Γράφει η Βίκυ Κατεχάκη
Eνας ήχος που εδώ και αιώνες είχε σιγήσει, «ξαναζωντανεύει» σήμερα στις κινηματογραφικές αίθουσες, σε ολόκληρο τον κόσμο. Είναι ο ήχος του αρχαίου αυλού που ανακατασκευάστηκε για τις ανάγκες της «Οδύσσειας» του Νόλαν και ξεχωρίζει ανάμεσα στα κρουστά και τα συνθεσάιζερ που χρησιμοποιεί ο βραβευμένος με Οσκαρ συνθέτης Λούντβιχ Γκόρανσον στο σάουντρακ της ταινίας. Βαθύς και δυνατός, προέρχεται από ένα όργανο που είχε αγαπηθεί πολύ στην αρχαία Ελλάδα.
«Οι αρχαίοι χαρακτήριζαν τον αυλό “βαρύβρωμο”, από το επίθετο βαρύς, δηλαδή βαθύς, και από το ρήμα βρέμω, που σημαίνει τραντάζω. Ηταν όπως ο δυνατός ήχος από τον κεραυνό του Δία», σημειώνει στην «Κ» ο Στέλιος Ψαρουδάκης (φωτό), αναπληρωτής καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Μουσικής στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. «Επρόκειτο για το κατεξοχήν πνευστό όργανο των αρχαίων Ελλήνων, όπως ήταν η λύρα για τα έγχορδα», προσθέτει ο ίδιος.
Η ιστορία της ανακατασκευής του αυλού που «πρωταγωνιστεί» στην ταινία του Νόλαν έχει την αφετηρία της σε ένα εύρημα γνωστό ως «ο τάφος του μουσικού» που ήρθε στο φως στην αρχαία Ακανθο της Χαλκιδικής πάνω από τρεις δεκαετίες πριν και χρονολογείται περίπου στον 5ο αιώνα π.Χ.
Πίσω από την προσπάθεια αναβίωσής του, βρέθηκαν δύο άνθρωποι που εδώ και χρόνια πειραματίζονται με την ανακατασκευή των αρχαίων αυλών και τις τεχνικές τους: ο Γερμανός κατασκευαστής μουσικών οργάνων Μαξ Μπρούμπεργκ και ο Σκωτσέζος μουσικός Κάλουμ Αρμστρονγκ».
«Ερχεται στην Ελλάδα κάθε καλοκαίρι, μαζεύει καλάμια και επιστρέφει στο εργαστήριο του Μπρούμπεργκ, όπου μαζί κατασκευάζουν τις περίεργες γλωσσίδες»
«Πριν από περίπου δύο χρόνια ο Μπρούμπεργκ, ο οποίος ζει στην Ιταλία, ταξίδεψε στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Πολύγυρου όπου φυλάσσεται ο αυλός και του δόθηκε η άδεια να τον μελετήσει με σκοπό να πάρει όλα τα στοιχεία που χρειαζόταν για την ανακατασκευή του», αφηγείται ο κ. Ψαρουδάκης.
Ενα από τα αντίγραφα που κατασκεύασε έφτασε στα χέρια του Αρμστρονγκ και ήταν εκείνο που χρησιμοποιήθηκε τελικά για την ηχογράφηση του σάουντρακ. Ο καθηγητής υποθέτει ότι η επιλογή του συγκεκριμένου αυλού –ανάμεσα σε άλλους– είχε να κάνει με την παλαιότητά του.
«Δεν γνωρίζω με βεβαιότητα γιατί επελέγη ο αυλός της Ακάνθου. Υπάρχουν άλλοι που σώζονται σε καλύτερη κατάσταση. Είναι πιθανό όμως να τον επέλεξαν επειδή είναι ένα πάρα πολύ πρώιμο όργανο, ίσως μάλιστα ο πιο πρώιμος τεκμηριωμένος ανασκαφικά αυλός».
