Kathimerini.gr
Η Αθήνα επιχειρεί να μπει στον χάρτη των διεθνών χρηματοοικονομικών κέντρων και το πρώτο μεγάλο στοίχημα φαίνεται να κερδίζεται. Δύο από τα ισχυρότερα ονόματα της παγκόσμιας αγοράς των hedge funds, το Rokos Capital Management του δισεκατομμυριούχου Κρις Ρόκος και η Millennium Management του Ιζι Ενγκλαντερ, ετοιμάζονται να αποκτήσουν παρουσία στην Ελλάδα, σηματοδοτώντας μια εξέλιξη πολύ μεγαλύτερη από την απλή μεταφορά φορολογικής κατοικίας υψηλόμισθων στελεχών.
Ο Κρις Ρόκος έχει ήδη επιλέξει την Ελλάδα ως φορολογική του κατοικία. Το κρίσιμο, όμως, για την ελληνική οικονομία είναι ότι μαζί με τον ιδρυτή του fund έρχεται και πραγματική επενδυτική δραστηριότητα. Την ίδια στιγμή, η Millennium, ένα από τα μεγαλύτερα hedge funds στον κόσμο, με τα κεφάλαια που διαχειρίζεται να ξεπερνούν τα 97 δισ. δολάρια, προετοιμάζει την εγκατάσταση γραφείου στην Αθήνα.
Οι δύο κινήσεις αποτελούν, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, μόνον την αρχή. Το οικονομικό επιτελείο βρίσκεται ήδη σε επαφές και με άλλα μεγάλα διεθνή funds, με την Αθήνα να επιχειρεί να αξιοποιήσει το νέο φορολογικό περιβάλλον και την ποιότητα ζωής που προσφέρει η Ελλάδα, ώστε να προσελκύσει όχι μόνον επενδυτές και διαχειριστές χαρτοφυλακίου (portfolio managers), αλλά και ολόκληρες επενδυτικές ομάδες και εταιρείες.
Να χτίσουμε νέες δουλειές
Οπως αναφέρει ο σύμβουλος του υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Βασίλης Καρατζάς, μιλώντας στην «Καθημερινή», στόχος είναι «να χτίσουμε νέες δουλειές και να φέρουμε εταιρείες που θα πληρώνουν στην Ελλάδα σημαντικούς φόρους», επισημαίνοντας ότι η χώρα μας «σε καμία περίπτωση δεν θα γίνει φορολογικός παράδεισος».
Το ζητούμενο για την κυβέρνηση είναι να δημιουργηθεί στην Αθήνα ένα νέο χρηματοοικονομικό οικοσύστημα. Γιατί η άφιξη ενός μεγάλου hedge fund δεν σημαίνει μόνον μερικές νέες θέσεις εργασίας. Σημαίνει νέες εταιρείες παροχής εξειδικευμένων υπηρεσιών, δικηγόρους, ελεγκτές, φοροτεχνικούς, συμβούλους, στελέχη πληροφορικής, τραπεζικές υπηρεσίες και μια σειρά από δραστηριότητες που μπορούν να αποφέρουν σημαντικά αποτελέσματα στην οικονομία.
Και όπως εκτιμούν κυβερνητικοί κύκλοι, εάν το εγχείρημα των Rokos και Millennium εξελιχθεί όπως σχεδιάζεται, δεν αποκλείεται σύντομα την πόρτα της Αθήνας να περάσουν και οι μεγάλοι ανταγωνιστές της Millennium, μετατρέποντας σταδιακά την ελληνική πρωτεύουσα από ελκυστικό φορολογικό προορισμό σε πραγματικό επενδυτικό προορισμό.
Στην περίπτωση του Κρις Ρόκος, η μετακίνηση έχει ήδη ξεκινήσει. Ο ιδρυτής της Rokos Capital Management έχει καταστήσει την Ελλάδα φορολογική του βάση, επιλέγοντας τη χώρα ως τόπο εγκατάστασής του. Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη συμβολική σημασία, καθώς ο Ρόκος συγκαταλέγεται στους πιο επιτυχημένους διαχειριστές κεφαλαίων διεθνώς και αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της νέας κινητικότητας που παρατηρείται μεταξύ των κορυφαίων στελεχών της παγκόσμιας αγοράς hedge funds.
