ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Κάποτε στην Τήνο

Τι να φοβηθεί κανείς όταν βρίσκεται στην ευλογημένη θέση να μιλά ανεμπόδιστα στον ουρανό και να εισπνέει το ίδιο ανεμπόδιστα, θαλασσινό οξυγόνο, θέλω να του πω αλλά δεν λέω τίποτα

Ελένη Ξένου

Ελένη Ξένου

twitter

Είναι νωρίς το πρωί, οι φίλες ακόμα κοιμούνται και ο ήλιος φοράει στις τραχιές γραμμές του απέναντι βουνού ένα χρυσαφί χρώμα που λαμπυρίζει μέσα στη θάλασσα. Πρώτη μέρα στην Τήνο. «Να προσέχετε τις ριπές των ανέμων», μας προειδοποίησε ο ταξιτζής, αλλά όπως περπατώ τώρα στην αμμουδιά και αναπνέω κύμα, νιώθω κάθε προειδοποίηση σαν αχρείαστη παρέμβαση στη διάλογο μου με την ακαταστάλαχτη αγριότητα της φύσης.

Ένας νεαρός εμφανίζεται από την άλλη άκρη της ακτής και κατευθύνεται προς το μέρος μου. Φιγούρα ικανή να γίνει ποίημα μέσα στη σύνοψη του τοπίου, σκέφτομαι. Το μαύρο σκυλί του προπορεύεται. «Το φοβάσαι;» με ρωτά όταν διασταυρώνονται οι υπάρξεις μας.Τι να φοβηθεί κανείς όταν βρίσκεται στην ευλογημένη θέση να μιλά ανεμπόδιστα στον ουρανό και να εισπνέει το ίδιο ανεμπόδιστα, θαλασσινό οξυγόνο, θέλω να του πω αλλά δεν λέω τίποτα. Δεν έτυχε να έρθω ποτέ στη βόρεια πλευρά της Τήνου, συνήθως έφτανα μέχρι τη Χώρα και τα τάματα. Και τώρα, καθισμένη στην παραλία Ρώχαρη, στην άλλη μεριά του νησιού, παρατηρώ τα σύννεφα που τρέχουν και τους γλάρους που πετούν και νιώθω πως οι εκατοντάδες προσευχές του κόσμου ταξιδεύουν στον αέρα σαν τρυφερότητα που υποκινεί το μέσα μας υπερπέραν. Απλώνω κάτω από ένα αρμυρίκι, με τα πνευμόνια μου ανοιχτά στα αλμυρά σταγονίδια που φέρνει ο άνεμος στο δέρμα μου. «Σαν τάμα το νιώθω αυτό το ταξίδι», λέω αργότερα σε μια από τις φίλες, καθώς είμαι με τα χέρια χωμένα στην άμμο και τα μάτια ανοιχτά στο άπειρο. «Σαν κάτι μεγαλύτερο από μας» ψιθυρίζω και εννοώ περισσότερα απ΄ όσα μπορώ να περιγράψω. Ευτυχώς που παραβλέψαμε τα καθημερινά και τις αγωνίες και τις δουλειές και τις λίστες και, σαν από ένστικτο, προκρατήσαμε καιρό πριν αυτό το σπιτάκι που το λούζει το κύμα —ήτανε κάποτε κάποιου ψαρά— και είπαμε πως, ό,τι και να γίνει, θα είμαστε εδώ. Παρότι μεσολάβησαν πολλά και δύσκολα, τόχαμε βάλει πείσμα, όντως κάτι σαν τάμα, να συνυπάρξουμε ξανά όπως παλιά, πλάι στη θάλασσα και με την πληρότητα του ελάχιστου.

Διαλέξαμε την Τήνο ή μήπως εκείνη μας διάλεξε; Ποιος έχει εξήγηση σ’ αυτά; Ίσως στο βάθος η καθεμιά να έφερνε μαζί της μια δική της προσευχή για να τη ρίξει στο κύμα ή να την αφήσει να πετάξει μέχρι τ’ αστέρια, μήπως και πιάσει τόπο εδώ όπου και το πιο μικρό βότσαλο μοιάζει να βρίσκεται σε διαρκή συνομιλία με την τρωτότητα του ανθρώπου. Πήραμε μικρές βαλίτσες, ίσα που να χωράνε ακόμη και τα λίγα, νοικιάσαμε ένα μικρό άσπρο φιατάκι, βάλαμε τα κινητά στη σίγαση και κρατήσαμε μόνο τις σημειώσεις με τα μπαλκόνια που έχουν ωραία θέα και τους παράδρομους που ξέρουν καλά τα αγριοκάτσικα. «Τι άλλο θέλει κανείς;» αναφώνησε η φίλη μόλις τακτοποίησε τα ρούχα της και άραξε στη βεράντα του σπιτιού, νιώθοντας το νερό να φτάνει σχεδόν μέχρι τις πατούσες της. Και δεν ήτανε μόνο μια αυθόρμητη ερώτηση αλλά ταγμένη να προκαλέσει ανατοποθέτηση των πραγμάτων μέσα μας, μετατόπιση μέχρι και εκατόν ογδόντα μοιρών, όπως οι απότομες στροφές των δρόμων του νησιού, είπε η άλλη φίλη και μ’αυτή την διαπίστωση μόλις είχε κωδικοποίησει όσα θα έβγαιναν στην επιφάνεια στις επόμενες μέρες και νύχτες μας.

