Γράφει ο Βασίλης Κωστούλας
Το Ιράν κέρδισε, από τη στιγμή που δεν έχασε. Ετσι προσεγγίζουν την απόδοση της αμερικανοϊσραηλινής επιχείρησης στη Μέση Ανατολή αναλυτές, οι οποίοι αποφεύγουν να εξωραΐσουν τις προεκτάσεις από την υπογραφή της κατ’ αρχάς συμφωνίας μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης.
Αν μία διαπίστωση προκύπτει αβίαστα μέσα από τη στρατιωτική επιχείρηση «Επική οργή» είναι το συμπέρασμα ότι η οικονομία «κέρδισε» την εξωτερική πολιτική, καθώς φαίνεται ότι οι παρενέργειες από τη διακοπή της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ έκριναν τελικά την έκβαση του πολέμου.
«Η εξήγηση του μνημονίου κατανόησης με το Ιράν είναι εξαιρετικά απλή: ο Τραμπ έκανε σοβαρά λάθη στον τρόπο με τον οποίο διεξήγαγε τον πόλεμο και αναγκάστηκε να πληρώσει βαρύ τίμημα στο Ιράν, ώστε να μπορέσει να απεμπλακεί από αυτόν. Είναι σαφές ότι τις τελευταίες εβδομάδες για τον Τραμπ πρωταρχικό μέλημα δεν ήταν η εξωτερική πολιτική αλλά η αμερικανική οικονομία –οι τιμές του πετρελαίου και η πορεία του χρηματιστηρίου–, ιδιαίτερα καθώς πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές.
Είναι ενδεικτική η δήλωσή του ότι το χρηματιστήριο ανέβαινε κάθε φορά που ανέφερε τη λέξη “ειρήνη”. Στην πραγματικότητα ήταν απελπισμένος να εξασφαλίσει το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ. Η Τεχεράνη είχε τώρα πλήρη επίγνωση αυτής της απελπισίας του. Ως αποτέλεσμα, το Ιράν απέσπασε μια σειρά από παραχωρήσεις, που πριν από την έναρξη του πολέμου θα θεωρούνταν αδιανόητες, συμπεριλαμβανομένης της προοπτικής εγκαθίδρυσης ενός νέου καθεστώτος ελέγχου στα Στενά του Ορμούζ μετά από 60 ημέρες», τονίζει στην «Κ» ο Aλαν Μακόφσκι, ανώτερος συνεργάτης στο Center for American Progress, πρώην αξιωματούχος στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων στις ΗΠΑ.
Τελικά, τι πέτυχε η επέμβαση στο Ιράν; «Ο πρόεδρος Τραμπ προσέφυγε στην επιλογή μιας σχετικά ασαφούς συμφωνίας κατάπαυσης του πυρός ως μέσου για τον τερματισμό της κρίσης στα Στενά του Ορμούζ, χωρίς όμως να έχει δοθεί μέχρι στιγμής σαφής λύση στο πυρηνικό ζήτημα και με ελάχιστη έως μηδαμινή πρόοδο σε άλλα θέματα – όπως οι περιφερειακοί σύμμαχοι και πληρεξούσιοι του Ιράν, μεταξύ των οποίων η Χεζμπολάχ, καθώς και το πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων της χώρας», επισημαίνει στην «Κ» ο Νάταν Σακς, ανώτερος συνεργάτης στο Middle East Institute.
