Ανάμεσα στις διάφορες τάσεις που κυριαρχούν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, την προσοχή της διατροφολόγου Nancy Oliveira έχουν τραβήξει κάποια άτομα που φορούν μικρές συσκευές για την παρακολούθηση του επιπέδου του σακχάρου (της γλυκόζης) στο αίμα 24 ώρες το 24ωρο. Ωστόσο, αυτά τα άτομα δεν έχουν διαβήτη – θέλουν απλώς να δουν πώς τα μοτίβα διατροφής και άσκησης που ακολουθούν επηρεάζουν τις διακυμάνσεις του σακχάρου στο αίμα.
Η Oliveira, διευθύντρια της Υπηρεσίας Διατροφολογίας και Ευεξίας στο συνεργαζόμενο με το Χάρβαρντ Brigham and Women’s Hospital, έχει επίσης παρατηρήσει ότι κάποιες από τις γυναίκες ασθενείς της με προδιαβήτη φορούν αισθητήρες δέρματος, οι οποίοι είναι πολύ διαδεδομένοι και σχετικά φθηνοί. Οι συσκευές αυτές έχουν παραδοσιακά χρησιμοποιηθεί από τα άτομα με διαβήτη, αλλά πλέον δεν απαιτούν ιατρική συνταγή.
Πού θέλουμε να καταλήξουμε; Η παρακολούθηση του σακχάρου αίματος μπορεί να είναι χρήσιμη για ορισμένα άτομα, ακόμη και αν δεν έχουν διαβήτη – η επίγνωση του επιπέδου της γλυκόζης μπορεί να βοηθήσει πρακτικά οποιονδήποτε να περάσει πιο ομαλά την ημέρα του, βοηθώντας στη μάχη εναντίον της κούρασης, της λιγούρας και των εναλλαγών της διάθεσης.
«Καταλαβαίνω γιατί άνθρωποι χωρίς προδιαβήτη ή διαβήτη θέλουν να ελέγχουν το σάκχαρο αίματος, δεδομένου ότι οι Αμερικανοί έχουν περισσότερες ανθυγιεινές συνήθειες παρά υγιεινές», αναφέρει η Oliveira. «Παρόλο που τα γονίδια παίζουν ρόλο στην εμφάνιση προδιαβήτη ή διαβήτη, η νόσος αυτή μπορεί και πάλι να αναπτυχθεί αποκλειστικά και μόνο εξαιτίας του ανθυγιεινού τρόπου ζωής (κακές διατροφικές επιλογές, στρες, ανεπάρκεια ύπνου και άσκησης), ο οποίος μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο ο οργανισμός μας επεξεργάζεται τη ζάχαρη».
Τα βασικά για το σάκχαρο αίματος
Ο προδιαβήτης –δηλαδή η κατάσταση κατά την οποία το επίπεδο σακχάρου στο αίμα είναι υψηλότερο από το φυσιολογικό, αλλά όχι αρκετά υψηλό ώστε να διαγνωστεί διαβήτης τύπου 2– βρίσκεται σε αύξηση, πλήττοντας πάνω από έναν στους τρεις ενήλικους Αμερικανούς και περίπου τους μισούς από όσους είναι 65 ετών και άνω, λέει η Oliveira. Είναι μια ύπουλη κατάσταση, που συνήθως δεν προκαλεί προειδοποιητικά σημάδια.
Παρόλο που η παχυσαρκία παίζει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξή του, ένα ποσοστό των ανθρώπων με διάγνωση προδιαβήτη είναι πολύ υγιείς, λέει η Oliveira. «Το στρες, η υπερβολικά καθιστική ζωή, ο κακός ύπνος – όλα αυτά είναι επίσης παράγοντες που οδηγούν σε μη ιδανική επεξεργασία του σακχάρου αίματος», εξηγεί.
Η εμμηνόπαυση μπορεί να είναι μια περίοδος κατά την οποία είναι ιδιαίτερα πιθανό να αναπτυχθεί προδιαβήτης, γιατί το μειωμένο επίπεδο οιστρογόνων και προγεστερόνης ευνοεί την αποθήκευση λίπους στην κοιλιά. «Η θέση αυτού του λίπους σχετίζεται με αντίσταση στην ινσουλίνη», εξηγεί η Oliveira. «Παράγουμε ινσουλίνη, αλλά ο οργανισμός μας δεν τη χρησιμοποιεί αποτελεσματικά».
Στο μεταξύ, τα ποσοστά διαβήτη συνεχίζουν επίσης να αυξάνονται, και η αύξησή τους είναι σημαντική τα τελευταία 25 χρόνια, σύμφωνα με το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC) των ΗΠΑ. Σχεδόν 12% των ατόμων στις ΗΠΑ έχουν διαβήτη, ενώ αυτό το ποσοστό είναι πάνω από 29% στα άτομα 65 ετών και άνω. Η Αμερικανική Διαβητολογική Εταιρεία συνιστά σε όλα τα άτομα ηλικίας 35 ετών και άνω, ανεξαρτήτως παραγόντων κινδύνου, να εξετάζονται τουλάχιστον μία φορά κάθε τρία χρόνια για προδιαβήτη και διαβήτη. Για τον έλεγχο αυτό, αρκεί συνήθως μια απλή εξέταση αίματος.