Για την ελληνική κυβέρνηση, ωστόσο, το ζητούμενο δεν είναι να εγκατασταθεί απλώς ένας ακόμη δισεκατομμυριούχος στην Ελλάδα και να φορολογείται εδώ. Το πραγματικό στοίχημα είναι να ακολουθήσει το fund. Αυτό ακριβώς είναι που καθιστά την υπόθεση Rokos σημαντική. Ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα έχει η περίπτωση της Millennium Management. Η εταιρεία του Ιζι Ενγκλαντερ αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα hedge funds στον κόσμο, με υπό διαχείριση κεφάλαια άνω των 97 δισ. δολαρίων. Πρόκειται για ένα διεθνές επενδυτικό μοντέλο πολλαπλών στρατηγικών και διαχειριστών, με εκατοντάδες ανεξάρτητες επενδυτικές ομάδες και παρουσία σε ένα ευρύ φάσμα αγορών και επενδυτικών προσεγγίσεων.
Η Millennium βρίσκεται σε διαδικασία δημιουργίας γραφείου στην Αθήνα και οι συζητήσεις με το οικονομικό επιτελείο έχουν ολοκληρωθεί.
Η φορολόγηση στελεχών
Στην προσπάθεια αυτή, σημαντικό ρόλο διαδραματίζει το ελληνικό φορολογικό πλαίσιο. Τα στελέχη που μεταφέρουν τη φορολογική τους κατοικία στην Ελλάδα φορολογούνται για τις αποδοχές τους με βάση την ελληνική νομοθεσία, ενώ το ειδικό φορολογικό καθεστώς για συγκεκριμένες κατηγορίες εισοδήματος μπορεί να καταστήσει τη χώρα ανταγωνιστική σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές δικαιοδοσίες.
Για τα στελέχη των hedge funds το ζήτημα έχει ιδιαίτερη σημασία. Οι σταθερές ετήσιες αποδοχές ενός ανώτερου στελέχους διαχείρισης χαρτοφυλακίου (senior portfolio manager) μπορεί να κινούνται στην περιοχή των 150.000 έως 300.000 ευρώ, όμως το πραγματικά μεγάλο μέρος των απολαβών βρίσκεται στα μπόνους.
Σε εξαιρετικά επιτυχημένες χρονιές, τα μπόνους κορυφαίων στελεχών μπορεί να ανέλθουν σε πολλά εκατομμύρια ευρώ και σε ορισμένες περιπτώσεις να ξεπεράσουν τα 10 εκατ. ευρώ, τα οποία φορολογούνται με συντελεστή 5%. Σε αυτό το επίπεδο εισοδήματος, ακόμη και μικρές διαφορές στη φορολογική επιβάρυνση μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά την απόφαση για τη χώρα κατοικίας.
Το φορολογικό όφελος, ωστόσο, δεν αφορά μόνον τα φυσικά πρόσωπα. Οι ελληνικές εταιρείες ή θυγατρικές των funds που παρέχουν υπηρεσίες προς τις μητρικές τους υπόκεινται στους κανόνες για τις ενδοομιλικές συναλλαγές και την αρχή των ίσων αποστάσεων (arm’s length principle), σύμφωνα με το πλαίσιο του ΟΟΣΑ.
Ετσι, εάν μια ελληνική εταιρεία έχει, για παράδειγμα, λειτουργικά έξοδα 10 εκατ. ευρώ για την παροχή υπηρεσιών προς τη μητρική, η αμοιβή της δεν μπορεί να είναι αυθαίρετη. Προσδιορίζεται με βάση το κατάλληλο περιθώριο κέρδους που αντιστοιχεί στις λειτουργίες και τους κινδύνους της εταιρείας. Το φορολογητέο κέρδος που προκύπτει υπόκειται στη συνέχεια στον ισχύοντα εταιρικό φορολογικό συντελεστή 22%, όπως ισχύει για τις ελληνικές επιχειρήσεις.
Οι απαιτήσεις
Για την παρουσία των funds στην Ελλάδα προβλέπονται συγκεκριμένες απαιτήσεις πραγματικής οικονομικής δραστηριότητας και δαπανών. Το ελάχιστο ύψος των ετήσιων δαπανών των σχετικών εταιρικών δομών μπορεί να φτάνει στα 3 εκατ. ευρώ, ποσό που για έναν μεγάλο διεθνή διαχειριστή κεφαλαίων θεωρείται σχετικά περιορισμένο.
