βρίσκεται στα γεγονότα εκείνης της μοιραίας Παρασκευής του 1307, αλλά στα έτη που είχαν προηγηθεί.

Για σχεδόν διακόσια χρόνια οι Ναΐτες βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή των Σταυροφοριών. Υπερασπίζονταν τα χριστιανικά κράτη, επάνδρωναν κάστρα στα σύνορα με τα μουσουλμανικά εδάφη και συνόδευαν με ασφάλεια χιλιάδες προσκυνητές που ταξίδευαν προς την Ιερουσαλήμ. Η φήμη τους είχε οικοδομηθεί πάνω στην αυστηρή πειθαρχία, στη στρατιωτική αποτελεσματικότητα και στην απόλυτη αφοσίωση στην αποστολή τους. Ολα αυτά, όμως, άρχισαν να αλλάζουν στα τέλη του 13ου αιώνα.

Το 1291 που έπεσε στα χέρια των Μαμελούκων και το τελευταίο μεγάλο οχυρό των Σταυροφόρων στους Αγίους Τόπους, οι Ναΐτες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις βάσεις τους. Για ένα μικρό χρονικό διάστημα διατήρησαν μόνο το μικρό νησί Ρουάντ, απέναντι από τις ακτές της Συρίας. Οταν όμως έχασαν και αυτό το προγεφύρωμα το 1303, εγκαταστάθηκαν οριστικά στη Δύση και η έδρα τους μεταφέρθηκε στο Παρίσι. Η αλλαγή αυτή είχε τεράστια σημασία.

Ενα τάγμα που είχε δημιουργηθεί για να πολεμά στα σύνορα της χριστιανοσύνης βρέθηκε ξαφνικά να ζει εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από οποιοδήποτε πεδίο μάχης. Το σταυροφορικό τάγμα ωστόσο εξακολουθούσε να διαθέτει μια τεράστια περιουσία με εκατοντάδες διοικητήρια, εύφορα αγροκτήματα, κάστρα, εργαστήρια και εμπορικές εγκαταστάσεις σε ολόκληρη την Ευρώπη. Διαχειριζόταν χρήματα ευγενών και ηγεμόνων, χορηγούσε δάνεια και μετέφερε με ασφάλεια μεγάλα χρηματικά ποσά από τη μία άκρη της γηραιάς ηπείρου στην άλλη. Για τα δεδομένα της εποχής, είχε εξελιχθεί σε έναν τεράστιο οικονομικό οργανισμό. Η οικονομική δύναμη που είχε συσσωρευτεί προκαλούσε τώρα περισσότερο φθόνο παρά θαυμασμό.

Γιατί τους επιτέθηκε ο βασιλιάς

Την ίδια περίοδο, στον γαλλικό θρόνο βρισκόταν ένας από τους ισχυρότερους αλλά και πιο αμφιλεγόμενους μονάρχες του Μεσαίωνα. Ο Φίλιππος Δ΄ ο Ωραίος ήταν αποφασισμένος να ενισχύσει την εξουσία του Στέμματος απέναντι σε κάθε αντίπαλο, είτε επρόκειτο για μεγάλους φεουδάρχες είτε ακόμη και για τον ίδιο τον Πάπα. Οι συνεχείς πόλεμοι και η διοικητική αναδιοργάνωση του βασιλείου όμως είχαν επιβαρύνει σημαντικά τα δημόσια οικονομικά, με τον ίδιο να έχει αποδείξει κατά το παρελθόν ότι δεν διστάζει να στραφεί εναντίον εύπορων κοινωνικών ομάδων όταν κρίνει πως κάτι τέτοιο εξυπηρετεί τα συμφέροντά του. Λίγα χρόνια πριν από την επίθεση κατά των Ναϊτών είχε διατάξει την εκδίωξη των Εβραίων από τη Γαλλία και τη δήμευση μεγάλου μέρους της περιουσίας τους. 

