Αν κάποιοι τυγχάνει να έχουν ακουστά την περιβόητη μετωποκροταφική άνοια (FTD), ίσως οφείλεται στον Μπρους Γουίλις, έναν από τους διάσημους του κόσμου, του οποίου η διάγνωση έριξε φως στη συγκεκριμένη νευροεκφυλιστική νόσο.
Παρότι η FTD είναι σχετικά σπάνια, αντιστοιχώντας περίπου στο 5% έως 10% όλων των περιπτώσεων άνοιας και επηρεάζοντας περίπου 50.000 έως 60.000 άτομα στις Ηνωμένες Πολιτείες, αποτελεί την πιο συχνή μορφή άνοιας πρώιμης έναρξης.
Σύμφωνα με τους ειδικούς, το 60% των ατόμων που διαγιγνώσκονται με αυτή την πάθηση είναι ηλικίας 45 έως 64 ετών – δηλαδή δεκαετίες νεότεροι από τον μέσο όρο των ατόμων που διαγιγνώσκονται με τη νόσο του Αλτσχάιμερ. Εκτιμάται, ωστόσο, πως ο αριθμός αυτός είναι σημαντικά υποτιμημένος, καθώς η νόσος είναι «αρκετά σπάνια, με αποτέλεσμα οι περισσότεροι γιατροί, ακόμη και εξειδικευμένοι, να μην έχουν τη σχετική εμπειρία και να μην αναγνωρίζουν τα συμπτώματα», εξηγεί ο Μπραντ Ντίκερσον, νευρολόγος στο Ινστιτούτο Νευροεπιστημών Mass General Brigham και διευθυντής της Μονάδας Μετωποκροταφικών Διαταραχών στο Γενικό Νοσοκομείο της Μασαχουσέτης.
Τα αρχικά συμπτώματα της FTD διαφέρουν επίσης σημαντικά από αυτά της πιο συχνής νόσου του Αλτσχάιμερ, λόγω των περιοχών του εγκεφάλου που προσβάλλει. Η FTD συχνά ξεκινά «στο μπροστινό τμήμα του εγκεφάλου, το οποίο είναι πολύ σημαντικό για τη συμπεριφορά, τις κοινωνικές σχέσεις, τον εθισμό, την κινητοποίηση, την οργάνωση και τον προγραμματισμό», λέει ο Μπρους Μίλερ, καθηγητής νευρολογίας και διευθυντής του Κέντρου Μνήμης και Γήρανσης «Edward and Pearl Fein» στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Σαν Φρανσίσκο.
Συνεπώς, η FTD εκδηλώνεται αρχικά με αλλαγές στη συμπεριφορά ή τη διάθεση — και όχι με απώλεια μνήμης και προβλήματα σκέψης όπως στην περίπτωση του Αλτσχάιμερ (η οποία συνήθως προσβάλλει πρώτα τις περιοχές του εγκεφάλου που είναι υπεύθυνες για αυτές τις λειτουργίες, συμπεριλαμβανομένου του ιππόκαμπου). Οπως επισημαίνει ο Μίλερ, αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η FTD συχνά εκλαμβάνεται εσφαλμένα ως ψυχιατρικό πρόβλημα. Κατά μέσο όρο, χρειάζονται περίπου τρία έως τέσσερα χρόνια για να διαγνωστεί η FTD, σύμφωνα με την Ένωση για τη Μετωποκροταφική Εκφύλιση (Association for Frontotemporal Degeneration).
Ομως, γιατί η FTD τείνει να εμφανίζεται νωρίτερα στη ζωή ενός ανθρώπου σε σύγκριση με άλλες μορφές άνοιας; Ποια είναι τα συμπτώματα που συχνά παραβλέπονται και πώς περιθάλπτονται οι πάσχοντες;
Γιατί εκδηλώνεται νωρίτερα από άλλες μορφές άνοιας;
Σε αντίθεση με τη νόσο του Αλτσχάιμερ, οι περισσότεροι άνθρωποι με FTD διαγιγνώσκονται πριν από την ηλικία των 65 ετών. Το γιατί εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο μελέτης — ωστόσο, οι ειδικοί πιστεύουν ότι η απάντηση σχετίζεται με την υποκείμενη αιτία.
Περίπου το 20% των περιπτώσεων θεωρείται ότι προκαλείται από μία από τις διάφορες γενετικές μεταλλάξεις.