Εύλογα εγείρονται ερωτήματα για τις συνέπειες στο προφίλ των ΗΠΑ ως υπερδύναμης, υπό την έννοια ότι οι εξελίξεις στο πεδίο δοκιμάζουν τα όρια της ισχύος τους με βάση τις επιλογές τους. «Η κατάληξη της επιχείρησης στο Ιράν επιφέρει πλήγμα στο κύρος των ΗΠΑ, το οποίο πάντως είχε ήδη αρχίσει να διαβρώνεται από την πρώτη προεδρία Τραμπ. Εμπεδώνεται η εικόνα μιας χώρας η οποία μπορεί τελικά να προκαλεί κινδύνους λόγω της έλλειψης σαφούς στρατηγικής κατεύθυνσης ή λογικής. Δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίζονται πλέον όλο και περισσότερο ως παράγοντας αποσταθεροποίησης και λιγότερο ως εγγυήτρια δύναμη της διεθνούς ασφάλειας», αναφέρει στην «Κ» ο Ρος Χάρισον, συγγραφέας του βιβλίου «Αποκωδικοποιώντας την εξωτερική πολιτική του Ιράν», ανώτερος συνεργάτης του Middle East Institute.
«Μουδιασμένο» το Ισραήλ
Το ενδιαφέρον μετατοπίζεται πλέον στον τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνει τις εξελίξεις το Ισραήλ. Η βασική πηγή ανησυχίας στο Τελ Αβίβ σχετίζεται με την προοπτική να περιοριστεί η ελευθερία δράσης στον Λίβανο, καθώς η απειλή της Χεζμπολάχ έχει αναχθεί σε ζήτημα ύψιστης προτεραιότητας σε όρους ασφαλείας, μετά την εμφανή αποδυνάμωση της Χαμάς στη Γάζα.
«Το ερώτημα εδώ είναι αν θα αρκεστεί ο Αμερικανός πρόεδρος στο να απαιτήσει από το Ισραήλ να μην αναλαμβάνει πρωτοβουλίες για επιθέσεις κατά της Χεζμπολάχ ή θα φτάσει στο σημείο να πιέσει για πλήρη αποχώρηση από τη ζώνη ασφαλείας που διατηρεί το Ισραήλ στον νότιο Λίβανο. Είναι προφανές ότι οι αμερικανοϊσραηλινές σχέσεις εισέρχονται σε μια περίοδο αναταράξεων», σχολιάζει ο Αλαν Μακόφσκι.
Ανακούφιση στο Ιράν
Το ιρανικό καθεστώς, στο μεταξύ, κατάφερε να επιβιώσει, παρά τις απώλειες – δολοφονίες στα ανώτατα κλιμάκια της ηγεσίας του, οικονομική κρίση λόγω του ναυτικού αποκλεισμού από τις ΗΠΑ, περιορισμός της πυραυλικής του ικανότητας. Θα οδηγήσουν οι εξελίξεις στην περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση των μουλάδων της Τεχεράνης; «Δεν είμαι βέβαιος. Αυτό που βλέπουμε είναι ότι η νέα γενιά ηγεσίας που αναδύεται μέσα από αυτόν τον πόλεμο εμφανίζεται πιο σίγουρη για τον εαυτό της. Θεωρεί ότι απέκρουσε την υλοποίηση των αμερικανικών στόχων και τελικά απέτρεψε τη συνθηκολόγηση του Ιράν. Πρόκειται για μια ηγεσία πιο τολμηρή, λιγότερο φοβική απέναντι στο ρίσκο και περισσότερο πεπεισμένη για τις δυνατότητές της. Αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ιδεολογική ριζοσπαστικοποίηση.
Hδη πριν από τον πόλεμο παρατηρούσαμε μια τάση μεγαλύτερου προσανατολισμού του καθεστώτος στην ασφάλεια παρά στην ιδεολογία. Εκτιμώ ότι η Τεχεράνη πιθανότατα θα δώσει τώρα προτεραιότητα στην οικονομία. Αν το καθεστώς επιθυμεί να αποτρέψει νέες κοινωνικές αναταραχές και την αμφισβήτηση της εξουσίας του, οφείλει να επικεντρωθεί στην οικονομική ανάπτυξη και αυτό συνάδει περισσότερο με μια πιο πραγματιστική προσέγγιση και λιγότερο με μια λογική ριζοσπαστικοποίησης», υποστηρίζει ο Ρος Χάρισον.




