Οι Ναΐτες αποτελούσαν πλέον έναν δελεαστικό στόχο. Ηταν πλούσιοι, διέθεταν σημαντική ακίνητη περιουσία και λειτουργούσαν σχεδόν σαν ένα ανεξάρτητο κράτος μέσα στα ευρωπαϊκά βασίλεια. Μάλιστα από το 1139, με παπική βούλα, υπάγονταν απευθείας στον Πάπα και όχι στους τοπικούς ηγεμόνες. Το προνόμιο αυτό τους είχε εξασφαλίσει επί δεκαετίες αξιοσημείωτη αυτονομία, όμως στις αρχές του 14ου αιώνα αυτό άρχισε να θεωρείται από πολλούς πρόκληση απέναντι στη βασιλική εξουσία. Στη βασιλική αυλή είχαν αρχίσει να φτάνουν όμως και καταγγελίες που κατηγορούσαν τους Ναΐτες ότι κατά τις τελετές μύησης εξευτέλιζαν τον σταυρό, αρνούνταν τον Χριστό και συμμετείχαν σε μυστικές πρακτικές που θεωρούνταν αιρετικές. Οι πληροφορίες αυτές προέρχονταν κυρίως από απογοητευμένους ή αποβληθέντες αδελφούς του τάγματος, όμως για τον Φίλιππο αυτό αποτέλεσε μια καλή αφορμή.

Οι κατηγορίες που συγκλόνισαν τη χριστιανική Ευρώπη

Οι μαζικές συλλήψεις του πρωινού της 13ης Οκτωβρίου 1307 ήταν μόνο η αρχή. Σχεδόν αμέσως άρχισε να κυκλοφορεί σε ολόκληρη τη Γαλλία το κατηγορητήριο που είχε συντάξει η βασιλική αυλή με βαρύτατους χαρακτηρισμούς για ένα θρησκευτικό τάγμα. Οι Ναΐτες, υποστήριζε το Στέμμα, δεν ήταν οι πιστοί υπερασπιστές των Αγίων Τόπων που γνώριζε μέχρι τότε η χριστιανική Ευρώπη. Πίσω από τις κλειστές πόρτες των διοικητηρίων τους, σύμφωνα με τις βασιλικές ανακοινώσεις, έκρυβαν μια μυστική και αιρετική οργάνωση. Κατά τις τελετές μύησης, πρόσθεταν οι κατήγοροι, οι νεοσύλλεκτοι εξαναγκάζονταν να αρνηθούν τρεις φορές τον Χριστό, να φτύσουν πάνω στον σταυρό, να λατρέψουν ένα μυστηριώδες είδωλο που είχε τη μορφή γενειοφόρου κεφαλής και να συμμετάσχουν σε άσεμνες τελετουργίες μεταξύ των μελών του τάγματος.

Οι κατηγορίες αυτές αντανακλούσαν σχεδόν όλες τις μεγαλύτερες φοβίες της μεσαιωνικής κοινωνίας. Η αίρεση αποτελούσε ένα από τα βαρύτερα εγκλήματα που μπορούσε να αποδοθεί σε έναν χριστιανό. Η βεβήλωση του σταυρού ισοδυναμούσε με προσβολή του ίδιου του Χριστού, ενώ η ειδωλολατρία και ο σοδομισμός θεωρούνταν αμαρτήματα που προκαλούσαν την οργή του Θεού απέναντι σε ολόκληρη την κοινωνία.

Ο συγγραφέας Νταν Τζόουνς παρατηρεί ότι η βασιλική προπαγάνδα μετέτρεψε ορισμένα πραγματικά στοιχεία της τελετής μύησης των Ναϊτών σε μια ιστορία που μπορούσε να προκαλέσει φρίκη σε κάθε πιστό χριστιανό. Η ανταλλαγή φιλιών για παράδειγμα «ήταν ένα αποδεκτό έθιμο στις φεουδαρχικές σχέσεις και ένας συνηθισμένος τρόπος έκφρασης της χριστιανικής ειρήνης» όπως διαβάζουμε. Ωστόσο αυτή η συνηθισμένη πρακτική της εποχής παρουσιάστηκε ως απόδειξη σεξουαλικής διαφθοράς.

Οι υπόλοιπες κατηγορίες συμπλήρωσαν την εικόνα μιας υποτιθέμενης μυστικής αίρεσης που δρούσε κάτω από τον μανδύα της θρησκείας. Στο κατηγορητήριο οι Ναΐτες χαρακτηρίζονταν «λύκοι με ένδυμα αμνού», άνθρωποι που, ενώ εμφανίζονταν ως μοναχοί, στην πραγματικότητα «σταύρωναν ξανά τον Ιησού Χριστό». Ηταν μια διατύπωση που δεν άφηνε πολλά περιθώρια για αμφιβολίες σχετικά με την ετυμηγορία που επιθυμούσε η βασιλική εξουσία. Πριν ακόμη αρχίσουν οι ανακρίσεις, οι κατηγορούμενοι είχαν ήδη παρουσιαστεί στη δημόσια γνώμη ως ένοχοι. 