Στο οικονομικό επιτελείο θεωρούν ότι η Ελλάδα διαθέτει πλέον ένα συνδυασμό κινήτρων που μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα ανταγωνιστικός.
• Συγκεκριμένο και σχετικά σταθερό φορολογικό πλαίσιο.
• Φορολογικά κίνητρα για στελέχη με πολύ υψηλές αποδοχές.
• Πρόσβαση σε ανθρώπινο δυναμικό με υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης, ενώ παράλληλα δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για την επιστροφή Ελλήνων επαγγελματιών που έχουν εγκατασταθεί στο εξωτερικό.
• Ποιότητα ζωής. Η δυνατότητα να εργάζεται κανείς για ένα από τα μεγαλύτερα hedge funds του κόσμου και ταυτόχρονα να ζει στην Αθήνα, με πρόσβαση στην Ευρώπη και τη Μεσόγειο, αποτελεί πλεονέκτημα που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί από στελέχη με μεγάλη οικονομική κινητικότητα.
Σημειώνεται ότι από το 2020, όταν θεσπίστηκαν τα φορολογικά κίνητρα για όσους μεταφέρουν τη φορολογική τους κατοικία στην Ελλάδα, πάνω από 240 εύποροι αλλοδαποί έχουν μετακομίσει φορολογικά στη χώρα, προερχόμενοι κυρίως από το Λονδίνο αλλά και από χώρες όπως ΗΠΑ, Αυστραλία και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Υποχρεούνται να επενδύσουν τουλάχιστον 500.000 ευρώ εντός τριετίας και να διατηρήσουν την επένδυση για 15 χρόνια.
Ποιοι διαχειριστές κεφαλαίων εξετάζουν να ανοίξουν γραφεία
Το ενδεχόμενο να ανοίξει γραφείο στην Αθήνα εξετάζει η Verition Fund Management, σύμφωνα με το Bloomberg. Μαζί με τις Millennium και Rokos, οι τρεις εταιρείες διαχειρίζονται 134 δισ. δολ. Οι συζητήσεις βρίσκονται σε αρχικό στάδιο και δεν έχει ληφθεί απόφαση.
Η Verition ιδρύθηκε το 2008 και λειτουργεί με το ίδιο πολυδιαχειριστικό μοντέλο που χρησιμοποιούν μεγάλα ονόματα του κλάδου, όπως η Millennium. Διαθέτει εννέα γραφεία και περισσότερους από 500 επαγγελματίες επενδύσεων. Οι δραστηριότητές της καλύπτουν μετοχές, πιστωτικά προϊόντα, ομόλογα, μακροοικονομικές στρατηγικές, εξαγορές και συγχωνεύσεις, μετατρέψιμα ομόλογα και ποσοτικές συναλλαγές. Τα κεφάλαια μοιράζονται σε διαφορετικές ομάδες, καθεμία από τις οποίες αναλαμβάνει συγκεκριμένη στρατηγική και λειτουργεί με προκαθορισμένα όρια κινδύνου.
Το μεγαλύτερο όνομα από τα fund που «βλέπουν» Ελλάδα είναι η Millennium, μια επενδυτική πλατφόρμα με περισσότερες από 360 ομάδες, 7.000 εργαζομένους και κεφάλαια άνω των 97 δισ. δολ. Πραγματοποιεί συναλλαγές σε περισσότερα από 100 χρηματιστήρια και σε πάνω από 45 νομίσματα. Οι εργαζόμενοί της βρίσκονται σε περισσότερες από 140 τοποθεσίες. Η γεωγραφική ευελιξία αποτελεί μέρος του μοντέλου με το οποίο προσελκύει ακριβοπληρωμένους traders και διαχειριστές κεφαλαίων.