«Να ησυχάσει ο αέρας για να ξυπνήσω αύριο και από το κρεβάτι να γλιστρήσω απευθείας στον βυθό», είπε μετά, με μια χαρά αφτιασίδωτη, πηγαία, που δεν προλαβαίνεις ούτε εσύ να την καλοσκεφτείς για να της αναγνωρίσεις τις μεταμορφωτικές της ικανότητες. Εκείνη, ωστόσο, έμοιαζε ήδη πιο φρέσκια και ανάλαφρη, με την προσδοκία της ησυχίας του πρωινού πελάγους σαν ευλογημένο δικαίωμα. Στην παραλία δεν υπήρχε κανείς. Προφανώς είχαν πάει όλοι στους απάνεμους κόλπους. Και στα υπόλοιπα σπίτια που πλαισίωναν τον ορμίσκο δεν ξεπρόβαλε κανένα πρόσωπο. Μόνο μια δυο γάτες περιφέρονταν κοντά στα βράχια κι ένας θεός που κάθε λίγα λεπτά έπαιρνε άλλο σχήμα, χρώμα και μυρωδιές, δένοντας τα φυσικά με τα υπερφυσικά σ’ ένα αμμουδένιο κέντημα. Το ίδιο βράδυ φάγαμε σε μια ψαροταβέρνα στο διπλανό χωριό, ήπιαμε παγωμένη μπύρα και θυμηθήκαμε διάφορα από την κοινή ζωή μας, από κείνα που αξίζει να θυμάται ο άνθρωπος για να βεβαιώνεται, από καιρό εις καιρό, πως η άγκυρά του είναι καλά δεμένη. Και ύστερα οδηγήσαμε μέσα στα σκοτεινά, με το κύμα του Αιγαίου να ξεσπά δυνατά πάνω στις ακτές και στους βράχους και με κάθε του χτύπο να μας λέει πράγματα πολύ πιο σημαντικά απ’ ότι υποψιάζεται κανείς στην βιασύνη της μέρας. Κόψαμε φρούτα —ροδάκινο, νεκταρίνι και δαμάσκηνα— και τα βάλαμε σε μια πιατέλα που βρήκαμε χωμένη σ’ ένα από τα συρτάρια του σπιτιού. Δεν είχαμε ακόμα διάθεση για ύπνο κι έτσι ανοίξαμε ακόμη έναν γύρο μπύρες και καθίσαμε στη βεράντα, σκεπασμένες με τα παρεό μας. Λέγαμε διάφορα, μέχρι που η μια φίλη θυμήθηκε από το πουθενά το παραμύθι που λάτρευε μικρή.

Την ιστορία του, το εξώφυλλό του, τις ζωγραφιές μέσα κι έξω. Το περιέγραφε με τέτοιο ενθουσιασμό, λες και την καλούσε από τα βάθη των θαλασσών η παιδικότητά της ή μήπως ήταν από τα βάθη των προσευχών που, σ’ αυτό το νησί, ακόμα και τα βράδια περιφέρονται σαν μηνύματα από το άγνωστο. Όπως και νά ’χει, χαρήκαμε που η μνήμη ξύπνησε τα παραμύθια μας και είπαμε πως ήταν ώρα να κοιμηθούμε, με τον ήχο των κυμάτων να σμίγει με κείνον των παιδικών ονείρων μας. Το επόμενο πρωί ο αέρας δεν κόπασε αλλά δεν μας έγνοιαξε. Το ίδιο χρυσό φως απλωνόταν πάνω στο βουνό και στη θάλασσα και φανερώνε τον εαυτό μας ολάκερο. Γυμνωμένο από την καθημερινή του σημασία.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

NEWSROOM

Χειρόγραφα: Τελευταία Ενημέρωση

Ο κόσμος, ωστόσο, δεν πάει έτσι. Δεν είναι μαύρο-άσπρο. Είναι, όπως επιμένει η Τοκάρτσουκ, τρεμοφεγγής: τη μια έτσι, την ...
Ελένη Ξένου
 |  ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ
X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