Ερευνα με προαποφασισμένο αποτέλεσμα

Τυπικά, οι συλλήψεις είχαν ως στόχο να διερευνηθούν οι καταγγελίες. Στην πράξη, όμως, οι οδηγίες που είχαν λάβει οι βασιλικοί αξιωματούχοι αποκάλυπταν μια διαφορετική εικόνα. Βάσει των εντολών, οι κρατούμενοι έπρεπε να ανακριθούν χωριστά και, αν χρειαζόταν, να χρησιμοποιηθούν βασανιστήρια ώστε να αποσπαστεί η «αλήθεια». Από τα μέσα του 13ου αιώνα η παπική Ιερά Εξέταση είχε αποκτήσει τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί βασανιστήρια. Η λογική ήταν ότι ένας αιρετικός, εφόσον αρνούνταν να ομολογήσει, μπορούσε να εξαναγκαστεί να αποκαλύψει την αλήθεια για να σωθεί η ψυχή του και να προστατευθεί η Εκκλησία από την εξάπλωση της πλάνης. Στην πράξη, όμως, η μέθοδος αυτή οδηγούσε όπως αντιλαμβάνεται κανείς συχνά σε ομολογίες που υπαγορεύονταν από τον πόνο και όχι από τα πραγματικά γεγονότα. Οι ανακρίσεις οργανώθηκαν από τον Δομινικανό μοναχό Γκιγιόμ των Παρισίων, ο οποίος ήταν ο επικεφαλής ιεροεξεταστής στη Γαλλία αλλά ταυτόχρονα και στενός συνεργάτης του βασιλιά. 

Ο Ζακ ντε Μολέ απέναντι στους ανακριτές

Ανάμεσα στους εκατοντάδες συλληφθέντες βρισκόταν φυσικά και ο Μέγας Μάγιστρος, Ζακ ντε Μολέ. Είχε αφιερώσει περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες της ζωής του στο τάγμα. Είχε πολεμήσει στους Αγίους Τόπους, είχε ταξιδέψει σχεδόν σε ολόκληρη τη Μεσόγειο και από το 1292 βρισκόταν στην κορυφή της ιεραρχίας των Ναϊτών. Τώρα, καθόταν απέναντι στους ανακριτές ως κοινός κατηγορούμενος.

Στις 24 Οκτωβρίου 1307 οδηγήθηκε ενώπιον του εκκλησιαστικού δικαστηρίου. Εβαλε το χέρι πάνω στο Ευαγγέλιο και ορκίστηκε ότι θα πει την αλήθεια. Στην κατάθεσή του περιέγραψε τη δική του μύηση, η οποία είχε γίνει περισσότερα από σαράντα χρόνια νωρίτερα. Σύμφωνα με την αναφορά των ιεροεξεταστών, ο Ντε Μολέ είπε τότε: «Επειτα από πολλές υποσχέσεις που έδωσε να τηρεί τις διατάξεις και τους κανονισμούς του εν λόγω τάγματος, τοποθέτησαν έναν μανδύα γύρω από τον λαιμό του.

Ο αδελφός που πρωτοστατούσε στη μύηση ζήτησε να φέρουν έναν χάλκινο σταυρό που έφερε την εικόνα του Εσταυρωμένου, και τον διέταξε να αρνηθεί τον Χριστό του οποίου η εικόνα ήταν εκεί. Παρά τη θέλησή του το έκανε αυτό. Τότε ο αδελφός τον διέταξε να φτύσει επάνω του, αλλά εκείνος έφτυσε στο έδαφος. Οταν ρωτήθηκε πόσες φορές, είπε έχοντας πάρει όρκο ότι έφτυσε μόνο μία φορά, και ότι αυτό το θυμόταν καθαρά». Αρνήθηκε δε κατηγορηματικά ότι υπήρξαν σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ των αδελφών του τάγματος. 

Η κατάθεσή του προκαλεί ακόμη και σήμερα ερωτήματα στους ιστορικούς. Γιατί ένας άνθρωπος με το κύρος του Μεγάλου Μαγίστρου να αποδεχθεί έστω και μέρος των κατηγοριών; Η πιθανότερη εξήγηση βρίσκεται στις συνθήκες των ανακρίσεων. Τα βασανιστήρια ήταν πολλών ειδών: ασιτία, στέρηση ύπνου, αλυσοδέσιμο, τέντωμα του σώματος, καψίματα στα πέλματα και το διαβόητο strappado, κατά το οποίο ο κρατούμενος ανασηκωνόταν από τα δεμένα χέρια του μέχρι να εξαρθρωθούν οι ώμοι του.

