Γράφω αυτό το κείμενο από αίσθημα υποχρέωσης απόδοσης οφειλόμενης τιμής και καταγραφής και δημοσιοποίησης άγνωστων στοιχείων και γεγονότων που είναι μέρος του βίου και της πολιτείας του εκδημήσαντος Προέδρου μας και της ιστορίας της πατρίδας μας. Με αντικειμενικότητα και σεβασμό στην αλήθεια και στον άνθρωπο που υπηρέτησε αυτό τον τόπο από το ύπατο αλλά και πιο δύσκολο αξίωμα. Όχι επειδή επί των ημερών της Προεδρίας του με προήγαγε σε αρχηγό διπλωματικής αποστολής και με διόρισε Ύπατο Αρμοστή στις Ινδίες και Πρέσβη και εκπρόσωπο του σε εννιά άλλες χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας. Ούτε από συναισθηματική φόρτιση και υπό την επήρεια της λαϊκίστικης εξιλεωτικής αντίληψης «ο νεκρός δεδικαίωται» που παρατηρείται και εκφράζεται συχνά σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Η πρώτη μου γνωριμία και συνεργασία με τον Πρόεδρο Βασιλείου ήταν στο πλαίσιο της οργάνωσης και πραγματοποίησης της Διάσκεψης των Υπουργών Εξωτερικών των χωρών μελών του Κινήματος των Αδεσμεύτων που έγινε στη Λευκωσία το Σεπτέμβρη του 1988, έξη μόνο μήνες μετά την εκλογή του και την ανάληψη των καθηκόντων του. Η διοργάνωση της μεγαλύτερης διεθνούς σύναξης του υψηλού αυτού επιπέδου που έγινε ποτέ στην Κύπρο ήταν ένα μεγάλο, πολύπλευρο και δύσκολο εγχείρημα που «κληρονόμησε» από τον προκάτοχο του Πρόεδρο Σπύρο Κυπριανού. Παρά την απειρία του σε αυτά τα θέματα και τις διαστάσεις και τις δυσκολίες του εγχειρήματος ο Πρόεδρος και η νεοσύστατη κυβέρνηση του τα κατάφεραν θαυμάσια και η Διάσκεψη στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία από κάθε άποψη.
Η επόμενη μας συνεργασία ήταν η διευθέτηση και συμμετοχή μου σε συνάντηση του το φθινόπωρο του 1989 με τον Πρωθυπουργό, τον Υπουργό Εξωτερικών και άλλους Υπουργούς της Σιγκαπούρης όπου ήμουν διαπιστευμένος με έδρα το Νέο Δελχί. Από τη συνάντηση εκείνη θυμούμαι και συγκράτησα ότι ο Σιγκαποριανός Πρωθυπουργός και οι Υπουργοί του εντυπωσιάστηκαν τόσο πολύ από τις απόψεις και ιδέες που εξέφρασε ο Πρόεδρος Βασιλείου στη διάρκεια των συνομιλιών που του απηύθυναν με επιμονή πρόσκληση να επισκεφθεί ξανά τη Σιγκαπούρη και να δώσει διαλέξεις. Ο Πρόεδρος της μικρής και υποανάπτυκτης Κύπρου που είχε ο ίδιος τόσο πολύ εντυπωσιαστεί από την πρόοδο και τα επιτεύγματα της Σιγκαπούρης που όταν επέστρεψε δήλωσε στους Κύπριους δημοσιογράφους ότι φιλοδοξούσε να καταστήσει την Κύπρο Σιγκαπούρη της Μεσογείου προσκλήθηκε από τους αρχιτέκτονες του θαύματος της Σιγκαπούρης να τους δώσει διαλέξεις.
Ακόμη πιο εντυπωσιακά και κολακευτικά ήταν τα σχόλια για τον Πρόεδρο Βασιλείου που άκουσα από τα χείλη του δικτάτορα Προέδρου της Μπαγκλαντές στρατηγού Έρσαντ στην ιδιαίτερη συνομιλία που είχα μαζί του μετά την επίδοση των διαπιστευτηρίων μου. Ως είθισται σε αυτές τις περιπτώσεις διαβίβασα στον στρατηγό τους χαιρετισμούς του Προέδρου Βασιλείου και την επιθυμία του για σύσφιγξη των σχέσεων των δυο χωρών. Απαντώντας ο δικτάτορας της μουσουλμανικής αυτής χώρας μου ζήτησε να διαβιβάσω πρόσκληση του στον Πρόεδρο Βασιλείου να επισκεφθεί επίσημα τη Μπαγκλαντές. Θα το θεωρούσε όχι μόνο τιμητικό αλλά και επωφελές για τη χώρα του, όπως είπε, επειδή ο Υπουργός του των Οικονομικών που είχε πάρει μέρος στη διάσκεψη του Νταβός στην Ελβετία εντυπωσιάστηκε πολύ από την ομιλία που έκανε εκεί ο κ. Βασιλείου για την οποία τον ενημέρωσε και του μίλησε με ενθουσιασμό. Δεν πίστευα στα αυτιά μου αλλά νομίζω κατάφερα να μην δείξω την έκπληξη μου. Ο δικτάτορας της Μπαγκλαντές, μιας όχι φιλικής χώρας που ψήφιζε μαζί με την Τουρκία και 3-4 άλλες χώρες εναντίον του Ψηφίσματος της ΓΣ των ΗΕ για το Κυπριακό, της μόνης χώρας που είχε προσωρινά αναγνωρίσει για λίγες μέρες το ψευδοκράτος των κατεχομένων μετά την αυτό-ανακήρυξη του το Νοέμβριο του 1983, προσκαλούσε τον Πρόεδρο της Κύπρου να επισκεφθεί επίσημα τη χώρα του. Ενημέρωσα βεβαίως τον Πρόεδρο για αυτή την απρόσμενη και κολακευτική πρόσκληση για μια επίσκεψη που τελικά δεν έγινε και αντιλαμβάνομαι τους λόγους γι’ αυτό. Παραμένει όμως και μετρά το γεγονός ότι απευθύνθηκε μια τέτοια πρόσκληση όπως και ο λόγος για τον οποίο έγινε.
