ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Γιατί δεν κάνει σεξ η γενιά Ζ;

Χαμένοι ανάμεσα στην υπερανάλυση και στα σόσιαλ μίντια, οι σημερινοί 20άρηδες ξέχασαν πώς να έρχονται κοντά

Kathimerini.gr

Ο όρος «σεξουαλική ύφεση», ο οποίος προτάθηκε από το περιοδικό The Atlantic το 2018, χρησιμοποιείται πια ως μια εννοιολογική ομπρέλα. Η υπόθεση είναι απλή: Η Γενιά Ζ μεγάλωσε μέσα στην τεχνολογία, ενηλικιώθηκε την περίοδο του #MeToo και της πανδημίας, βίωσε πολιτικές και κοινωνικές αναταραχές, οπότε εύλογα θα μπορούσε κανείς να αναζητήσει στα παραπάνω τις αιτίες της μειωμένης σεξουαλικής δραστηριότητας. Είναι όμως αυτό το πρόβλημα; Μήπως, τελικά, η «σεξουαλική ύφεση» που βιώνει η γενιά μας δεν είναι παρά μια προσπάθεια να μιλήσουμε για την αυτονομία, τη συναίνεση και τον φόβο;

Όσα λένε οι αριθμοί

Πέρα από τις απλουστεύσεις περί «προβληματικής» γενιάς, οι αριθμοί παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον. Σε έρευνα του Ινστιτούτου του Κίνσεϊ (2022), σχεδόν το ένα τέταρτο των μελών της Γενιάς Ζ που συμμετείχε, απάντησε πως δεν είχε βιώσει ποτέ σεξ εντός σχέσης. Ειδικότερα, ένας στους τρεις άνδρες δήλωσε πως δεν είχε ποτέ σεξουαλική επαφή, όπως και μία στις πέντε γυναίκες. Τέσσερα χρόνια αργότερα, στις αρχές Φεβρουαρίου του 2026, η ακαδημαϊκή πλατφόρμα EduBirdie, μέσω μελέτης που διεξήγαγε με 2.000 gen Zedders, διαπίστωσε πως το 67% αυτών θα προτιμούσε μια νύχτα ύπνου παρά μια νύχτα σεξ. Η επαγγελματική και οικονομική επιτυχία, η σταθερότητα στις φιλίες και ο προσωπικός χρόνος ακολούθησαν κατά σειρά προτεραιότητας, με αντίστοιχα μεγάλα ποσοστά.

Παράλληλα, πρόσφατη μελέτη του General Social Survey δείχνει ότι ο αριθμός των νέων που δεν είχαν ερωτική συνεύρεση τον τελευταίο χρόνο έχει διπλασιαστεί σε σύγκριση με το 2010, από 12% σε 24%. Μια μάλλον προβληματική τάση προκύπτει και από την έρευνα του ελληνικού Κέντρου Συστημικής Ψυχοθεραπείας και Έρευνας, στην οποία ένα διόλου αμελητέο ποσοστό της τάξης του 14% βλέπει τις ερωτικές σχέσεις του μέλλοντος όχι απλώς χειρότερες, αλλά αδιέξοδες.

Όσα λένε οι ειδικοί

Η έννοια των ορίων και της προσωπικής απόλαυσης επαναπροσδιορίζεται σήμερα στην πράξη. Η κουλτούρα του περιστασιακού σεξ, μια τάση που ξεκινά από τη δεκαετία του 1960 ως ένδειξη απελευθέρωσης και συνεχίζει να νοείται ως τέτοια μέχρι και τις αρχές του 2010, σήμερα φαίνεται προβληματική. Το σεξ δεν αρκεί. Νέοι όροι έρχονται να εξηγήσουν τη συνθήκη, όμως κι αυτοί σύντομα εξαντλούνται. «Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το ότι η λέξη που χρησιμοποιείται συνήθως από τη Γενιά Ζ προκειμένου να περιγράψει αυτό που αναζητά, είναι η “σύνδεση”», σχολιάζει η Δέσποινα Χρονάκη, επιστημονική συνεργάτιδα του Τμήματος Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης του ΕΚΠΑ. «Πρόκειται για μια έννοια που συνδέεται τόσο με την τεχνολογία, όσο και με τους όρους της ψυχοθεραπείας – μια και μιλάμε για μια γενιά που ψυχοθεραπεύεται περισσότερο από κάθε άλλη και στις περιπτώσεις που δεν το κάνει, σίγουρα ξέρει πώς να συμμετάσχει σε αυτή τη συζήτηση. Αυτό που περιγράφεται είναι μια ταυτόχρονη υλική, σωματική και συναισθηματική σύνδεση».