Ορισμένοι δεν άντεξαν ούτε λίγες ώρες. Αλλοι αντιστάθηκαν περισσότερο. Σχεδόν όλοι όμως, αργά ή γρήγορα, υπέγραψαν ομολογίες. Αυτό ακριβώς επιδίωκε η βασιλική εξουσία. Οι ομολογίες, ακόμη κι αν είχαν αποσπαστεί κάτω από ακραία σωματική και ψυχολογική πίεση, μπορούσαν πλέον να παρουσιαστούν ως απόδειξη ότι το πανίσχυρο τάγμα των Ναϊτών δεν ήταν ένας έντιμος στρατιωτικός οργανισμός, αλλά μια μυστική αίρεση που είχε διαφθείρει την ίδια τη χριστιανική πίστη.

Οι ψευδείς ομολογίες

Παρά τις εκατοντάδες ομολογίες που είχαν αποσπάσει οι ανακριτές, η υπόθεση των Ναϊτών δεν είχε ακόμη λήξει. Αντίθετα, οι εξελίξεις των επόμενων ετών θα αποκάλυπταν πόσο περίπλοκη ήταν η σύγκρουση ανάμεσα στον βασιλιά της Γαλλίας και την παπική εξουσία. Ο πάπας Κλήμης Ε΄ δεν είχε πληροφορηθεί εκ των προτέρων το σχέδιο των μαζικών συλλήψεων και η επιχείρηση του Φιλίππου Δ΄ τον έφερε προ τετελεσμένων. Από τη μία πλευρά, δεν μπορούσε να αγνοήσει τις πολυάριθμες ομολογίες κι από την άλλη, γνώριζε πολύ καλά ότι πολλές από αυτές είχαν αποσπαστεί κάτω από συνθήκες ακραίας βίας.

Οσο περνούσε ο καιρός, αρκετοί Ναΐτες άρχισαν να ανακαλούν όσα είχαν ομολογήσει. Δήλωναν ότι είχαν καταθέσει ψευδώς μόνο και μόνο για να σταματήσουν τα βασανιστήρια εναντίον τους. Ορισμένοι περιέγραψαν δημόσια τις μεθόδους που είχαν χρησιμοποιηθεί για να τους αποσπάσουν τις καταθέσεις. Οι μαρτυρίες αυτές, όμως, δύσκολα μπορούσαν πλέον να ανατρέψουν το κλίμα που είχε διαμορφωθεί. Η κοινή γνώμη είχε ήδη πειστεί ότι πίσω από τα τείχη των διοικητηρίων των Ναϊτών κρυβόταν ένα σκοτεινό μυστικό. Η βασιλική προπαγάνδα είχε πετύχει τον σκοπό της.

Η διάλυση του τάγματος

Υστερα από πολυετείς ανακρίσεις, δικαστικές διαδικασίες και έντονες πολιτικές πιέσεις, ο πάπας Κλήμης Ε΄ συγκάλεσε το 1311 την Οικουμενική Σύνοδο της Βιέννης, στη σημερινή νοτιοανατολική Γαλλία (σ.σ. δεν θα πρέπει να τη συγχέουμε με την πρωτεύουσα της Αυστρίας). Το βασικό ερώτημα πλέον ήταν εάν θα έπρεπε το τάγμα των Ναϊτών να συνεχίσει να υπάρχει. Η απάντηση που δόθηκε ήταν «όχι». 

Στις 22 Μαρτίου 1312, με την παπική βούλα Vox in excelso, ο Ποντίφικας ανακοίνωσε την κατάργηση του τάγματος. Η διατύπωση, όμως, έχει ιδιαίτερη σημασία. Ο Κλήμης δεν διακήρυξε ότι οι Ναΐτες αποδείχθηκαν αιρετικοί. Αντιθέτως, επικαλέστηκε το τεράστιο σκάνδαλο που είχε δημιουργηθεί και την ανάγκη να προστατευθεί η Εκκλησία από τη συνεχιζόμενη αναστάτωση. Με άλλα λόγια, το τάγμα διαλύθηκε χωρίς να υπάρξει ποτέ μια οριστική και αδιαμφισβήτητη καταδίκη του ως αιρετικής οργάνωσης. Η περιουσία του, τουλάχιστον θεωρητικά, μεταβιβάστηκε κυρίως στο τάγμα των Ιωαννιτών Ιπποτών. Στην πράξη, όμως, σημαντικό μέρος της είχε ήδη περάσει στα χέρια τοπικών ηγεμόνων ή είχε χαθεί κατά τη διάρκεια των πολυετών δικαστικών διαδικασιών.