Οι ειδικοί εκτιμούν επίσης ότι γονίδια που δεν έχουν ακόμη ανακαλυφθεί, θα μπορούσαν να έχουν ρόλο στο υπόλοιπο 80% των περιπτώσεων. Αλλωστε, έως και το 40% των ατόμων με FTD έχουν οικογενειακό ιστορικό.
Οι γενετικές μεταλλάξεις μπορούν να «καθορίσουν τη βιολογία» της FTD, ξεκινώντας από νωρίς στη ζωή, λέει ο Μίλερ. «Μέχρι τη στιγμή που κάποιος φτάσει στην ηλικία των 40 ή 50 ετών, μπορεί να έχουν περάσει πολλά χρόνια, κατά τα οποία ο γενετικός παράγων έχει προκαλέσει αλλοίωση στον εγκέφαλό του».
Οπως αναφέρει ο ίδιος, «ο αριθμός των περιπτώσεων FTD που έχουν γενετική βάση είναι πιθανώς αρκετά υψηλός». Οσον αφορά τις περιπτώσεις όπου δεν είναι εμφανής η γενετική σύνδεση, οι ειδικοί εξακολουθούν να διερευνούν τους παράγοντες που συμβάλλουν, θεωρώντας κομβικό τον τρόπο ζωής. Οι έρευνες καταδεικνύουν ότι ακόμη και τα άτομα με γενετική μετάλλαξη που συνδέεται με την FTD, θα μπορούσαν να επιβραδύνουν την εμφάνιση των συμπτωμάτων, εάν παραμείνουν γνωστικά δραστήρια και ασκούνται τακτικά, ανέφερε ο Μίλερ.
Τα πρώιμα σημάδια που είναι εύκολο να παραμεληθούν
Σύμφωνα με τους ειδικούς, τα συμπτώματα της FTD εξαρτώνται από το σημείο του εγκεφάλου, απ’όπου ξεκινά η πάθηση. Αν αρχικά προσβάλλει τον κροταφικό λοβό, ιδίως στην αριστερή πλευρά, θα επηρεάσει τις γλωσσικές δεξιότητες, συμπεριλαμβανομένης της ικανότητας ομιλίας και κατανόησης — προκαλώντας μια πάθηση γνωστή ως πρωτοπαθή προοδευτική αφασία (ΠΠΑ). Σε αυτή την περίπτωση, οι ασθενείς συνήθως παραπέμπονται σε νευρολόγο και διαγιγνώσκονται γρήγορα, ανέφερε ο Ντίκερσον.
Ομως, συνήθως η FTD ξεκινά στον μετωπιαίο λοβό και τα πρώιμα συμπτώματά της περιλαμβάνουν τυπικά αλλαγές στη συμπεριφορά ή στην προσωπικότητα — μια μορφή που ονομάζεται FTD με συμπεριφορική παραλλαγή. Τα πιο συνηθισμένα συμπτώματα εύκολα εκλαμβάνονται ως σημάδια ψυχιατρικών διαταραχών, όπως η κατάθλιψη ή η διπολική διαταραχή, ή αποδίδονται σε αυξημένο άγχος, επαγγελματικό burnout ή ακόμη και κρίση μέσης ηλικίας.
Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν:
- Απάθεια: «Οι άνθρωποι χάνουν το ενδιαφέρον τους για τις δραστηριότητες, κινούνται λιγότερο και δείχνουν μειωμένο ενδιαφέρον για τις ιστορίες των αγαπημένων τους», περιγράφει ο Μίλερ.
- Εθιστικές συμπεριφορές: Μπορεί να καταφύγουν στην καταχρηστική κατανάλωση αλκοόλ, στα ναρκωτικά, το σεξ ή σε διάφορους από τους παραπάνω παράγοντες, επισήμανε ο Μίλερ.
- Απώλεια ενσυναίσθησης: Τα άτομα με FTD τείνουν να αποξενώνονται από τους συντρόφους, τα παιδιά, τους φίλους και τους συναδέλφους τους — και ένας σημαντικός λόγος για αυτό είναι η απώλεια της ικανότητας να νιώθουν αυτό που νιώθουν οι άλλοι, είπε ο Μίλερ.
- Δυσκολία στον προγραμματισμό, την οργάνωση και τη διαχείριση των χρημάτων: Η FTD συχνά διαταράσσει την εκτελεστική λειτουργία, η οποία αναφέρεται σε γνωστικές δεξιότητες υψηλού επιπέδου, όπως η επίλυση προβλημάτων, η αφηρημένη σκέψη, η ρύθμιση των αισθητηριακών ερεθισμάτων και η λήψη αποφάσεων. Ο Ντίκερσον επικαλείται το παράδειγμα ασθενών που έχουν πέσει θύματα απάτης, κάτι που θα φαινόταν προφανώς προβληματικό σε κάποιον χωρίς FTD.