Αποκορύφωμα της συνεργασίας και γνωριμίας μου με τον Πρόεδρο Βασιλείου ήταν η περίοδος των ενταξιακών διαπραγματεύσεων όταν υπηρετούσα στις Βρυξέλλες ως Μόνιμος Αντιπρόσωπος στην Ε.Ε. και εκείνος ήταν ο Επικεφαλής της διαπραγματευτικής μας ομάδας. Θεωρώ πως η επιλογή του από τον Πρόεδρο Γλαύκο Κληρίδη για αυτή τη θέση ήταν η καλύτερη από κάθε άποψη και ότι ο Πρόεδρος Βασιλείου ήταν ο καταλληλότερος να φέρει σε αίσιο πέρας αυτό το έργο τόσο εσωτερικά για να καθοδηγεί και συντονίζει όλα τα Υπουργεία όσο και εξωτερικά έναντι των αξιωματούχων της Ε.Ε. Και τούτο λόγω του κύρους του ως πρώην Προέδρου, των εμπειριών του και των γνώσεων του από την Προεδρική του θητεία, των γνώσεων και εμπειριών του ως οικονομολόγου και επιχειρηματία και της δυναμικής, ευχάριστης και πολυτάλαντης προσωπικότητας του. Με την επιλογή του ο Πρόεδρος Κληρίδης έδειξε την ανωτερότητα του ως δημοσίου ανδρός που πολιτεύεται πάνω από μικρότητες, αντιπαλότητες και αντιπαραθέσεις και έδωσε δείγματα πολιτικής μεγαλοσύνης. Όπως ο Πρόεδρος Λίνκολν που είχε διορίσει στα σημαντικότερα Υπουργεία της κυβέρνησης του τους ανθυποψηφίους του για το χρίσμα του Προεδρικού υποψηφίου του Ρεπουπλικανικού κόμματος(Team of rivals). Και ο Πρόεδρος Βασιλείου τον δικαίωσε πλήρως ως Διαπραγματευτής με την όλη δράση του την οποία έζησα από κοντά και γνωρίζω όσο κανένας άλλος.
Από τις δέκα υποψήφιες χώρες που διαπραγματεύονταν την ένταξη τους ήμαστε η μικρότερη μετά τη Μάλτα. Οι άλλες οκτώ ήταν πολύ μεγαλύτερες σε πληθυσμό και σε έκταση με πιο μεγάλη την Πολωνία με πληθυσμό 38 εκατομμυρίων κατοίκων. Παρ’ όλον τούτο οι Διαπραγματευτές όλων των άλλων χωρών έτρεφαν μεγάλη εκτίμηση για τον Κύπριο Διαπραγματευτή, του έδιναν προβάδισμα και τον αναγνώριζαν ως εκπρόσωπο και spokesman και των δέκα υποψηφίων χωρών έναντι της Ε.Ε. σε θέματα που αφορούσαν και ενδιέφεραν όλους. Όχι λόγω της ιδιότητας του ως πρώην Προέδρου της μικρής Κύπρου αλλά λόγω της προσωπικότητας του, των εμπειριών και των γνώσεων του. Κατά τις συχνές του επισκέψεις στις Βρυξέλλες συναντούσε όχι μόνο τον Επίτροπο για τη διεύρυνση Γκύντερ Φερχόϊγκεν, άλλους Επιτρόπους, Γεν. Διευθυντές, ανώτερους αξιωματούχους και τον Διαπραγματευτή της Επιτροπής Λ. Μάουρερ. Πήγαινε στα γραφεία όλων των λειτουργών της Ομάδας για την Κύπρο, τους χαιρετούσε με χειραψία, τους έλεγε ένα καλό λόγο με πολύ απλή ανθρώπινη συμπεριφορά σαν ίσος προς ίσο με όλους. Είχε το χάρισμα, το ταλέντο να κερδίζει τη συμπάθεια όλων και όπως ξέρουμε γιατί είναι ανθρώπινο η συμπάθεια συμβάλλει στην καλύτερη κατανόηση, αποδοχή επιχειρημάτων και υποστήριξη θέσεων. Πέραν και εκτός από την καλή και σωστή προετοιμασία από τα αρμόδια Υπουργεία και Υπηρεσίες μας των θέσεων μας που υποβάλλαμε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η συμπεριφορά, η προσωπικότητα και οι χειρισμοί του Διαπραγματευτή μας συνέβαλαν στην επιτυχία των ενταξιακών μας διαπραγματεύσεων, στο κλείσιμο των 30 τόσων διαπραγματευτικών κεφαλαίων πολύ πριν από όλες τις άλλες υποψήφιες χώρες και τον χαρακτηρισμό της Κύπρου από τον Λ. Μάουρερ ως Σούμαχερ της κούρσας των ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Η συμβολή του Προέδρου Γιώργου Βασιλείου στην επιτυχή κατάληξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων και στην ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε. ήταν πολύτιμη και αποφασιστική. Του είμαστε ευγνώμονες γι’ αυτό και τον μακαρίζουμε μετά θάνατον. Αιωνία του η μνήμη.
Θεόφιλος Β. Θεοφίλου
Πρέσβης ε.τ., Πρώην Μόνιμος Αντιπρόσωπος στην Ε.Ε.




