«Η πληροφόρηση και η ψυχοθεραπεία οδηγούν σε συνειδητοποιήσεις», υποστηρίζει η Μένη Βρόντου, ψυχολόγος και μέλος η ίδια της Γενιάς Ζ. «Ειδικά μέσω της ψυχοθεραπείας μπορείς και ανακαλύπτεις τις ανάγκες σου. Η γενιά μας έχει μεγάλη ανάγκη από συντροφικότητα και όχι από σεξουαλικές εμπειρίες. Ζητά ξεκάθαρες θέσεις και προθέσεις, κυρίως λόγω του υπερκορεσμού από προβληματικές σχέσεις. Το σεξ είναι εύκολο, αλλά σημασία έχει η προσωπική ανάγκη. Πλέον φαίνεται να είναι πιο συνειδητή η απόφαση να κάνει κάποιος σεξ. Παράλληλα, όσα συμβαίνουν γύρω μας μας αναγκάζουν να θέσουμε καλύτερα όρια, ενώ την ίδια στιγμή το άγχος και οι ρυθμοί της καθημερινότητάς μας επιδρούν επί της λίμπιντο και της σεξουαλικής επιθυμίας», καταλήγει.

Κρίση, πανδημία, αγωνία για το εργασιακό μέλλον, για την προοπτική οικονομικής αυτονομίας και για την εύρεση αξιοπρεπούς στέγης. Η Ελισάβετ Μπαρμπαλιού, ψυχολόγος – ψυχοθεραπεύτρια και πρόεδρος του Κέντρου Συστημικής Ψυχοθεραπείας και Έρευνας (ΚΕΣΥΨΕ), παρατηρεί μιλώντας στο «Κ» ότι μέσα σε αυτό το σκηνικό οι νέοι δεν έχουν «σπίτι» για να στεγάσουν τον έρωτά τους ή, ακόμη κι αν έχουν, δεν διαθέτουν τον χρόνο για να απολαύσουν τον έρωτα στην ουσία του. Ο ψυχολόγος – ψυχαναλυτής Δημήτρης Σταράκης επιλέγει τη λέξη «επισφάλεια» για να περιγράψει τη σεξουαλική συνθήκη της Gen Z.

Από πού, όμως, πηγάζει αυτή η επισφάλεια; Κατά τον ίδιο, σε συνθήκες κατάρρευσης των μεγάλων αφηγήσεων, συνηθίζουμε να πιστεύουμε ότι η σεξουαλικότητα μπορεί να δώσει τις απαντήσεις για το ίδιο μας το «είναι», ενώ στην πραγματικότητα ισχύει το αντίθετο. «Το πεπρωμένο των απαντήσεων που ψάχνουμε απεγνωσμένα είναι να αποτυγχάνουν. Έχουμε, λοιπόν, την πίστη ότι μπορούμε να φράξουμε την τρύπα αυτής της επισφάλειας», συνεχίζει ο κ. Σταράκης. Πράγματι, ποτέ στο παρελθόν δεν έχουμε γίνει μάρτυρες τόσο μαζικών βομβαρδισμών από συμβουλές και τρόπους διαχείρισης των εκφάνσεων της ζωής μας: life coaches, «ειδικοί» του dating, influencer σεξολόγοι. Κι όμως, όπως επισημαίνει ο ψυχαναλυτής, «όσο παλεύουμε να ορίσουμε τη σεξουαλικότητα, τόσο αυτοί οι κανόνες που προσπαθούμε να θέσουμε μετατρέπονται σε ένα ακόμη πεδίο επισφάλειας». Η κ. Μπαρμπαλιού σχολιάζει πως η εξοικείωση της Γενιάς Ζ με τον ψηφιακό κόσμο ωθεί σε εξιδανικεύσεις. Ο ίδιος, όμως, κόσμος κρύβει και την κατάρρευση του ιδανικού. Αντίστοιχα, ο κ. Σταράκης θεωρεί πως η σεξουαλική ενόρμηση μοιάζει να «ειδωλοποιείται», να μεταμορφώνεται σε κάτι απόλυτο, άρα σε κάτι μη υπαρκτό. 