- Απώλεια αναστολών: Η FTD μπορεί να οδηγήσει τους παθόντες σε απώλεια του ελέγχου της συμπεριφοράς τους ή συμπεριφορές κοινωνικά ακατάλληλες, συμφωνα με τον Ντίκερσον, που επικαλείται το παράδειγμα κάποιου που ουρεί σε δημόσια τουαλέτα χωρίς να κλείσει την πόρτα.
Οι συγγενείς και οι φίλοι είναι συχνά εκείνοι που πρώτοι παρατηρούν αυτές τις αλλαγές. Ενα άτομο με FTD συνήθως δεν έχει επίγνωση των συμπτωμάτων του και μπορεί να μην κατανοεί ή να μην πιστεύει πως κάτι δεν πάει καλά, λέει ο Ντίκερσον. Μπορεί να περιγράψει μια διαφορετική εικόνα στον γιατρό, κάτι που μπορεί να περιπλέξει περαιτέρω τη διάγνωση.
Το στίγμα που περιβάλλει τόσο την άνοια όσο και τις ψυχιατρικές διαταραχές μπορεί επίσης να αποτρέψει τα άτομα με FTD και τα μέλη της οικογένειάς τους από το να αναζητήσουν ιατρική φροντίδα. Αν το κάνουν, συχνά καταλήγουν να παραπέμπονται σε ψυχίατρο, αντί για νευρολόγο.
Υπάρχει θεραπεία;
Προς το παρόν δεν υπάρχει θεραπεία για τη FTD. Η φροντίδα περιλαμβάνει τη συνεργασία με μια ομάδα ειδικών — γιατρών, νοσηλευτών, ψυχολόγων — για τη διαχείριση των συμπτωμάτων και των συμπεριφορών, αναφέρει ο Μίλερ. «Αυτό συχνά σημαίνει να σκεφτόμαστε: “Ποια από αυτά τα συμπτώματα πρέπει να αντιμετωπιστούν και ποια μπορούμε να αγνοήσουμε;”» Ορισμένα μπορεί να είναι επιβλαβή για το άτομο με FTD και τους γύρω του, ενώ άλλα μπορεί να είναι αρκετά ήπια, ώστε να μάθουμε να τα αποδεχόμαστε και να τα αντιμετωπίζουμε.
Σύμφωνα με τον Μίλερ, ορισμένα άτομα με FTD μπορεί να ωφεληθούν από τα αντικαταθλιπτικά που είναι γνωστά ως εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs). «Μπορούν να μειώσουν την ευερεθιστότητα και τις καταναγκαστικές συμπεριφορές και να βελτιώσουν τη διάθεση». Όσοι παρουσιάζουν γλωσσικές δυσκολίες μπορεί επίσης να βρουν χρήσιμη τη λογοθεραπεία, τουλάχιστον στα αρχικά στάδια.
Και οι δύο ειδικοί είναι, ωστόσο, αισιόδοξοι όσον αφορά τη δυναμική που παρατηρούν στην έρευνα για τη θεραπεία, η οποία υποστηρίζεται από την ολοένα και μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση της επιστημονικής κοινότητας και της κοινής γνώμης. Ο Ντίκερσον αναφέρεται σε κλινικές δοκιμές που στοχεύουν στην αποκατάσταση των επιπέδων της πρωτεΐνης που παρουσιάζει έλλειψη σε μια μορφή της FTD. Ο Μίλερ αναφέρεται σε μελέτες που επιχειρούν να μειώσουν την πρωτεΐνη tau — μία από τις ανώμαλες πρωτεΐνες που μπορούν να προκαλέσουν FTD — καθώς και προσπάθειες γονιδιακής επεξεργασίας για να «απενεργοποιηθούν ή να μειωθεί η δραστηριότητα των κακών γονιδίων» σε άλλους τύπους άνοιας. Αυτές οι προσεγγίσεις «δεν είναι ακόμη έτοιμες για τη μετωποκροταφική άνοια», αλλά όταν θα είναι, «θα είναι πραγματικά συναρπαστικό».
Πηγή: Washington Post




























