Γράφει η Μάρω Βασιλειάδου
Η Μαίρη Λίντα ήταν κάτι ξεχωριστό. Δεν μετέφερε το λαϊκό αίσθημα όπως έκαναν η Καίτη Γκρέι ή η Πόλυ Πάνου. Είχε όμως μια ξεχωριστή δροσιά, φρεσκάδα και λυρισμό όταν τραγουδούσε, κι αυτά τα χαρίσματα την έκαναν ιδιαίτερα αγαπητή», λέει στην «Κ» η Χάρις Αλεξίου. Οι δυο τους μοιράστηκαν στο παρελθόν μια περιοδεία σε ΗΠΑ και Καναδά με ρεπερτόριο που περιελάμβανε τραγούδια του Μανώλη Χιώτη. Η Αλεξίου άλλωστε έχει ερμηνεύσει μοναδικά σε ζωντανές εμφανίσεις εμβληματικά κομμάτια του Χιώτη και της Λίντα, όπως το «Περασμένες μου αγάπες» ή το «Εσύ είσαι η αιτία που υποφέρω». Οι δύο τραγουδίστριες κράτησαν επαφή, μια φιλία χρόνων με αμοιβαίο σεβασμό. «Μέχρι το τέλος σου κελαηδούσες», έγραψε σε ανάρτησή της στο Διαδίκτυο η Χαρούλα Αλεξίου αποχαιρετίζοντας την τελευταία από τους μύθους της «χρυσής» εποχής του λαϊκού τραγουδιού με τη σπάνια φωνητική ευελιξία και τη σκηνική φινέτσα, που «έφυγε» χθες στα 91 της χρόνια.
«Μαζί σημείωσαν πολυάριθμες επιτυχίες με τραγούδια που συνδύαζαν το λαϊκό ύφος με στοιχεία τζαζ και λατινοαμερικανικών ρυθμών», σχολιάζει ο Λεωνίδας Οικονόμου
Η Μαίρη Λίντα, κατά κόσμον Μαίρη Δημητροπούλου, γεννήθηκε στον Πύργο Ηλείας τον Νοέμβριο του 1935, σε μια πολύτεκνη οικογένεια. Σύντομα εγκαταστάθηκαν στον Κολωνό, σε μια εποχή που η φτώχεια έκανε τους ανθρώπους να παίρνουν πολύ νωρίς τη ζωή στα χέρια τους. Η ίδια διηγείτο ότι ανέβηκε στο πάλκο για πρώτη φορά στα 7 της χρόνια ως νέο ταλέντο στο θρυλικό βαριετέ «Αλκαζάρ» του Ορέστη Λάσκου, που αποτέλεσε φυτώριο καλλιτεχνών της εποχής. Εκεί απέκτησε το καλλιτεχνικό της όνομα: Μαίρη Λίντα.
Ο Μανώλης Χιώτης, η Μαρία Κάλλας, η Μαίρη Λίντα και η πριγκίπισσα Γκρέις του Μονακό. Ηταν 1961 όταν το πριγκιπικό ζεύγος του Μονακό επισκέφθηκε την Αθήνα κατόπιν πρόσκλησης του Αριστοτέλη Ωνάση και βρέθηκε στα μπουζούκια. [ΦΩΤΟ ΑΡΧΕΙΟΥ ΤΑΚΗΣ ΠΑΝΑΝΙΔΗΣ]
Δουλεύοντας και πηγαίνοντας παράλληλα σχολείο, η τύχη έφερε στον δρόμο της τον χαρισματικό σολίστα του μπουζουκιού και συνθέτη Μανώλη Χιώτη σε μια ακρόαση με την ορχήστρα του στο «Πιγκάλ», ένα από τα πρώτα κοσμικά κέντρα διασκέδασης της εποχής. Εκείνη ήταν τότε 11 ετών, εκείνος σχεδόν δύο δεκαετίες μεγαλύτερος.
Οπως αναφέρει ο Λεωνίδας Οικονόμου, καθηγητής Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, στη μελέτη του «Sentiment, Memory, and Identity in Greek Laiko Music», ο Χιώτης «συνέβαλε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον στη διάδοση της μουσικής του μπουζουκιού στα αστικά και μεσαία κοινωνικά στρώματα. Σύμφωνα με μαρτυρίες συναδέλφων του, επιδίωκε πάντοτε να είναι “σύγχρονος”, να διαφοροποιείται από τους υπόλοιπους μουσικούς και δεν έπαψε ποτέ να καινοτομεί, ανανεώνοντας και μετασχηματίζοντας τη μουσική του μπουζουκιού, αλλά και διευρύνοντας το ακροατήριό της».
