Περπατάμε η μια πίσω από την άλλη σε ένα στενό πέρασμα που οδηγεί στην αγορά. Ο οδηγός του τρίκυκλου- rickshaw το λένε εδώ στην Ινδία- μας άφησε στην πίσω πλευρά της και μας είπε να ακολουθήσουμε αυτό το διάδρομο που βγάζει απευθείας στους πάγκους με τα σανταλόξυλα. Προς το παρόν μυρίζει κάτουρο και σκουπίδια. Η δυσοσμία παρέα με την υγρασία και το θόρυβο του δρόμου μας αποθαρρύνει. Επιταχύνουμε το βήμα μας και προχωρούμε περίπου μετανιωμένες. Αλλιώς την φανταστήκαμε την πρώτη μας επαφή με την αγορά Ντεβατζάρα, την πιο γνωστή και χαρακτηριστική του Μysore που λειτουργεί περισσότερο από 100 χρόνια και λένε μάλιστα πως είναι μια ζωντανή, σχεδόν ποιητική, μικρογραφία της ινδικής καθημερινότητας. Ρίχνουμε το φταίξιμο στον οδηγό που δεν μας πήγε από την κεντρική είσοδο παρότι υποψιαζόμαστε πως μάλλον πρόκειται για μια ακόμα δοκιμασία, από κείνες που σε υποβάλει συνεχώς αυτή η χώρα για να διασκεδάσει με τα όρια σου.

Το πέρασμα μας φαίνεται ατέλειωτο. Ένα ποντίκι περνάει ανάμεσα στα πόδια μας και μας τρομάζει. Την ίδια στιγμή στο βάθος εμφανίζονται τεράστιες γιρλάντες από γιασεμί να κρέμονται η μια πλάι στην άλλη σαν παραδεισένια κολιέ. Πάλι καλά, αλλιώς θα είχαμε εγκαταλείψει ήδη την προσπάθεια. Ευτυχώς όμως που δεν το κάναμε, γιατί όπου νάναι οι αισθήσεις μας θα εξαπολυθούν σε όλους τους διαδρόμους της αγοράς σαν λαγωνικά, για να μαζέψουν ό,τι προλάβουν από αυτό το πανηγύρι μυρωδιών, γεύσεων και χρωμάτων που άρχισε ήδη να συμβαίνει μπροστά μας.
Φτάνουμε εκεί όπου και οι γιρλάντες με τα γιασεμιά. Γύρω τους εκατοντάδες λουλούδια σχηματίζουν μικρά βουνά και οι μυρωδιές τους μας προκαλούν ανάλαφρο ίλιγγο. Πορτοκαλί κατιφέδες, κατακόκκινα τριαντάφυλλα, ολόλευκα χρυσάνθεμα και ένα σωρό άλλα μεθυστικά άνθη που προορίζονται για τάματα στους ναούς, αρπάζουν το βλέμμα μας και το τραβούν μακριά από τα λεκιασμένα πατώματα και τους λιγδιασμένους τοίχους. Γυναίκες ντυμένες με πανέμορφα σάρι καθισμένες σταυροπόδι, τα μπλέκουν σε στεφάνια και τα περνούν σε κλωστές. Τα χέρια τους κινούνται αργά και σταθερά λες και υπακούουν σε ένα απόκοσμο ρυθμό.

Τριγύρω κόσμος πολύς. Παιδιά, νεαροί, γυναίκες, άντρες, γέροι. Συνωστισμός, κινήσεις, χειρονομίες, νεύματα, ομιλίες, όλα ωστόσο με μια παράξενη ησυχία. Μια χαμηλόφωνη οργανωμένη αταξία που σε παρασύρει και χωρίς να το καταλάβεις γίνεσαι μέρος της ροής της, κυλάς μαζί της, οι εικόνες σε απορροφούν και αφήνεσαι στην ιδιαιτερότητα τους παραιτημένος από κάθε προκατάληψη.
Πολύχρωμα μπαχαρικά παντού· κουρκουμάς, κύμινο, κόλιανδρος, κάρδαμο, κόκκινο τσίλι, συναγωνίζονται ποιο θα εγκλωβίσει πρώτο τη ματιά σου και ποιο θα τρυπώσει πιο γρήγορα μέσα στην μύτη σου. Παραδίπλα τα φρούτα στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο, μπανάνες σε δεκάδες μεγέθη και αποχρώσεις, γκουάβα, παπάγια, ρόδια, ανανάδες, καρύδες που ανοίγονται επιτόπου. Τα βλέπεις και αισθάνεσαι την γεύση τους στο σάλιο σου.