Όσα λέει η Γενιά Ζ

Μαρία, 24 ετών, υπάλληλος σε διαφημιστική εταιρεία

Δεν υπάρχει πια σεξουαλική επιθυμία. Φαίνεται πως δεν χαλαρώνουμε. Όλο κάτι πρέπει να κάνουμε. Η εύρεση συντρόφου είναι δύσκολη. Το κυριότερο, βέβαια, είναι ότι είμαστε εντάξει με το να μην κάνουμε σεξ για δύο χρόνια αν δεν βρούμε κάτι τέλειο ή το αναβάλλουμε διαρκώς, σαν να είναι κάτι το ασήμαντο. Επίσης, δεν υπάρχει πολύς χρόνος για όλα τα παραπάνω. Οι ρυθμοί στην πόλη και η πίεση της καθημερινότητας, το σκρολάρισμα και ο χρόνος μας στην οθόνη μάς μειώνουν σίγουρα την επιθυμία και την όρεξη. Είναι προτεραιότητά μας το να ντυθούμε καλά, να πάμε διακοπές, να βγάλουμε φωτογραφίες, να δείχνουμε ότι περνάμε καλά, αλλά στην πραγματικότητα δεν είμαστε παρά αγχωμένοι και φοβισμένοι.

Φαίδρα, 23 ετών, υπάλληλος σε εταιρεία δημοσίων σχέσεων

Απέχουμε από τα συναισθήματά μας. Δεν μιλάμε μεταξύ μας, είμαστε αποστασιοποιημένοι, κι αυτό έχει ως αποτέλεσμα –σε σύγκριση με γενιές πριν από τη δική μας– να απέχουμε από το σεξ. Δεν ισχύει για όλους, έχει να κάνει και με το άτομο, αλλά θεωρώ πως, ενώ είμαστε επιφανειακά ανοιχτοί σε σεξουαλικές εμπειρίες, στην πράξη οι περισσότεροι είναι συντηρητικοί. Αυτό συμβαίνει είτε γιατί είχαμε κάποια αρνητική εμπειρία στο παρελθόν είτε γιατί συγκρίνουμε τους εαυτούς μας με αυτά που βλέπουμε στα σόσιαλ, και όλο αυτό καταλήγει σε έναν πεσιμισμό γύρω από οτιδήποτε σεξουαλικό-ερωτικό. Συγκεκριμένα στο σεξουαλικό, όλοι γύρω μου φοβούνται· να βγουν έξω και να γνωρίσουν κάποιον, έστω κι αν αυτοί είναι οι ίδιοι που έχουν tinder. Ειδικά ως γυναίκα θέλεις να έχεις μια δικλίδα ασφαλείας, δεν ξέρεις πώς μπορεί να καταλήξει με κάποιον.

