Πόσα αδέλφια έχεις, τη ρώτησα. Καθόμασταν στην αυλή, ήταν λίγο μετά το μεσημέρι, οι τζίτζικες στη διαπασών, η ζέστη αφόρητη και οι υπόλοιποι κλεισμένοι στο κλιματιστικό, σε μεσημεριανή ραστώνη. Εκείνη μου έφτιαχνε τα βρεγμένα μαλλιά σε κοτσίδα και στο κάθε χώρισμα περνούσε ινδικό γιασεμί, από κείνα που έριξε το δέντρο και τα μάζεψε από το χώμα. Δύο αδέλφια, ένα αγόρι και ένα κορίτσι, απάντησε με τα φτωχά αγγλικά και τη νεπαλέζικη προφορά της. Παντρεμένοι; ρώτησα. Ναι. Η αδελφή της, πιο μεγάλη, με δύο παιδιά στην εφηβεία, το ίδιο και ο αδελφός της, μόνο που η γυναίκα του πέθανε, είπε, πριν από τέσσερα χρόνια. Δεν ήμουν σίγουρη ότι άκουσα τη σωστή λέξη ούτε και πως η ίδια αυτή τη λέξη ήθελε να πει, ίσως επειδή την είπε στον ίδιο τόνο και χωρίς αλλαγή στην έκφρασή της.
Πέθανε; επανέλαβα. Έγνεψε καταφατικά και μόνο τότε εκπλάγηκα, όταν πλέον διαβεβαιώθηκα πως εννοούσαμε το ίδιο πράγμα. Δεν το ήξερα, μουρμούρησα με απολογητική πρόθεση, συνειδητοποιώντας πως παρότι αυτή η κοπέλα ήταν εδώ και έξι μήνες στη ζωή μας, ελάχιστα γνώριζα για τη δική της. Μένει με τη μάνα μου, φροντίζει το σπίτι, ένα κορίτσι 25 χρονών που δεν ξέρω πώς βρέθηκε στον δρόμο μας και εμείς στον δικό της και ποιες συναστρίες συνωμότησαν για να εμπλακούν σε τέτοιο βαθμό οι βηματισμοί μας, ώστε από τη Λευκωσία στο Νεπάλ να τεντώνεται μια αδιόρατη γραμμή που να σχετικοποιεί τις αποστάσεις. Η ζωή μου ήταν δύσκολη, είπε μετά σχεδόν ψιθυριστά, λες και μονολογούσε, και από το μυαλό μου πέρασαν ένα σωρό συνειρμοί σε παλινδρομική κίνηση που μου προκάλεσαν απότομη ένταση στον αυχένα. Προηγουμένως δούλεψε σ’ ένα σπίτι, σ’ ένα χωριό κάπου στην Πάφο. Πρόσεχε έναν παππού και μια γιαγιά. Δεν περνούσε καλά, είπε ο ατζέντης που την έφερε στη μάνα μου και την παρακάλεσε να την κρατήσει.
Μα πώς θα συνεννοούμαστε; αντέδρασε η μάνα μου. Μαθαίνει γρήγορα, το επιχείρημα του ατζέντη, δεν ήταν όμως αυτό που την έπεισε, αλλά ότι έμοιαζε με ένα απροστάτευτο κορίτσι αφημένο στο πουθενά. Τα αγγλικά της ελάχιστα. Περισσότερο με χειρονομίες και χαμόγελα βρίσκαμε άκρη στην αρχή. Μετά έμαθε κάποιες λέξεις στα ελληνικά. Θέλει να μάθει περισσότερα, λέει, γι’ αυτό και τα απογεύματα την ακούω συχνά να επαναλαμβάνει τις μέρες και τους μήνες και να μετρά μέχρι το δέκα. Όμορφη, με μακριά μαύρα λαμπερά μαλλιά και μελαμψό δέρμα που στο ίνσταγκραμ το φιλτράρει για να φαίνεται πιο λευκό. Δεν της αρέσει, λέει, που είναι σκούρα, να αγαπάς τον εαυτό σου, της αντιτάσσω, και το κάνω όχι από ανάγκη να τη νουθετήσω αλλά λες και οφείλω να υπακούσω σε μια μυστήρια αποστολή που μου δόθηκε και την οποία πρέπει να φέρω εις πέρας προκειμένου να αρχίσει από κάπου να διαχέεται στον κόσμο μια αίσθηση δικαιοσύνης. Μόλις πρωτοήρθε στο σπίτι της μάνας μου, της είπα πως ταξίδεψα στη χώρα της, ήταν ο τρόπος μου να την κάνω να αισθανθεί οικεία, μια ψευδαίσθηση που βοηθούσε περισσότερο εμένα να υπομένω αυτή την κοινωνική ανισορροπία που περιφέρεται γύρω μας σαν φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων και όχι σαν αυτό που πραγματικά είναι, μια δυσαρμονία που χρήζει επείγουσας αντιμετώπισης. Πήγα στο Κατμαντού και στην Πόκαρα, της είπα, και η αλήθεια είναι πως χάρηκε, υποθέτω πως το να έχει κανείς μια σωματική επαφή με τα μέρη σου, να ξέρει δηλαδή πώς μυρίζουν, πώς μοιάζουν και ποια είναι η γεύση τους, είναι μια παρηγοριά όταν βρίσκεσαι χιλιόμετρα μακριά από το γνώριμο. Μου είπε πως το σπίτι της είναι σ’ ένα χωριό κοντά στην Πόκαρα, πάνω στα βουνά.
Μου έδειξε μια-δυο φωτογραφίες με μικρά ξύλινα σπιτάκια διασκορπισμένα μέσα σε πυκνή βλάστηση, κι αυτές ήταν όσες πληροφορίες μάζεψα για κείνη. Τίποτα άλλο. Μέχρι αυτό το αυγουστιάτικο μεσημέρι που μου ήρθε να τη ρωτήσω περισσότερα. Η νύφη της πέθανε από δάγκωμα φιδιού, είπε. Δεν πρόλαβαν να την πάρουν στο νοσοκομείο. Το νοσοκομείο απέχει οκτώ ώρες από το χωριό τους και στο χωριό τους ο γιατρός δεν μπορούσε να κάνει και πολλά. Η κοπέλα πέθανε μόλις το ασθενοφόρο έφτασε στο Κατμαντού. Τα παιδιά της ήταν τότε μικρά, αναζητούσαν τη μάνα τους κάθε μέρα. Ο αδελφός της έφυγε να δουλέψει οδηγός στη Σαουδική Αραβία και από τότε ανέλαβε η ίδια τη φροντίδα των μικρών. Οι γονείς της, με πολλά προβλήματα υγείας, δεν ήταν σε θέση να βοηθήσουν. Δεν υπήρχε κανείς άλλος να αναλάβει, λέει. Ο αδελφός σου; απορώ. Απαντά με μια χειρονομία που υποδεικνύει πως δεν τον γνοιάζει όσο θάπρεπε και μετά εξηγεί πως στη χώρα της οι περισσότεροι άντρες δεν συμπεριφέρονται καλά στις γυναίκες τους και δεν ενδιαφέρονται για τα παιδιά τους. Πίνουν, τεμπελιάζουν, έχουν φιλενάδες, αυτά κάνουν, λέει. Ήρθε εδώ να δουλέψει για να μεγαλώσει τα παιδιά της νύφης της, είπε, και μόλις μεγαλώσουν θα τα πάρει και θα πάνε να ζήσουν σε άλλη χώρα. Ίσως στην Ιαπωνία ή στην Σιγκαπούρη.
Σίγουρα κάπου εκτός Νεπάλ. Μου τα δείχνει σε φωτογραφίες. Ένα κορίτσι κι ένα αγόρι στην αγκαλιά της. Είναι η μέρα που τους αποχαιρέτησε, λέει, για να έρθει εδώ. Ύστερα μια άλλη στην αυλή του σχολείου και μια άλλη έξω από το σπίτι τους. Μιλάνε, λέει, κάθε μέρα στο τηλέφωνο. Τη ρωτάνε πότε θα γυρίσει. Τους λέει να μην ανησυχούν. Είναι μόνο 25 χρονών, σκέφτομαι ξανά, και οι συσχετίσεις μου σφίγγουν το στομάχι σαν κράμπα. Εκείνη μαζεύει κι άλλα ινδικά γιασεμιά από το χώμα και τα βάζει στα δικά της μαλλιά. Μου λέει να βγάλουμε μαζί μια σέλφι, με τις κοτσίδες μας σε πρώτο πλάνο. Καθόμαστε δίπλα-δίπλα στην αιώρα και πατά το κουμπί. Και κάπου εκεί, ανάμεσα στα λουλούδια στα μαλλιά μας και στις μπλεγμένες παλάμες μας, αισθάνομαι να πάλλεται μια δόνηση που διαρρηγνύει την στενοκοπημένη πραγματικότητα σαν ήσυχο κύμα από τα βάθη των θαλασσών.





