Στον επόμενο διάδρομο λαχανικά μέσα στα ψάθινα καλάθια με το χώμα ακόμα πάνω τους· μπάμιες, μελιτζάνες, τζίντζερ, φύλλα κάρι, όλα σε τόση αφθονία που αναπόφευκτα διερωτάσαι γιατί ο άνθρωπος έπαψε να αναζητά στην φύση την ουσία της ζωής του.
Περπατώ ανάμεσα τους κατάπληκτη και παρατηρώ το κάθε τι με την αθωότητα της πρώτης φοράς. Και όσο τα παρατηρώ συνάμα τα φαντάζομαι μέσα στις κουζίνες των ινδικών σπιτιών· να βράζουν στις κατσαρόλες, να απλώνονται στα στρωμένα τραπέζια, να λιώνουν στις γλώσσες των ανθρώπων, να στάζουν στους ιδρώτες τους, να μυρώνουν τις προσευχές τους. Τελετουργία, επιβίωση και καθημερινότητα σε μια διαρκή συνδεσιμότητα. Ή για να το πω αλλιώς, ο τρόπος ύπαρξης των Ινδών συμπυκνωμένος πάνω σε αυτούς τους πάγκους, τους στριμωγμένους μεταξύ τους και τους φορτωμένους με ολόφρεσκα προϊόντα. Αυτή είναι η αγορά Ντεβατζάρα. Ομορφιά και ασχήμια, βρώμα και ευωδία, μαύρο και χρώμα, προσευχή και συναλλαγή σε ένα αδιάκοπο πάρε-δώσε.
Τώρα ένα καρότσι περνά από μπροστά μας γεμάτο μέχρι πάνω με μπανάνες και πίσω του ένας νεαρός που κουβαλά σακιά στην πλάτη του. Πιο κάτω μια γυναίκα που κάθεται πίσω από χιλιάδες νυχτολούλουδα και λωτούς, μου φαίνεται κι’ αυτή ανθισμένη. Κάποιος μας κάνει νόημα να τον ακολουθήσουμε, θέλει, λέει να μας δείξει, πως φτιάχνονται τα λεπτά ξυλάκια από θυμίαμα που σιγοκαίνε. Τον προσπερνούμε ευγενικά, μας κερδίζουν οι κώνοι από κόκκινη σκόνη κουμ-κουμ που βρίσκονται σε ένα πάγκο παρακάτω. Η κουμ-κουμ είναι μια σκόνη που φτιάχνεται από κουρκουμά, την επεξεργάζονται μέχρι να αποκτήσει βαθύ κόκκινο χρώμα και ύστερα την ακουμπούν στο μέτωπο, ανάμεσα στα φρύδια, σαν στρογγυλή κηλίδα ή την προσφέρουν στους θεούς τους με μικρές τελετουργίες μέσα στο σπίτι ή στους ναούς. Ο πωλητής επιμένει να βάλει λίγη και σε μας, δεχόμαστε, το νιώθουμε σαν μια προσωρινή μύηση σε μια καθημερινότητα που δεν μας ανήκει, αλλά παρόλα αυτά μας εμπεριέχει.

Η ώρα περνά γρήγορα, το rickshaw όπου νάναι θαρθεί, κάνουμε επαναστροφή και κατευθυνόμαστε με το ιερό σημάδι στο μέτωπο, προς στους πάγκους με το σανταλόξυλο. Το Mysore φημίζεται για το σανταλόξυλο του γι’αυτό και θέλουμε να προλάβουμε να αγοράσουμε μερικά για δώρα. Είναι ένα ξύλο πυκνό και αρωματικό που τρίβεται πάνω σε λεία πέτρα με λίγο νερό και γίνεται μια απαλή σχεδόν γαλακτώδης πάστα που την απλώνουν στο δέρμα για δροσιά ή και για άρωμα. Ο πωλητής μας το δείχνει σε όλες τους τις εκδοχές: πάστα, αιθέριο έλαιο, σαπούνια, θυμίαμα, μικρά αρώματα. Παίρνω ένα κομμάτι στα χέρια μου και το μυρίζομαι. Η μυρωδιά του είναι ήπια αλλά επίμονη, όπως κάθε μυρωδιά που ξέρει να ανασταίνει αναμνήσεις. Και αυτός είναι και ο λόγος που θέλω να αγοράσω ένα και για μένα. Για νάχω να θυμάμαι αυτή την μέρα σ’αυτό το μέρος που κρατά την ουσία στην επιφάνεια για να την βλέπεις, να την μυρίζεσαι, να την αγγίζεις, να την γεύεσαι. Σαν μια αλήθεια που ποτέ δεν παλιώνει.





