Για τον Ελληνα αρχαιομουσικολόγο, πάντως, η επαφή με την ιστορία του συγκεκριμένου αυλού μετράει πολλά χρόνια πριν από την «Οδύσσεια». Ο ίδιος είχε συναντήσει για πρώτη φορά τον αυλό της Ακάνθου πριν από είκοσι χρόνια.
«Πρωτοακούσαμε για αυτόν το 1992, όταν κυκλοφόρησε στη Θεσσαλονίκη ένα τομίδιο με μια φωτογραφία του και κάποιες βασικές πληροφορίες. Το 2006 έπειτα από αίτηση που έκανα στην τότε αρμόδια Εφορεία Ιστορικών Κλασικών Αρχαιοτήτων είχα τη δυνατότητα να δω το εύρημα από κοντά, αλλά δεν μπόρεσε να προχωρήσει η πλήρης μελέτη και καταγραφή του. Μέχρι στιγμής το όργανο αυτό δεν έχει δημοσιευτεί με τα πλήρη χαρακτηριστικά του και ουσιαστικά αποτελεί μια σχετικά άγνωστη ανακάλυψη», προσθέτει.
«Ενας ήχος που εξέλιπε»
Το υλικό του αυλού προέρχεται από οστό ζώου, ενώ ορισμένα τμήματά του δεν έχουν διασωθεί. «Εφόσον δεν έχει γίνει κάποια περαιτέρω έρευνα δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με βεβαιότητα από ποιο ζώο προέρχεται. Δεν αποκλείεται να είναι ελάφι, αλλά αυτό θα πρέπει να το τεκμηριώσει ένας ειδικός», τονίζει ο κ. Ψαρουδάκης.
Η μεγαλύτερη αξία του, για τον ίδιο, βρίσκεται σε κάτι που δεν μπορεί κανείς να δει μέσα σε μια προθήκη.
«Με το τέλος της ελληνικής αρχαιότητας το όργανο αυτό έπαψε να υπάρχει. Είχε συνδεθεί πολύ με τον Διόνυσο, ήταν το όργανο της κραιπάλης, της οινοποσίας, του διονυσιασμού. Επομένως, η νέα θρησκεία δεν το περιέβαλε με αγάπη. Και όπως έδιωξε όλα τα όργανα από τα τελετουργικά της, έτσι έπαψε και ο αυλός», εξηγεί. «Αυτό είναι το μεγαλύτερο ενδιαφέρον του: είναι ένας ήχος που εξέλιπε».
Ο αρχαίος αυλός απέχει αρκετά από την εικόνα που έχουμε σήμερα για ένα πνευστό όργανο και –παρά τη συχνή σύγχυση– δεν έχει σχέση με το σύγχρονο φλάουτο. Ο κ. Ψαρουδάκης τον περιγράφει. «Είναι ένα περίεργο όργανο, διότι αποτελείται από δύο μακριούς σωλήνες, περίπου 33 και 35 εκατοστά, με τον μακρύτερο να παράγει βαθύτερο ήχο».
Κάθε σωλήνας παιζόταν με διαφορετικό χέρι και μπορούσε να παράγει διαφορετικό φθόγγο. «Οταν παίζουν συγχρόνως οι δύο σωλήνες, έχουμε ετεροφωνία, δηλαδή ακούγονται δύο νότες ταυτόχρονα. Μπορεί να είναι οι ίδιες, αν το επιθυμήσει ο αυλητής, αλλά μπορεί να είναι και διαφορετικές».
Πώς ανακατασκευάζεται ένας χαμένος ήχος
Ρωτάμε τον κ. Ψαρουδάκη με ποιον τρόπο ένα όργανο που έχει φτάσει «αποσπασματικά» έως τις ημέρες μας μπορεί να ξανακατασκευαστεί δυόμισι χιλιετίες αργότερα.
«Πρώτα απ’ όλα πρέπει να υπάρξει μελέτη. Δηλαδή κάποιος να το μετρήσει, να το φωτογραφίσει και μετά να κάνει σχέδια, να το συγκρίνει με άλλα ευρήματα και να αποφασίσει πώς θα γίνει η αποκατάσταση. Αμέσως μετά θα πρέπει να βρει τα σύγχρονα υλικά και να φτιάξει μία ρέπλικα».