Η Millennium δεν λειτουργεί όπως ένα παραδοσιακό hedge fund, στο οποίο ένας διαχειριστής αποφασίζει για το μεγαλύτερο μέρος των επενδύσεων. Κατανέμει τα κεφάλαιά της σε εκατοντάδες μικρές και σχετικά αυτόνομες ομάδες, τα λεγόμενα «pods». Κάθε ομάδα αναλαμβάνει συγκεκριμένη αγορά ή στρατηγική. Μπορεί να ασχολείται με ευρωπαϊκές τράπεζες, αμερικανικά ομόλογα, εμπορεύματα, συγχωνεύσεις ή αλγοριθμικές συναλλαγές.
Οι διαχειριστές αποφασίζουν πού θα επενδύσουν, αλλά έχουν σαφή όρια ζημιών. Αν τα ξεπεράσουν, η εταιρεία περιορίζει τις θέσεις τους, μειώνει τα κεφάλαια που έχουν στη διάθεσή τους ή κλείνει την ομάδα. Οι θέσεις της είναι χιλιάδες και συχνά αλλάζουν γρήγορα. Από την τελευταία τριμηνιαία γνωστοποίησή της προς την αμερικανική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ξεχωρίζει, πάντως, η SpaceX. Στις 30 Ιουνίου 2026 η Millennium δήλωσε ότι κατείχε 17,6 εκατ. μετοχές της εταιρείας, αξίας σχεδόν 3 δισ. δολ. Είχε επίσης θέσεις 1,64 δισ. δολ. στη Norfolk Southern και 1,54 δισ. δολ. στη Warner Bros. Discovery. Η συνολική γνωστοποίηση περιλάμβανε 5.796 θέσεις.
Η Millennium έχει κλείσει με ζημιές μόνο μία χρονιά από την ίδρυσή της, το 2008. Τότε, στη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης, έχασε περίπου 3%-3,5%, την ώρα που ο S&P 500 υποχωρούσε κατά 38%.Το 2024 απέδωσε περίπου 15%.
Το 2025 έκλεισε με κέρδη 10,5%, χαμηλότερα από αρκετούς ανταγωνιστές της, αλλά χωρίς τις μεγάλες διακυμάνσεις που χαρακτηρίζουν άλλα hedge funds.
Ο Ιζι Ενγκλαντερ γεννήθηκε το 1948 στη Νέα Υόρκη, σε οικογένεια Πολωνών μεταναστών. Σπούδασε χρηματοοικονομικά στο New York University και άρχισε να ασχολείται με τις αγορές πριν ολοκληρώσει τις σπουδές του. Εργάστηκε ως floor broker, trader και specialist στο American Stock Exchange. Το 1977 δημιούργησε τη χρηματιστηριακή IA Englander & Co., προτού ιδρύσει τη Millennium δώδεκα χρόνια αργότερα. Σε αντίθεση με άλλους δισεκατομμυριούχους της Wall Street, αποφεύγει τις συνεντεύξεις και τις δημόσιες τοποθετήσεις. Παραμένει, όμως, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Millennium στα 77 του χρόνια.
Το Forbes υπολογίζει την περιουσία του σε περίπου 27,6 δισ. δολάρια. Τον Νοέμβριο του 2025, ο Ενγκλαντερ πούλησε για πρώτη φορά μερίδιο της Millennium σε εξωτερικούς επενδυτές. Ομάδα θεσμικών επενδυτών απέκτησε παθητικό ποσοστό 15% μέσω κεφαλαίων που διαχειρίζεται η Petershill της Goldman Sachs. Σύμφωνα με το Reuters, η συναλλαγή έφθασε περίπου στα 2 δισ. δολάρια και αποτίμησε την εταιρεία στα 14 δισ.
Η Verition, η δεύτερη εταιρεία που εξετάζει γραφείο στην Αθήνα, διαχειρίζεται 15 δισ. δολάρια. Ιδρύθηκε το 2008, διαθέτει εννέα γραφεία και περισσότερους από 500 επαγγελματίες επενδύσεων. Για τη Verition δεν έχει ληφθεί ακόμη απόφαση. Η Millennium βρίσκεται επίσης στη διαδικασία εξέτασης της ελληνικής αγοράς. Προς το παρόν, το μόνο βέβαιο είναι ότι η Αθήνα έχει μπει στις συζητήσεις τριών από τα μεγαλύτερα ονόματα της διεθνούς αγοράς hedge funds.




























