Οι σύγχρονες κοινωνίες χαρακτηρίζονται από συγκέντρωση του πλούτου σε μικρό ποσοστό των πολιτών και εντεινόμενες κοινωνικές ανισότητες. Στην Κύπρο πολιτικά κόμματα, μαζικές οργανώσεις και πολλοί πολίτες υποστηρίζουν ότι «οι αριθμοί ευημερούν αλλά όχι οι πολίτες». Το πρόβλημα εντάθηκε λόγω της πρόσφατης παγκόσμιας ενεργειακής κρίσης, που επηρεάζει ιδιαίτερα τα ευάλωτα νοικοκυριά.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η συζήτηση γύρω από ένα αποτελεσματικό πλαίσιο κοινωνικής προστασίας αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Στόχος πρέπει να είναι η στοχευμένη στήριξη των ευάλωτων ομάδων, αλλά και η ενδυνάμωσή τους ώστε να μειώσουν την εξάρτηση από το κράτος και να αυτονομηθούν.
Στην Κύπρο, οι δαπάνες κοινωνικής προστασίας αντιστοιχούσαν στο 19% του ΑΕΠ το 2023, ποσοστό σημαντικά χαμηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (28%). Η διαφορά αυτή δεν αντικατοπτρίζει αποκλειστικά το επίπεδο προστασίας, αλλά επηρεάζεται και από διάφορους παράγοντες, όπως η γήρανση του πληθυσμού (που αυξάνει τις συντάξεις) και το επίπεδο υγείας. Ως εκ τούτου, πιο αντιπροσωπευτικοί είναι οι δείκτες κοινωνικής ανισότητας (π.χ. συντελεστής Gini, κίνδυνος φτώχειας), στους οποίους η Κύπρος βρίσκεται στον μέσο όρο της Ε.Ε.
Το μεγαλύτερο μέρος των κοινωνικών δαπανών κατευθύνεται στις συντάξεις και στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Παράλληλα, λειτουργούν προγράμματα, όπως το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα (ΕΕΕ), παροχές για αναπηρία, το επίδομα τέκνου και η φοιτητική χορηγία. Σημαντικά ποσά διοχετεύονται, επίσης, στην παιδεία και την κατάρτιση, που είναι κομβικές για την κοινωνική ανέλιξη.
Ωστόσο, μια σημαντική αδυναμία στην Κύπρο είναι ότι η συντριπτική πλειοψηφία των κοινωνικών δαπανών δεν είναι στοχευμένη. Στην ουσία, μόνο το ΕΕΕ παραχωρείται με αυστηρά εισοδηματικά κριτήρια.
Με βάση τα πιο πάνω, προτείνονται τα ακόλουθα: (α) ψηφιακή καταγραφή και εντοπισμός των ευάλωτων ομάδων, μέσω επικαιροποίησης της σχετικής μελέτης του Πανεπιστημίου Κύπρου, για αποτελεσματικότερη στόχευση, (β) επεκτάσεις υφιστάμενων κοινωνικών σχεδίων να γίνονται, τουλάχιστον στην πλειοψηφία τους, με στόχευση («means tested»), (γ) σταδιακή προσαρμογή του ΕΕΕ, ως βασικού πυλώνα κοινωνικής πολιτικής, για την κάλυψη των βασικών αναγκών των δικαιούχων, (δ) ενίσχυση των χαμηλοσυνταξιούχων στο πλαίσιο της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης, (ε) σταδιακή προσαρμογή του ελάχιστου μισθού βάσει των κατευθυντήριων γραμμών της Ε.Ε.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι, η κοινωνική προστασία δεν δύναται να αξιολογείται αποκλειστικά από το ύψος των δαπανών. Η επιτυχία της εξαρτάται από την ισορροπία μεταξύ επαρκούς στήριξης, κινήτρων για εργασία και δημοσιονομικής βιωσιμότητας. Η σημερινή ικανοποιητική πορεία της κυπριακής οικονομίας προσφέρει την ευκαιρία για αυτές τις στοχευμένες μεταρρυθμίσεις, χωρίς να διακυβεύεται η δημοσιονομική σταθερότητα.
Ο Ανδρέας Χαραλάμπους είναι οικονομολόγος και πρόεδρος του Δημοσιονομικού Συμβουλίου Κύπρου. Ο Όμηρος Πισσαρίδης είναι οικονομολόγος και μέλος του Συμβουλίου Οικονομίας και Ανταγωνιστικότητας Κύπρου. Οι απόψεις που εκφράζουν είναι προσωπικές.