Στην πυρά ο Μέγας Μάγιστρος

Ο τελευταίος Μέγας Μάγιστρος των Ναϊτών, Ζακ ντε Μολέ, παρέμεινε φυλακισμένος επί επτά σχεδόν χρόνια. Ηταν πλέον ηλικιωμένος, εξαντλημένος και είχε δει το τάγμα στο οποίο είχε αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή του να διαλύεται μπροστά στα μάτια του. Τον Μάρτιο του 1314 οδηγήθηκε μαζί με τον Ζοφρουά ντε Σαρνέ, έναν από τους κορυφαίους αξιωματούχους του τάγματος, μπροστά σε επιτροπή καρδιναλίων στο Παρίσι. Ολοι περίμεναν ότι θα επαναλάμβαναν τις προηγούμενες ομολογίες τους και θα αποδέχονταν την ποινή της ισόβιας κάθειρξης.

Συνέβη όμως ακριβώς το αντίθετο. Μπροστά στο συγκεντρωμένο πλήθος, ο Ζακ ντε Μολέ ανακάλεσε δημόσια τις ομολογίες του. Δήλωσε ότι το τάγμα ήταν αθώο και ότι οι προηγούμενες καταθέσεις του είχαν αποσπαστεί υπό πίεση. Η ανατροπή αιφνιδίασε τους παριστάμενους. Για τη μεσαιωνική δικαιοσύνη, όμως, η ανάκληση μιας ομολογίας σε υπόθεση αίρεσης ισοδυναμούσε με υποτροπή. Και η υποτροπή τιμωρούνταν με θάνατο. Το ίδιο κιόλας απόγευμα, με διαταγή του βασιλιά Φιλίππου Δ΄, ο Ζακ ντε Μολέ και ο Ζοφρουά ντε Σαρνέ οδηγήθηκαν σε ένα μικρό νησί του Σηκουάνα, κοντά στη σημερινή γέφυρα Pont Neuf. Εκεί στήθηκε η πυρά. Ο τελευταίος Μέγας Μάγιστρος των Ναϊτών κάηκε ζωντανός στις 18 Μαρτίου 1314, παραμένοντας μέχρι τέλους πιστός στην αθωότητα του Τάγματός του.

Η περίφημη «κατάρα»

Λίγο μετά τον θάνατό του γεννήθηκε μία από τις πιο διάσημες ιστορίες του Μεσαίωνα. Σύμφωνα με μεταγενέστερες χρονικές αφηγήσεις, ο Ζακ ντε Μολέ, λίγο πριν πεθάνει στις φλόγες, καταράστηκε τον πάπα Κλήμη Ε΄ και τον βασιλιά Φίλιππο Δ΄. Το εντυπωσιακό είναι ότι λίγους μήνες αργότερα και οι δύο πράγματι πέθαναν. Ο πάπας Κλήμης Ε΄ απεβίωσε από ασθένεια λίγους μήνες αργότερα, τον Απρίλιο του 1314, και ο Φίλιππος Δ΄ τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, ύστερα από εγκεφαλικό επεισόδιο που ακολούθησε ατύχημα κατά τη διάρκεια κυνηγιού.

Οι σύγχρονοι ιστορικοί αντιμετωπίζουν με μεγάλη επιφύλαξη την ιστορία της περίφημης «κατάρας των Ναϊτών». Δεν υπάρχει σύγχρονη μαρτυρία που να επιβεβαιώνει ότι ο Ζακ ντε Μολέ εκστόμισε πραγματικά τέτοια λόγια. Η αφήγηση εμφανίζεται σε μεταγενέστερες πηγές και πιθανότατα ενισχύθηκε ακριβώς επειδή ο θάνατος του πάπα και του βασιλιά ακολούθησε τόσο σύντομα. Παρ’ όλα αυτά, ο θρύλος αποδείχθηκε πολύ ισχυρότερος από τα ίδια τα ιστορικά γεγονότα.

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

NEWSROOM

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Kathimerini.gr

Κόσμος: Τελευταία Ενημέρωση

X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