Σοφία, 19 ετών, φοιτήτρια

Γεννιέται ξανά ένα μεγάλο ταμπού γύρω από το σεξ. Όλοι θέλουμε, αλλά την ίδια στιγμή είμαστε άβολοι και όχι πάντα αρκετά ανοιχτοί. Ακόμη και σε συζητήσεις με φίλους βλέπω πως είναι δύσκολα τα πράγματα στο dating scene. Οπότε δεν είναι πως απέχουμε (μιλάω για μένα και τις φίλες μου), απλώς αρχίζει και γίνεται περίεργα απρόσιτο πολλές φορές. Και σε αυτό παίζει ρόλο το overthinking, η αυτοεικόνα, η ασαφής επικοινωνία και σίγουρα πράγματα όπως το χαζό κόμπλεξ και η ιδέα ότι κάποιο άτομο είναι εκτός του league σου, οπότε δεν φτάνεις καν να προσεγγίσεις οποιονδήποτε σου προκαλεί ενδιαφέρον, γιατί φοβάσαι πως είσαι λίγος.

Άντι, 18 ετών, φοιτήτρια

Όταν δεν είσαι σε σχέση και θέλεις να κάνεις σεξ ως νεαρή γυναίκα, υπάρχει σίγουρα σχολιασμός και ένα είδος slut shaming. Αυτός ο φόβος μάς κάνει σε μεγάλο βαθμό να απέχουμε από το σεξ. Γίνεται μια μεγάλη συζήτηση γύρω από το body count [σ.σ. αριθμός σεξουαλικών συντρόφων] στη γενιά μου ως κάτι προβληματικό. Κάπως έτσι, τα νέα κορίτσια σήμερα αγχωνόμαστε ξανά πολύ για το τι θα πουν οι άλλοι ως προς τις επιλογές μας και το πώς χειριζόμαστε το σώμα μας, πράγμα που μου φαίνεται αστείο όταν λέμε πως είμαστε προοδευτικοί και όταν αυτό δεν ισχύει ποτέ για τους άνδρες.

Κωνσταντίνος, 24 ετών, γραφίστας

Βλέπω ότι τα περισσότερα άτομα δεν μπορούν να δημιουργήσουν κάτι ρομαντικό. Το ιδανικό σεξ χτίζεται σταδιακά, αλλά οι περισσότεροι πάνε κατευθείαν στο ψητό. Όποτε προσπαθώ να επικοινωνήσω το τι θέλω, ποτέ δεν με ακούει κανένας. Δεν υπάρχει χημεία και σίγουρα δεν υπάρχει σύνδεση. Είναι μια απομίμηση ερωτικής ταινίας. Τα dating apps και τα σόσιαλ μίντια έχουν χαλάσει τη μαγεία του έρωτα, γιατί όλα πλέον είναι τόσο κανονισμένα, που δεν υπάρχει ούτε μυστήριο ούτε αυθορμητισμός. Τον τελευταίο χρόνο αποφάσισα να κάνω σεξ μετά το τρίτο ραντεβού, ώστε να δημιουργείται μια κάποια σύνδεση, αλλά μέχρι στιγμής δεν έχουμε φτάσει μέχρι εκεί.

Ναταλία, 24 ετών, χορεύτρια

Έχει γίνει περίπλοκο. Έχουμε καταναλώσει άπειρο πορνογραφικό υλικό –ειδικά οι άνδρες– και κάπως έτσι χάνεται η έννοια της οικειότητας. Παράλληλα, τα dating apps μάς μαθαίνουν να κάνουμε γρήγορες επιλογές χωρίς να αξιολογούμε ουσιαστικά τον άνθρωπο πίσω από την οθόνη, ενώ και στα μπαρ κανείς δεν θέλει να κάνει προσπάθεια. Είμαστε πολύ ωραιοπαθείς και φοβόμαστε να σπάσουμε ή να δείξουμε τον εαυτό μας έξω από τις πλατφόρμες. Νιώθω ότι κάθε φορά που μιλάω με κάποιον, βρίσκω τοίχο. Το σεξ είναι όντως εύκολο, αλλά είμαστε τόσο συνδεδεμένοι ψηφιακά, που χάνεται μέχρι και η ομορφιά του one night stand. Στεκόμαστε πολύ περισσότερο στην ιντερνετική μας παρουσία, που ξεχνάμε πώς να υπάρχουμε εκτός αυτής. Όσο μεγαλώνω, καταλαβαίνω πως ένας από τους λόγους που δεν κάνω σεξ είναι γιατί στο σεξ θέλω να νιώθω ευάλωτη και ασφαλής, κάτι που δεν βρίσκω εύκολα.

Γιάννης, 25 ετών, φοιτητής

Απέχουμε από το σεξ γιατί δεν μπορούμε να πλησιάσουμε ο ένας τον άλλον πιο αυθόρμητα. Σίγουρα υπάρχουν αυτοί που έχουν προσαρμοστεί· αν θέλεις να κάνεις σεξ, μπορείς. Είναι εκεί, προσβάσιμο και διαθέσιμο. Έχουμε κορεστεί και από τις εικόνες του σεξ. Τουλάχιστον αυτό που ενοχλεί εμένα είναι το ότι έχει χαθεί η έκπληξη και η επιθυμία να αγγίξεις κάποιον. Καταλήγουμε να σκεφτόμαστε περισσότερο το σεξ παρά να κάνουμε. Είμαστε επίσης ως γενιά εμμονικοί με την ιδέα του έρωτα και της συντροφικότητας, ενώ την ίδια στιγμή ξεχνάμε πώς ξεκινάει. Σπαταλάμε ατελείωτο χρόνο στα κινητά μας, με αποτέλεσμα να αλλάζει και η αντίληψή μας για τον χρόνο, ενώ θα μπορούσαμε να σπαταλάμε τον ίδιο χρόνο στο να γνωριζόμαστε και να κάνουμε σεξ.

Μιχάλης, 24 ετών, υπάλληλος στην εστίαση

Νιώθω ότι τα στάνταρ στην εμφάνιση και τη σεξουαλική απόδοση είναι σήμερα τόσο υψηλά που, έχοντας ήδη αρκετές ανασφάλειες με τον εαυτό μου, επιλέγω να απέχω από το σεξ ώστε να μην έρχομαι σε δύσκολη θέση. Έχω εδώ και χρόνια μια περίεργη σχέση με το σώμα μου και την εικόνα μου και μετά τις τελευταίες μου προσπάθειες να βγω και να φλερτάρω, μπορώ να πω ότι αισθάνθηκα ακόμη πιο άβολα, σε βαθμό που πια δεν έχω όρεξη καν να μιλήσω σε κάποιον. Κι ενώ ήμουν αρκετά ανοιχτός προς το σεξ και τη σεξουαλικότητά μου, ένιωσα πως έκανα εκατό βήματα πίσω.

Αποχή και ευαισθησία

Πώς καθρεφτίζεται η σχέση της Γενιάς Ζ με τη σεξουαλική διαδικασία μέσα από τέσσερις πρόσφατες ταινίες.

Μόλις έχει ολοκληρωθεί η προβολή του Σεξ και αίμα στο Καμπ Μίασμα και, απογοητευμένος, σπεύδω να εγκαταλείψω το συνοικιακό σινεμά. Τη φόρα μου ανακόπτουν δύο παρέες εικοσάρηδων: συγκινημένα πρόσωπα, βρεγμένα μάτια. Δύο κορίτσια συσκέπτονται για τη βαθμολογία τους στο Letterbox. Θα είναι αν μη τι άλλο υψηλή. «Τι έχασα;» σκέφτομαι στην επιστροφή. Δεν συνδέθηκα καθόλου με την ταινία και, αντί για μια meta-ανάγνωση στο αγαπημένο υποείδος του slasher, παρακολούθησα μια προσχηματική, δήθεν ψυχαναλυτική και τελικά ανέραστη αυτοαναφορά του σκηνοθέτη (Τζέιν Σένμπρουν). Η φόρτιση όμως των συν-θεατών μου με προβλημάτισε.

Στο φιλμ, η Κρις, μια κουίρ σκηνοθέτις, αναλαμβάνει να αναβιώσει ένα ξεχασμένο slasher franchise των ’80s. Κάτι σαν το Παρασκευή και 13 μόνο που, αντί του παραμορφωμένου Τζέισον, από τη λίμνη ξυπνά και μακελεύει με το δόρυ του τους επισκέπτες του ομώνυμου κάμπινγκ μια μορφή που κάποτε βίωνε τη χλεύη του περίγυρου για την ταυτότητα φύλου του. Για την Κρις, ο ερωτισμός στην πραγματική ζωή δεν λειτουργεί. Μοναχική και συναισθηματικά εγκλωβισμένη, έχει χαθεί μέσα σε έναν αέναο βερμπαλισμό ταυτοτικών προσδιορισμών – δικών της και των άλλων. Ακόμα και η πρώιμη προετοιμασία της slasher ταινίας που παλεύει να γυρίσει (αυτο)περιορίζεται σε τέτοιου τύπου ευαισθησίες. Σε μια σκηνή σπεύδει να επισημάνει την ανάγκη να εξαλειφθεί η τρανσφοβία που ήταν διάχυτη στις original ταινίες του franchise.

Μόνο το σινεμά στην πράξη –η πραγματική αναμέτρηση δηλαδή με την έμπνευση και τη φαντασία– μπορεί να λειτουργήσει λυτρωτικά. Να γίνει μια δύναμη εσωτερικής αποκάλυψης, να φωτίσει και να χρωματίσει τον πόθο και την επιθυμία που η Κρις έσκαβε και έκρυβε από τον εαυτό της· έναν πόθο υπερβατικό, που δεν μετριέται σε αντωνυμίες, αλλά αντανακλάται στον ονειρικό κόσμο του κινηματογράφου και στις αντιφατικές φαντασιώσεις που αυτός ο κόσμος απελευθερώνει. Η ερμηνεία αυτή παρατίθεται κάπως ακαδημαϊκά και, σίγουρα, αποστασιοποιημένα από το προσωπικό βίωμα της ταινίας. Θα μπορούσαμε να πούμε, απλοϊκά και ίσως αυθαίρετα, ότι ακόμα και όταν η Gen Z εξωτερικεύει καλλιτεχνικά τους πιο ενδόμυχους λογισμούς της για την ερωτική επιθυμία, παραμένει κομ-ιλ-φο και συγκρατημένη. Εν ολίγοις, «αγοράζουμε» την παραπάνω ανάγνωση πάνω στο Καμπ Μίασμα χωρίς να την έχουμε αισθανθεί. Χωρίς το σεξ ως εικόνα, ως σκέψη, ως παράμετρος που εν μέρει καθορίζει τη ζωή μας, να έχει δραπετεύσει από μια ενοχική σκιά, αλλά και από μια πεζή φλυαρία που διαπερνά το φιλμ.

Από την άλλη, στην Εμμονή του 26χρονου Κάρι Μπάρκερ, που κατέγραψε εντυπωσιακά υψηλές πτήσεις στο box office, το σεξ απουσιάζει ολοκληρωτικά από την πραγματικότητα του ήρωα. Ο Μπέαρ, άγαρμπος και ολίγον ανέραστος, δηλώνει ερωτευμένος με τη Νίκι σε βαθμό εμμονής, αλλά αδυνατεί να της επικοινωνήσει –όχι φυσικά την ερωτική του επιθυμία– την όποια ρομαντική του διάθεση. Άπραγος και ανεπίγνωστα κυνικός, θα ευχηθεί σε ένα ιδιότυπο μαγικό λυχνάρι η Νίκι να «αγαπήσει αυτόν και μόνο αυτόν». Στην ταινία το σεξ τελικά θα συμβεί όταν η ευχή εκπληρωθεί μέσα από μια τρομακτική προσομοίωση. Ο Μπέαρ θα «κερδίσει» τη Νίκι όταν εκείνη πάψει να είναι Νίκι. Ο σκηνοθέτης, ευφυώς και με ένα πικρό χιούμορ που «φωνάζει» Gen Z, οικοδομεί μια αντεστραμμένη ιστορία εμμονής όπου το θύμα μεταμορφώνεται σε θύτη, επιφυλάσσοντας ένα κατάμαυρο και ακόμα πιο πικρό φινάλε.

