Στις 11 Φεβρουαρίου, ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Βενιαμίν Νετανιάχου φτάνει στον Λευκό Οίκο με έναν στόχο: να πείσει τον Πρόεδρο Τραμπ να συνταχθεί με το Ισραήλ σε μια μεγάλης κλίμακας στρατιωτική επιχείρηση εναντίον του Ιράν. Όπως περιγράφουν με λεπτομέρεια οι Jonathan Swan και Maggie Haberman των New York Times, ο Νετανιάχου κατεβαίνει στο Situation Room και παρουσιάζει ένα σχέδιο τεσσάρων σημείων: δολοφονία του Ανώτατου Ηγέτη, αποδυνάμωση της στρατιωτικής ικανότητας του Ιράν, πυροδότηση λαϊκής εξέγερσης, εγκατάσταση κοσμικής κυβέρνησης. Το ρίσκο της αδράνειας, υποστηρίζει, είναι μεγαλύτερο από το ρίσκο της δράσης.
Όταν τελειώνει, ο Τραμπ απαντά: «Μου ακούγεται καλό». Την επόμενη μέρα, οι αναλυτές των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών εξετάζουν την ίδια παρουσίαση. Ο διευθυντής της CIA, Ratcliffe, τη χαρακτηρίζει «γελοία». Ο υπουργός Εξωτερικών Ρούμπιο: «Με άλλα λόγια, ανοησίες». Ο Στρατηγός Caine λέει στον πρόεδρο ότι αυτή είναι η συνήθης τακτική των Ισραηλινών: «Τα παρουσιάζουν καλύτερα απ’ ό,τι είναι, και τα σχέδιά τους έχουν συχνά κενά».
Ο Τραμπ δεν ταράζεται. Η αλλαγή καθεστώτος, λέει, θα είναι «δικό τους πρόβλημα». Στις 28 Φεβρουαρίου, ξεκινά ο πόλεμος. Είναι πλέον ξεκάθαρο ότι ο Τραμπ υποτίμησε την αντίδραση του Ιράν, και ότι οι σύμβουλοί του δικαιώθηκαν στις επιφυλάξεις τους. Είναι εύκολο να συμπεράνει κανείς ότι το πρόβλημα ήταν ο εγωισμός και η υπεροψία του. Κι όμως, ο τρόπος που σκέφτηκε και τα λάθη που έκανε είναι βαθιά ανθρώπινα, και πολύ πιο συνηθισμένα απ' όσο παραδεχόμαστε.
Τρία από αυτά αξίζει να τα κατανοήσουμε. Κάθε μέρα δεχόμαστε έναν καταιγισμό πληροφοριών. Για να τα βγάλει πέρα, ο εγκέφαλος κρατάει ό,τι θεωρεί σημαντικό, και συχνά, ό,τι θεωρεί σημαντικό είναι όσα επιβεβαιώνουν αυτά που ήδη πιστεύουμε. Σκέψου πόσο ωραία νιώθεις όταν το ChatGPT συμφωνεί μαζί σου, όταν επιβεβαιώνει τη σκέψη σου. Φαντάσου αν σε αντέκρουε συνεχώς, αν αμφισβητούσε κάθε σου πρόταση, αν σου έλεγε ότι κάνεις λάθος. Πιθανότατα θα το χρησιμοποιούσες πολύ λιγότερο. Ο Τραμπ θεωρούσε το Ιράν ιδιαίτερα επικίνδυνο αντίπαλο εδώ και χρόνια. Η παρουσίαση του Νετανιάχου δεν τον έπεισε για κάτι καινούριο, επιβεβαίωσε όσα ήδη πίστευε. Με τον ίδιο τρόπο αντιμετώπισε και την εκτίμηση των μυστικών υπηρεσιών: άκουσε όσα ταίριαζαν με αυτά που πίστευε και αγνόησε τα υπόλοιπα.
Υποτιμούμε επίσης πόσο δύσκολο είναι κάτι ή πόσο χρόνο θα πάρει. Η ανακαίνιση που θα έπαιρνε τρεις μήνες και τράβηξε έναν χρόνο. Το έπιπλο της IKEA που θα στήναμε σε ένα απόγευμα, και καταλήξαμε να φωνάξουμε μάστορα. Και όταν μας βγαίνουν τα πράγματα, το χρεώνουμε στην κρίση μας, όχι στην τύχη. Γινόμαστε ακόμα πιο σίγουροι ότι θα μας βγουν και την επόμενη φορά, ακόμα κι όταν η επόμενη δεν έχει καμία σχέση με την προηγούμενη. Λίγες εβδομάδες πριν, ο Τραμπ είχε στείλει κομάντος στη Βενεζουέλα και είχαν συλλάβει τον Νικολάς Μαδούρο χωρίς απώλειες. Όταν ο δημοσιογράφος Tucker Carlson τον προειδοποίησε ότι ένας πόλεμος με το Ιράν θα κατέστρεφε την προεδρία του, ο Τραμπ δεν πτοήθηκε. Πώς είσαι σίγουρος, ρώτησε ο Carlson. «Γιατί έτσι γίνεται πάντα», απάντησε.
Όταν προσπαθούμε να μαντέψουμε πώς θα αντιδράσει κάποιος άλλος, συνήθως σκεφτόμαστε «τι θα έκανα εγώ στη θέση του;» και υποθέτουμε ότι θα νιώσει το ίδιο με εμάς. Σπάνια ισχύει. Ο άλλος μπορεί να έχει μεγαλώσει σε εντελώς διαφορετικό περιβάλλον, να κουβαλάει εμπειρίες που εμείς δεν έχουμε ζήσει, να έχει κίνητρα που δεν μπορούμε να κατανοήσουμε. Ο Τραμπ περίμενε ότι οι Ιρανοί, βλέποντας το καθεστώς τους να καταρρέει, θα υποδέχονταν την αλλαγή. Γι' αυτό και τους κάλεσε να ξεσηκωθούν, μάταια. Οι λαοί που δέχονται επίθεση ενώνονται, δεν διαλύονται. Τα καθεστώτα που παλεύουν να επιβιώσουν δεν παραδίδονται, πολεμούν.
Αυτά τα τρία δεν είναι ελαττώματα χαρακτήρα. Είναι ο τρόπος που δουλεύει το μυαλό μας, και όλοι κάνουμε αυτά τα λάθη. Στις μεγάλες αποφάσεις όμως, σπάνια είμαστε μόνοι, και εκεί βρίσκεται η διαφορά. Συνήθως, κάποιος στο δωμάτιο βρίσκει το θάρρος να διαφωνήσει αρκετά σθεναρά ώστε να αλλάξει η απόφαση. Στο Situation Room δεν βρέθηκε κανείς. Το γιατί, θα το δούμε στο επόμενο άρθρο.












