Ο πόνος δεν αποτυπώνεται πάντα σε μια ιατρική εξέταση, ούτε είναι εύκολο να γίνει αντιληπτός από τους ανθρώπους που βρίσκονται γύρω μας. Για εκατομμύρια Ευρωπαίους, όμως, αποτελεί μέρος της καθημερινότητάς τους, επηρεάζοντας από τον ύπνο, τη συγκέντρωση μέχρι και την ικανότητά τους να εργαστούν.
Περίπου 150 εκατομμύρια άνθρωποι στην Ευρώπη, δηλαδή ένας στους πέντε ενηλίκους, ζουν με χρόνιο πόνο, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Πόνου (EFIC). Και οι συνέπειες δεν περιορίζονται στην υγεία ή στην ποιότητα ζωής τους. Επεκτείνονται στην αγορά εργασίας, στην παραγωγικότητα και τελικά στην οικονομία.
Αυτή ακριβώς τη διάσταση αναδεικνύει η φετινή Ευρωπαϊκή Ημέρα Ευαισθητοποίησης για τον Πόνο, που τιμάται σήμερα, Τετάρτη (21/10), με κεντρικό θέμα «Το αθέατο κόστος του πόνου».
Το οικονομικό κόστος που φτάνει έως το 10% του ΑΕΠ
Σύμφωνα με τα στοιχεία της EFIC, το συνολικό άμεσο και έμμεσο κόστος του χρόνιου πόνου εκτιμάται ότι αντιστοιχεί ετησίως στο 3% έως 10% του ΑΕΠ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Στον υπολογισμό περιλαμβάνονται οι δαπάνες υγειονομικής περίθαλψης, οι απουσίες από την εργασία λόγω προβλημάτων υγείας, η μειωμένη παραγωγικότητα των εργαζομένων που συνεχίζουν να εργάζονται παρά τον πόνο, αλλά και η πρόωρη αποχώρηση από την αγορά εργασίας.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία για την απασχόληση. Περίπου οι μισοί άνθρωποι που ζουν με χρόνιο πόνο αναφέρουν ότι η κατάστασή τους επηρεάζει αρνητικά την ικανότητά τους να εργαστούν. Παράλληλα, ο σοβαρός πόνος μπορεί να μειώσει την πιθανότητα πλήρους απασχόλησης έως και κατά 20 ποσοστιαίες μονάδες.
Σε μια Ευρώπη που βρίσκεται αντιμέτωπη με τη γήρανση του πληθυσμού και τις ελλείψεις εργατικού δυναμικού, η αντιμετώπιση του χρόνιου πόνου αποκτά ιδιαίτερη σημασία και για τη διατήρηση της συμμετοχής των πολιτών στην αγορά εργασίας.
Τι θεωρείται χρόνιος πόνος
Σύμφωνα με την EFIC, ο χρόνιος πόνος δεν αποτελεί απαραίτητα σύμπτωμα κάποιας άλλης ασθένειας, καθώς μπορεί να αναγνωρίζεται και ως αυτοτελής πάθηση.
Ο χρόνιος πρωτοπαθής πόνος, όπως ορίζεται στη Διεθνή Ταξινόμηση Νοσημάτων (ICD-11), επιμένει ή επανεμφανίζεται για περισσότερους από τρεις μήνες και συνδέεται με σημαντική συναισθηματική επιβάρυνση ή περιορισμούς στη λειτουργικότητα του ατόμου.
Σε αυτή την κατηγορία περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, ορισμένες μορφές χρόνιου μυοσκελετικού πόνου, η ινομυαλγία και συγκεκριμένα σύνδρομα χρόνιου πονοκεφάλου.
Η εικόνα στην Ελλάδα: Περίπου 60 Ιατρεία και Μονάδες Πόνου
Στην Ελλάδα, η αντιμετώπιση του χρόνιου πόνου αποτελεί μια διαρκή πρόκληση για το σύστημα υγείας.
Σύμφωνα με την Ελληνική Εταιρεία Αλγολογίας (ΕΕΑ), στη χώρα λειτουργούν περίπου 60 Ιατρεία και Μονάδες Πόνου, στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, που παρέχουν εξειδικευμένη φροντίδα σε ασθενείς με οξύ και χρόνιο πόνο.
Ωστόσο, η ΕΕΑ επισημαίνει την ανάγκη περαιτέρω ενίσχυσης αυτών των δομών, θέτοντας ως βασική προτεραιότητα τη θεσμική κατοχύρωσή τους και την εξασφάλιση σταθερών προϋποθέσεων λειτουργίας και στελέχωσης.
Το ζήτημα έχει ήδη τεθεί στο υπουργείο Υγείας. Τον Φεβρουάριο του 2026, η Ελληνική Εταιρεία Αλγολογίας δημοσιοποίησε την απάντηση του υπουργείου σε κοινό αίτημά της με την Ελληνική Αναισθησιολογική Εταιρεία για την ένταξη των Ιατρείων Πόνου στα οργανογράμματα των νοσοκομείων.
Οπως προκύπτει από την απάντηση, το ισχύον θεσμικό πλαίσιο προβλέπει τη λειτουργία Μονάδων Ανακούφισης Χρόνιου Πόνου ενταγμένων στην ιατρική υπηρεσία των νοσοκομείων. Ωστόσο, τα Ιατρεία Πόνου λειτουργούν με αποφάσεις των διοικήσεων, χωρίς να προβλέπεται η ένταξή τους στους οργανισμούς λειτουργίας.
Η ΕΕΑ θεωρεί ότι η κατάσταση αυτή δημιουργεί προβλήματα στη συνέχεια και στην ποιότητα της φροντίδας, ζητώντας τη θεσμική θωράκιση των Ιατρείων και την αναβάθμισή τους σε Μονάδες ή Τμήματα Πόνου όπου πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις.
Τι ζητά η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Πόνου
Με αφορμή τη φετινή Ευρωπαϊκή Ημέρα, η EFIC καλεί τις κυβερνήσεις να αντιμετωπίσουν τον χρόνιο πόνο όχι μόνο ως ζήτημα υγείας, αλλά και ως πρόκληση για την κοινωνική και οικονομική πολιτική.
Η Ομοσπονδία προτείνει, μεταξύ άλλων, την ενίσχυση της πρόληψης, τη βελτίωση της πρόσβασης σε διεπιστημονικές υπηρεσίες αντιμετώπισης του πόνου, την έγκαιρη αποκατάσταση και την αύξηση της χρηματοδότησης για την έρευνα.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται επίσης στις συνθήκες εργασίας, με την EFIC να ζητά πολιτικές που θα διευκολύνουν τους ανθρώπους με χρόνιο πόνο να διατηρήσουν τη θέση εργασίας τους ή να επιστρέψουν σε αυτή, καθώς και μηχανισμούς οικονομικής στήριξης για τους εργαζομένους που αντιμετωπίζουν τέτοιες δυσκολίες.
Το ζήτημα θα βρεθεί και στο επίκεντρο εκδήλωσης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στις 10 Νοεμβρίου, με αντικείμενο τη σχέση χρόνιου πόνου, απασχόλησης και οικονομικής ανταγωνιστικότητας.
Από την πλευρά της, η Ελληνική Εταιρεία Αλγολογίας υπογραμμίζει ότι η αντιμετώπιση του χρόνιου πόνου δεν μπορεί να περιορίζεται στη θεραπεία ενός συμπτώματος. Απαιτεί έγκαιρη παρέμβαση, εξειδικευμένη φροντίδα, οργανωμένες δομές, συνεχή εκπαίδευση και έρευνα, αλλά και πολιτικές που αναγνωρίζουν τις επιπτώσεις στην εργασία και στην κοινωνική ζωή.
Με πληροφορίες από Ελληνική Εταιρεία Αλγολογίας, Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Πόνου




