Στο στούντιο με τον Χιώτη.[ΦΩΤΟ ΑΡΧΕΙΟΥ ΤΑΚΗΣ ΠΑΝΑΝΙΔΗΣ]
Οι δυο τους μοιράστηκαν μια θυελλώδη σχέση, ένα γάμο κι ένα δύσκολο διαζύγιο. Ομως η δική του δεξιοτεχνία και η φωνή της Λίντα, που ελισσόταν με την ίδια άνεση από το βαρύ λαϊκό και το ρεμπέτικο μέχρι το ελαφρύ τραγούδι και τα λάτιν/τζαζ περάσματα, τους καθιέρωσαν ως ένα από τα πιο δημοφιλή καλλιτεχνικά ντουέτα στην ιστορία της ελληνικής μουσικής. Κατά την περίοδο 1958-1965 η καριέρα τους έφτασε στο απόγειό της.
«Μαζί σημείωσαν πολυάριθμες επιτυχίες με τραγούδια που συνδύαζαν το λαϊκό ύφος με στοιχεία τζαζ και λατινοαμερικανικών ρυθμών, εμφανίστηκαν σε δεκάδες θεατρικές παραστάσεις και κινηματογραφικές ταινίες και πρωταγωνίστησαν σε κοσμικά νυχτερινά κέντρα υψηλού κύρους, όπου το μπουζούκι έκανε για πρώτη φορά την εμφάνισή του. Υιοθέτησαν τη σκηνική, όρθια και θεατρική παρουσία των τραγουδιστών του ελαφρού τραγουδιού, εμπλουτίζοντας τα προγράμματά τους με κωμικά σκετς και χορευτικά νούμερα», σχολιάζει ο κ. Οικονόμου.
Αναμνήσεις μιας ολόκληρης ζωής σε κορνίζες. Δεσπόζει η φωτογραφία της βράβευσής της για την «Απαγωγή» του Μίκη Θεοδωράκη, με τον συνθέτη να κρατάει το βραβείο. Δίπλα του ο Μάνος Χατζιδάκις και η Νάνα Μούσχουρη. Σε άλλη κορνίζα, ο συνθέτης Γιάννης Σπανός στο πιάνο τη συνοδεύει.[ΝΙΚΟΣ ΚΟΚΚΑΛΙΑΣ]
Η Μαίρη Λίντα μπήκε στη δισκογραφία το 1953 με ένα δίσκο 78 στροφών που περιείχε το τραγούδι «Πικρό ποτήρι» των Καπλάνη – Παπαγιαννοπούλου. Κατά τη δεκαετία του 1960 η ίδια συνεργάστηκε με τον Μίκη Θεοδωράκη σε πολλά έργα του συνθέτη («Επιτάφιος», «Πολιτεία», «Αρχιπέλαγος»), πάντα με τη συνοδεία του μπουζουκιού του Χιώτη. Επίσης δούλεψε με τον Μάνο Χατζιδάκι, σε τραγούδια όπως το «Τραγούδι της σειρήνας», το «Κάνε το δάκρυ σου χαρά» και το «Αστρο της Ανατολής». Το 1964, κατά τη διάρκεια περιοδείας της με τον Χιώτη στις Ηνωμένες Πολιτείες, τραγούδησε στον Λευκό Οίκο προς τιμήν του Αμερικανού προέδρου Λίντον Τζόνσον.

Στην πορεία των χρόνων η Μαίρη Λίντα έκανε αρκετές εμφανίσεις με γυναικεία ντουέτα στη σκηνή. Η τιμητική επιστροφή της έγινε με μια συναυλία για τα 60 χρόνια της στο τραγούδι, από το Φεστιβάλ Αθηνών, στο Ηρώδειο (2014). Ομως, όπως θυμάται ο Ορέστης Φαληρέας των Imam Baildi, η πιο συγκινητική στιγμή ήταν το 2012, όταν ανέβηκε μαζί τους στη σκηνή της Τεχνόπολης, μπροστά σε ένα νεανικό κοινό που τη χειροκροτούσε όρθιο. Είχε προηγηθεί το επιτυχημένο remix του «Δεν θέλω πια να ξαναρθείς» από το ίδιο συγκρότημα. «Καθαρή φωνή και ενέργεια!», λέει ο κ. Φαληρέας όταν τον ρωτάμε για εκείνη την εμφάνιση. «Προσκαλέσαμε μια μεγάλη κυρία για να την τιμήσουμε και ανέβηκε στη σκηνή μια τραγουδίστρια που ήξερε να σταθεί και να κάνει παράσταση!».




