Ο Μπέαρ θα μπορούσε να βρίσκεται και στη θέση του Κούπερ Χόφμαν στο I Want Your Sex του Γκρεκ Αράκι. Πιο ζωηρή περίπτωση βέβαια ο Κούπερ, αλλά κι αυτός εξίσου μπερδεμένος. Ο ήρωας που υποδύεται, ο Έλιοτ, άγουρος, λίγο μετά τα είκοσι, έχει περισσότερο στιλ και φινέτσα αλλά και μια μάλλον αδικαιολόγητη λιβιδινική αυτοπεποίθηση. Στην πράξη, βέβαια, διατηρεί μια απολύτως συμβατική σχέση με μια συνομήλικη που βιώνει το σεξ ως αγγαρεία και θέτει ως προτεραιότητα τα ακαδημαϊκά της καθήκοντα· κάτι οικείο για πολλά άτομα της Γενιάς Ζ. Ο Αράκι επιφυλάσσει στον χαρακτήρα του μια αμφιλεγόμενη ανατροπή-διαφυγή από αυτό το αδιέξοδο. Το σεξουαλικό του ξύπνημα και η ανακάλυψη της ηδονής θα έρθουν αφότου η «ντομινάτριξ»-εικαστικός εργοδότης του (εξαιρετική η Ολίβια Ουάιλντ) τον καταστήσει ερωτικό της «παιχνίδι». Ο Έλιοτ, όμως, ερωτεύεται πραγματικά την Έρικα σε ένα πλαίσιο, εκ πρώτης όψεως, παντελώς λάθος: όχι μόνο λόγω της εξουσιαστικής σχέσης εργοδότη-εργαζομένου ή της διαφοράς ηλικίας, αλλά και επειδή σε όλη τη διάρκεια της «σχέσης» η Έρικα χειρίζεται, διατάζει και καθοδηγεί τον νεαρό. Αντέχει η Gen Z ένα τέτοιο κινηματογραφικό πορτρέτο, φιλοτεχνημένο από έναν σχεδόν εβδομηντάρη δημιουργό; Μπορεί να συμφιλιωθεί με μια αμφίσημη προσέγγιση του έρωτα που ανυψώνεται μέσω του συναισθηματικού πόνου και του σωματικού πειραματισμού;

Τέλος, στο Μετά το κυνήγι ο Λούκα Γκουαντανίνο στήνει την αφήγησή του στην ίδια «γκρίζα ζώνη» που διαμορφώνεται από τις μετατοπίσεις των σχέσεων ερωτικής εξουσίας. Ο καθηγητής φιλοσοφίας (Άντριου Γκάρφιλντ) συστήνεται ως αρχετυπική φιγούρα του μποέμ, νάρκισσου διανοουμένου που πιστεύει πως δικαιούται να φλερτάρει διά του φιλοσοφείν τις φοιτήτριές του. Από την άλλη, η φοιτήτρια (Άιο Εντεμπίρι), μαύρη, κουίρ, προοδευτική, μεγαλοαστή, καταγγέλλει τον καθηγητή για βιασμό. Η ηρωίδα της φέρει τα σύγχρονα, ευαίσθητα αντανακλαστικά (αυτο)προστασίας από τον άδικο παλιό κόσμο. Ταυτόχρονα, όμως, και μια καταπιεστική προσκόλληση σε φόρμες ελέγχου και αυτόματης καταγγελίας όσων βιώνει ως απειλή. «Δεν γίνεται στη ζωή πάντα να απαιτείς να αισθάνεσαι άνετα», ξεσπά κάποια στιγμή σε βάρος της μια άλλη χαρακτήρας της ιστορίας (Τζούλια Ρόμπερτς). Πού βρίσκεται, όμως, η αλήθεια;

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

NEWSROOM

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Kathimerini.gr

Υγεία: Τελευταία Ενημέρωση

Στην κλινική εξωσωματικής που διηύθυνε στην Αλαμπάμα, ένας «εισβολέας» κατέστρεψε πέντε έμβρυα
Kathimerini.gr
 |  ΥΓΕΙΑ
X
X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