Και όταν κάποια από τα τμήματα δεν σώζονται, όπως στην περίπτωση του αυλού της Ακάνθου, οι ερευνητές –εξηγεί– αναζητούν τα λεγόμενα «ανάλογα». «Δηλαδή παίρνουν την πληροφορία που λείπει από αντίστοιχα όργανα που έχουν διασωθεί. Πηγαίνουν συγκριτικά με αυτά και με όποια γνώση υπάρχει γενικότερα διαθέσιμη».
Στην περίπτωση του αυλού ένα από τα δυσκολότερα κομμάτια είναι τα επιστόμια με τις διπλές γλωσσίδες από καλάμι, οργανικό υλικό που δεν διατηρείται εύκολα στον χρόνο. Σε αυτά έχει επικεντρώσει μεγάλο μέρος της έρευνάς του ο Κάλουμ Αρμστρονγκ.
«Ερχεται στην Ελλάδα κάθε καλοκαίρι, μαζεύει καλάμια και επιστρέφει στο εργαστήριο του Μπρούμπεργκ, όπου μαζί κατασκευάζουν τις περίεργες γλωσσίδες, οι οποίες δεν υπάρχουν σήμερα πλέον στα μουσικά όργανα. Είναι κάτι που έχει εκλείψει».
Αρχαίος ήχος, όχι αρχαία μουσική
Υπάρχει ωστόσο μια σημαντική λεπτομέρεια. Το ότι ο Γκόρανσον χρησιμοποιεί ένα ανακατασκευασμένο αρχαίο όργανο δεν σημαίνει ότι επιχειρεί να ανασυνθέσει τη μουσική που άκουγαν οι αρχαίοι Ελληνες.
Πόσο κοντά, όμως, μπορεί να βρίσκεται ο ήχος του αυλού που δημιούργησε ο Μπρούμπεργκ και έπαιξε ο Αρμστρονγκ σε εκείνον της Ακάνθου που ακουγόταν πριν από 2.500 χρόνια;
«Η μουσική του Γκόρανσον είναι σύγχρονη. Δεν έχει να κάνει με την αρχαία μουσική», λέει ο κ. Ψαρουδάκης. Από τις περίπου 60-70 αρχαίες μελωδίες που έχουν διασωθεί, δεν αναγνωρίζει κανείς κάποιο μοτίβο στη μουσική της ταινίας. «Οι δημιουργοί εμπνέονται από κάτι παλαιότερο, βοηθιούνται από κάτι παλαιότερο, το εντάσσουν στη δική τους φιλοσοφική σκέψη, αλλά το αποτέλεσμα είναι κάτι εντελώς καινούργιο».
Πόσο κοντά, όμως, μπορεί να βρίσκεται ο ήχος του αυλού που δημιούργησε ο Μπρούμπεργκ και έπαιξε ο Αρμστρονγκ σε εκείνον της Ακάνθου που ακουγόταν πριν από 2.500 χρόνια;
«Δεν θα τολμήσω να πω ότι φθάνει στο 100%, αλλά οπωσδήποτε είναι πολύ κοντά», απαντά ο Στέλιος Ψαρουδάκης.
«Πιστεύω ότι ο Μπρούμπεργκ έκανε καλή δουλειά με την ανακατασκευή και ότι έφτασε σε ασφαλή συμπεράσματα. Φυσικά παίζει ρόλο και η τεχνική του φυσήματος –δεν βγάζουν όλοι οι μουσικοί τον ίδιο ήχο από το ίδιο όργανο. Ομως, τον κύριο, αντιπροσωπευτικό ήχο μπορούμε να τον αναπαράγουμε. Λίγο πολύ αυτός είναι. Είναι αναγνωρίσιμος», σημειώνει και κάνει μία τελευταία σημαντική διάκριση. «Δεν είναι μόνο ο ήχος της Ακάνθου. Είναι ο ήχος της αρχαιότητας αυτός που ακούμε στην Οδύσσεια».



























