Γράφει ο Κώστας Μπαλαχούτης
Μικρό και αμήχανο το επίθετο του τίτλου γι’ αυτόν τον αθάνατο Ηπειρώτη μουσικό.
Ο Τάσος Χαλκιάς, γεννημένος το 1914, είναι «γενάρχης» μιας μουσικής οικογένειας που έγραψε ιστορία σε αυτόν τον τόπο, γλεντώντας με αξιώσεις κόσμο και ντουνιά και λειτουργώντας παράλληλα σαν θεματοφύλακας παράδοσης αλλά και κοιτίδα ενός πολύχρωμου και παγκόσμιου συνάμα μουσικού κινήματος, πριν το λεγόμενο έθνικ μορφοποιηθεί ως τάση και μόδα.
Αν οι περισσότεροι ξέραμε για ποιον μιλάμε, τέτοια μέρα, ίσως θα έπρεπε να ήταν… μουσική αργία.
Ο λόγος στον γιο του, Λάκη Χαλκιά, μέσα από προηγούμενο άρθρο μας:
«Ο πατέρας μου, ο Τάσος Χαλκιάς, δεν ήθελε να γίνω μουσικός. Εζησε μια φοβερά δύσκολη εποχή. Για να καταλάβεις, έλεγε ότι αν μπορούσε να πετάξει το κλαρίνο του απ’ το αεροπλάνο στον ωκεανό την ώρα που ερχόταν απ’ την Αμερική, θα το έκανε… Στον πόλεμο το 1941-1942 έχασε την οικογένειά του. Επεσε μια βόμβα σε έναν βράχο μεγάλο που ήταν δίπλα στο σπίτι, κι αυτός έσκασε πάνω σε αυτό, και σκοτώθηκε η γυναίκα του και τα δύο παιδιά του. Ο γέρος μου έζησε γιατί ήταν τραυματίας πολέμου και είχε πάει στο νοσοκομείο να κάνει αλλαγή στο τραύμα του. Του είπαν τα μαντάτα τα αδέλφια του στον δρόμο, καθώς ερχότανε, για να τον προετοιμάσουν. Για δύο χρόνια περίπου γύριζε με γένια, με ένα παλτό χειμώνα-καλοκαίρι, με έναν σταυρό στο στήθος… Και μετά τον πόλεμο υπήρχε πείνα μεγάλη…».
Η σκυτάλη στον ίδιο τον Τάσο Χαλκιά:
«Μια μέρα ήρθε η μπόσενα και μου είπε πως στο μαγαζί βρίσκονται καμιά δεκαριά άτομα με τον κύριο Γκούντμαν. Τους είχε φέρει το ενδιαφέρον τους για ένα σκοπό που έπρεπε να παιχτεί πάνω σε μοιρολόι και οι άνθρωποι αυτοί δεν μπορούσαν να τον παίξουν, η ορχήστρα του Μπένι Γκούντμαν. Επρόκειτο για κινηματογραφικό έργο, του Ρίτσαρντ Σεραφιάν. Το Αντυ, όπου μια μάνα χάνει την κόρη της και τρελαίνεται. Για εκείνη τη στιγμή θέλαν’ ένα σκοπό μοιρολόι. Ρώτησαν και τους είπανε να έρθουν στη Νέα Υόρκη, στο κέντρο Αλή Μπαμπά, όπου παίζει κάποιος που είναι σε θέση να εξυπηρετήσει και ονομάζεται Τάσος Χαλκιάς.
Οταν μου είπε η μπόσενα ότι, “κύριε Χαλκιά, σήμερα φιλοξενούμε στο μαγαζί τον Μπένι Γκούντμαν”, είναι αλήθεια πως γνωρίζοντας ποιος είναι δεν μπορούσα να παίξω αυτό που θέλανε. Βέβαια, κατόπιν συνεννόησης με την μπόσενα, διότι εκείνη έκανε το διερμηνέα, ο Γκούντμαν τής είπε: “Θέλω να παίξει ένα μοιρολόι. Τι είναι αυτό το πράγμα”; “Να παίξω”, είπα, αλλά επειδή ήξερα για τον άνθρωπο αυτόν, επήγα πρώτα στο μπαρ κι έσφιξα δυο-τρία ουίσκι και κατόπιν ανέβηκα επάνω. Μόλις τελείωσα, ήρθε στο πάλκο και με ρώτησε αν διαβάζω νότες. “Δε διαβάζω, κύριε”. “Και περνάς τόσα πράγματα; Εγώ να ήμουνα, χωρίς να διάβαζα δε θα τα κατάφερνα ποτέ”.
Είναι! Σαν βυζαντινή μουσική. Επαιξα ωραία. Του φάνηκε παράξενος ο ήχος του μοιρολογιού. Ο τρόπος. Οι τραβηχτές φωνές σε μόρια. Πολύ τραβηχτές. Κι αυτό ίσως δεν το είχαν στη μουσική που έπαιζε. Στην τζαζ. Βγάζουν καθαρές φωνές στην τζαζ. Δεν έχουν κλεισάντα. Δεν έχουν μόρια μέσα στις φωνές τους και τους εντυπωσίασα φαίνεται. Τους άρεσε πολύ. Τρελάθηκε ο Γκούντμαν. Ανέβηκε στο πάλκο και κοντά στις ερωτήσεις με φίλησε κι ύστερα όταν καθίσαμε στην παρέα του μου έδωσε μια μπουκαδούρα δώρο που έγραφε πάνω το όνομά του. Μου έδωσε επίσης και καλάμια. Δεν ξέρω πώς, αλλά έβγαζε και δικά του καλάμια. Επαιξα τελικά με την ορχήστρα του, μ’ αυτόν τον μεγάλο κλαρινίστα της Αμερικής μετά από το παίξιμο που έκανα στο μαγαζί, όπου κάθισα έξι μήνες».(1)
Φινάλε με ρήσεις άλλων, επίσης, αθανάτων:
«Είσαι από εκείνους που μια σωστή Πολιτεία θα έπρεπε να τους έχει στο Εθνικό Μουσείο των ζωντανών! Ολη η ψυχή της πολυβασανισμένης Ρωμιοσύνης βρίσκεται μέσα στο κλαρίνο σου!», είχε γράψει ο Μίκης Θεοδωράκης, ενώ ο μεγάλος ποιητής μας Γιάννης Ρίτσος έγραφε το 1985: «Στον ήχο του κλαρίνου του Τάσου Χαλκιά βογκάει, τινάζεται, χαμογελάει και χορεύει η Ελλάδα!».
Πηγές:
1.Aπό το βιβλίο του Αντρέα Χρονόπουλου «Θύμησες και Σημειώσεις Τάσου Χαλκιά» (Εκδόσεις Απόπειρα, 1985).




























