Της ΜΑΡΙΑΣ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ
Πριν από λίγες ημέρες παρακολουθήσαμε την Γκρέτα Γκάρμπο (γεννήθηκε το 1905 – πέθανε το 1990) να πρωταγωνιστεί σε διαφήμιση για ρουλεμάν της σουηδικής βιομηχανίας SKF. Τον ρόλο ερμήνευσε άνθρωπος και στη συνέχεια εφαρμόστηκε ψηφιακά η όψη της Γκάρμπο. Για τη φωνή αξιοποιήθηκε ηχογράφηση από ταινία της. Το διαφημιστικό διαρκεί 99 δευτερόλεπτα, η Γκάρμπο σχολιάζει τη σπατάλη ενέργειας, σε αντιδιαστολή με την εξαιρετική απόδοση των προϊόντων που προωθεί, είναι ντυμένη με την κομψότητα και τη φινέτσα που και η ίδια θα επέλεγε, τα κυματιστά μαλλιά και το βλέμμα της ολοκληρώνουν την εικόνα, πιστοποιώντας το θαύμα της τεχνητής νοημοσύνης.
«Κοιτάχτηκε για λίγο στον καθρέφτη: φορούσε ένα απλό καφετί μεταξωτό φόρεμα και ήταν ξυπόλυτη. Το πρόσωπό της ήταν αμακιγιάριστο, τα ίσια μαλλιά της έπεφταν στους ώμους της. Eλεγξε την έκφρασή της, τα χαρακτηριστικά της ήταν παγωμένα και αδιευκρίνιστα, δηλαδή όπως ακριβώς έπρεπε να είναι». Ο Γερμανός συγγραφέας Ντάνιελ Κέλμαν αναπλάθει στο τελευταίο μυθιστόρημά του «Ασπρόμαυρο» (εκδ. Καστανιώτη) μια συνάντηση της Γκάρμπο με τον σπουδαίο σκηνοθέτη της εποχής του Μεσοπολέμου Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ, ο οποίος και την είχε αναδείξει κινηματογραφικά.
Ποια αποτύπωση από τις δύο να προτιμήσουμε; Την ολοζώντανη ψηφιακή ή την περιγραφική του συγγραφέα; Την οπτικοακουστική ψευδαίσθηση ή τη λογοτεχνική υποβολή; Την τεχνητή πραγματικότητα, όπου τα όρια μεταξύ ζωντανού και νεκρού, αληθινού και πλαστού, θολώνουν επικίνδυνα, ή την ενεργή φαντασία του αναγνώστη που ανασυστήνει με τον τρόπο του το πρόσωπο και την ατμόσφαιρά του;
Η λογοτεχνική Γκάρμπο παραμένει μια σκιά φτιαγμένη από λέξεις, που δεν επιδιώκουν να καλύψουν το ιστορικό κενό και την απουσία της. Το αποτέλεσμα είναι δημιούργημα πνευματικής διεργασίας, σύνθεσης γνώσεων και ανθρώπινης ενσυναίσθησης. Eνας εσωτερικός διάλογος ανάμεσα στον συγγραφέα, στα πρόσωπα, στον αναγνώστη. Με την παρεμβολή της Τ.Ν., η φαντασία απενεργοποιείται και το έδαφος κερδίζει ο θαυμασμός στο επίτευγμα. Δεν ανακαλείται η Γκάρμπο στη μνήμη του θεατή, αλλά επιβάλλεται η φυσική «παρουσία» της στο παρόν. Αυτή η ψηφιακή ανάσταση αφαιρεί από την ηθοποιό το δικαίωμα της σιωπής και της απομόνωσης, στοιχεία που σφράγισαν τον μύθο της μετά την πρόωρη απόσυρσή της. Εμεινε στην κινηματογραφική μυθολογία ως μυστηριώδης και αινιγματική, μοναχική και απόμακρη. Αυτό το «ghostploitation» (η εμπορική εκμετάλλευση της ψηφιακής παρουσίας ανθρώπων που δεν βρίσκονται πλέον στη ζωή) τι εξυπηρετεί εκτός από το, εμφανές, οικονομικό κέρδος;
Ο ένας από τους τρεις συγγενείς που διαχειρίζονται την κληρονομιά της δήλωσε στον Guardian ανοιχτός στο ενδεχόμενο η ψηφιακή Γκάρμπο να εμφανιστεί και στο μέλλον. «Δεν θα πω όχι, ειδικά ύστερα από όσα είδα. Είναι απίστευτο και τόσο αληθοφανές. Γιατί, λοιπόν, να μην μπορείς να επαναφέρεις, με κάποιον τρόπο, την Γκρέτα Γκάρμπο σε έναν κινηματογραφικό ρόλο;».
Γιατί, άραγε, δεν αφήνουμε τους νεκρούς στην ησυχία τους; Δεν υπάρχει κάποιο όριο ανάμεσα στη χρήση και στην κατάχρηση; Η, σχεδόν, φοβιστικά άψογη δουλειά της Τ.Ν. έχει μια ατέλεια: τη «ρομποτική» τελειότητα. Οχι μόνον επειδή γνωρίζουμε, αλλά επειδή το βλέμμα, η έκφραση, δεν είναι το «παγωμένο και αδιευκρίνιστο» της υπαρκτής Γκάρμπο, αλλά το παγωμένο και άρτιο της ψηφιακής. Το κενό ανάμεσα στην ύπαρξη και στην ανυπαρξία δεν καλύπτεται με ένα βηματισμό. Η αείμνηστη δεν μπορεί να είναι και αειθαλής.
Στο φινάλε της ψηφιακής επιστροφής της, στρέφεται προφίλ πάνω στο σκαμπό και μένει να φωτίζεται το περίγραμμά της ενώ προφέρει την πιο διάσημη φράση της από το «Grand Hotel» του 1932: «I want to be alone».






