Αλεξάνδρα Βουδούρη
Με συγκρατημένες προσδοκίες, αλλά και έντονη ανησυχία για την επόμενη ημέρα, παρακολουθούν οι Βρυξέλλες τις σημερινές ενδιάμεσες εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες ενδέχεται να στερήσουν από τον Ντόναλντ Τραμπ τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων, ακόμη και της Γερουσίας. Σε αντίθεση, ωστόσο, με το παρελθόν, όταν μία εκλογική νίκη των Δημοκρατικών θα προκαλούσε ανακούφιση στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, αυτή τη φορά κυριαρχεί η εκτίμηση ότι ακόμη και μία σημαντική ήττα των Ρεπουμπλικανών δεν πρόκειται να αλλάξει ουσιαστικά την αμερικανική εξωτερική πολιτική. Αντιθέτως, θα μπορούσε να καταστήσει τον Αμερικανό πρόεδρο ακόμη πιο απρόβλεπτο απέναντι στην Ευρώπη.
Στις Βρυξέλλες κυριαρχεί η πεποίθηση ότι ακόμη και ο έλεγχος και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου από τους Δημοκρατικούς δύσκολα θα επηρεάσει τη στάση της Ουάσιγκτον απέναντι στον πόλεμο στην Ουκρανία, τη Μέση Ανατολή, τις εμπορικές αντιπαραθέσεις και το μέλλον της αμερικανικής συμμετοχής στο ΝΑΤΟ.
Εκείνο που ανησυχεί Ευρωπαίους αξιωματούχους και διπλωμάτες στο ΝΑΤΟ είναι ότι μία βαριά εκλογική ήττα θα μπορούσε, μάλιστα, να ωθήσει τον Τραμπ να επικεντρωθεί ακόμη περισσότερο στην εξωτερική πολιτική, όπου οι δυνατότητες παρέμβασης του Κογκρέσου είναι περιορισμένες.
Αρμόδιες πηγές υπενθυμίζουν, άλλωστε, ότι ο Αμερικανός πρόεδρος διατηρεί σημαντικές εξουσίες σε στρατιωτικά ζητήματα, στο εμπόριο και στην επιβολή δασμών, ενώ μπορεί να ασκήσει βέτο σε νομοθετικές πρωτοβουλίες.
Η ανησυχία στις Βρυξέλλες δεν περιορίζεται, πάντως, στις επόμενες κινήσεις του Λευκού Οίκου, αλλά αφορά και τη βαθύτερη μεταβολή των διατλαντικών σχέσεων.
Για την πλειοψηφία των κρατών μελών της Ε.Ε. θεωρείται πως οι σχέσεις πλέον με την Ουάσιγκτον δεν πρόκειται να αποκατασταθούν έτσι απλά με μια νίκη των Δημοκρατικών, ενώ οι διπλωματικές πηγές υποστηρίζουν ότι ο ευρωσκεπτικισμός έχει πλέον αποκτήσει σημαντική παρουσία στους κύκλους της αμερικανικής πολιτικής ελίτ.
Την ίδια στιγμή, είναι φανερό στις Βρυξέλλες πως η στάση της Ουάσιγκτον απέναντι στην Ουκρανία, ειδικά μετά τη συμφωνία Τραμπ–Πούτιν για την αγορά ρωσικού ντίζελ αποτελεί σαφή ένδειξη απομάκρυνσης των ΗΠΑ από το Κίεβο.
Παράλληλα, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν έχουν ξεπεράσει τις συνέπειες της εμπορικής συμφωνίας του Τέρνμπερι, την οποία πολλοί θεωρούν ιδιαίτερα δυσμενή για την Ε.Ε.
Υπάρχουν φυσικά και οι εκτιμήσεις εκείνων, που θεωρούν ότι ήττα των Ρεπουμπλικανών θα μπορούσε να ενισχύσει την αποφασιστικότητα της Ευρώπης να αντισταθεί στις πιέσεις της Ουάσιγκτον και να αποφύγει νέες παραχωρήσεις.
Σε ό,τι αφορά τις εμπορικές σχέσεις, υπάρχει η συγκρατημένη προσδοκία ότι μια εκλογική αποδοκιμασία του Τραμπ ίσως τον καταστήσει πιο επιφυλακτικό απέναντι στην επιβολή νέων δασμών, λόγω πιθανών περαιτέρω συνεπειών στις επιχειρήσεις αλλά και τους Αμερικανούς καταναλωτές.
Αισιοδοξία επικρατεί πάντως για στενότερη συνεργασία μεταξύ Ευρωκοινοβουλίου και Κογκρέσου, με μια πιθανή αλλαγή των των κοινοβουλευτικών συσχετισμών στην Ουάσιγκτον.
Ηδη, άλλωστε, η αρμόδια αντιπροσωπεία για τις σχέσεις με τις ΗΠΑ του Ευρωκοινοβουλίου βρίσκεται σε συζητήσεις για τη θεσμοθέτηση μόνιμου διακοινοβουλευτικού διαλόγου.
Το βασικό συμπέρασμα, ωστόσο, που διαμορφώνεται στις Βρυξέλλες είναι ότι, ανεξαρτήτως εκλογικού αποτελέσματος, η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να θεωρεί δεδομένη την επιστροφή στις διατλαντικές σχέσεις του παρελθόντος.




