Μεταβλητές του σακχάρου αίματος
Αν κατά τα άλλα είστε υγιείς, δεν χρειάζεται να παρακολουθείτε επίσημα το σάκχαρο αίματος, πέραν κάποιων περιοδικών εξετάσεων με τον γιατρό σας, δηλώνει η Oliveira. Ωστόσο, η ευρύτερη παρακολούθηση του επιπέδου του σακχάρου μπορεί να σας βοηθήσει σε διάφορους υγιεινούς στόχους, από την αποφυγή της απογευματινής πτώσης της ενέργειας έως τη μείωση των περιπτώσεων που νιώθετε λιγούρα, την ενίσχυση της διάθεσης και τη διαχείριση του βάρους σας.
Αν και τα γονίδια παίζουν ρόλο στην εμφάνιση προδιαβήτη ή διαβήτη, η νόσος μπορεί να αναπτυχθεί αποκλειστικά και μόνο εξαιτίας του ανθυγιεινού τρόπου ζωής (κακή διατροφική, στρες, ανεπάρκεια ύπνου και άσκησης).
Για να δρέψετε αυτά τα οφέλη, είναι χρήσιμο να κατανοήσετε πώς αντιδρά ο οργανισμός μας στις διάφορες τροφές. Όταν τρώμε γεύματα πλούσια σε υδατάνθρακες, για παράδειγμα, το σάκχαρο στο αίμα εμφανίζει αιχμή – και μετά από λίγο ακολουθεί κάθετη πτώση, αφήνοντάς μας με μια αίσθηση εξάντλησης. Αντιθέτως, όταν τρώμε ισορροπημένα γεύματα και σνακ, τα οποία περιλαμβάνουν πρωτεΐνη, λίπος και υδατάνθρακες, διατηρούμε πιο σταθερό το επίπεδο του σακχάρου στο αίμα και πιο σταθερό επίπεδο ενέργειας.
Το επίπεδο του σακχάρου στο αίμα, ωστόσο, δεν εξαρτάται μόνο από το τι τρώμε. Το χρόνιο στρες ή η στέρηση ύπνου μπορεί επίσης να ανεβάσουν το σάκχαρο, παρατηρεί η Oliveira. «Οι άνθρωποι πάντα θεωρούν την τροφή ως τη μοναδική αιτία αύξησης του σακχάρου αίματος, αλλά μπορεί να μη φταίει η τροφή», επισημαίνει. Οι άτακτες ώρες γευμάτων και λήψης σνακ μπορούν επίσης να μεταβάλουν το επίπεδο του σακχάρου στο αίμα.
«Ο καλύτερος τρόπος να χειριστείτε τις λιγούρες και τις εναλλαγές της διάθεσης είναι να διατηρείτε το σάκχαρο αίματος εντός ενός περιορισμένου εύρους τιμών, δηλαδή το σάκχαρο να μη γίνεται ποτέ ούτε πολύ υψηλό ούτε πολύ χαμηλό», αναφέρει η Oliveira. «Αν μειωθεί πολύ και στη συνέχεια φάτε υπερβολικά γιατί πεινάτε πολύ, μπορεί να αυξηθεί υπερβολικά, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει τη διάθεσή σας».
«Στη συνέχεια, μπορεί να αισθανθείτε κουρασμένες και να καταρρεύσετε», προσθέτει. Η πολύ έντονη διακύμανση «μπορεί επίσης να επηρεάσει το βάρος σας, αλλοιώνοντας τον μεταβολισμό σας».
Αγώνας για ισορροπία
Η Oliveira προτείνει τις εξής στρατηγικές για να κρατήσετε το επίπεδο σακχάρου στο αίμα σταθερό:
Ρυθμίστε τα γεύματά σας. Τρώγοντας σε τακτά διαστήματα –ιδανικά κάθε τρεις ώρες– θα αποτρέψετε τις ακραίες διακυμάνσεις του σακχάρου στο αίμα. «Αν δεν φάτε τίποτα για πέντε ώρες στη διάρκεια της ημέρας και στη συνέχεια φάτε ξαφνικά πολύ, αυτό είναι πιθανό να προκαλέσει μεγαλύτερη διακύμανση του σακχάρου», αναφέρει.
Ελέγχετε τις μερίδες σας. Το λογικό μέγεθος μερίδας, σε συνδυασμό με τις τακτικές ώρες γευμάτων, είναι «τα δύο καλύτερα πράγματα που μπορείτε να κάνετε για να έχετε σταθερό σάκχαρο αίματος με μικρότερες διακυμάνσεις», λέει η Oliveira.
Δώστε προτεραιότητα στις υγιεινές τροφές. Η Oliveira συνηγορεί υπέρ της διατροφής μεσογειακού τύπου, που είναι πλούσια σε φρούτα, λαχανικά, όσπρια, δημητριακά ολικής άλεσης, ξηρούς καρπούς, ψάρια και θαλασσινά και κοτόπουλο χωρίς πέτσα. Οι τροφές αυτές σας κρατούν χορτάτες για περισσότερο και ελαχιστοποιούν τις διακυμάνσεις του σακχάρου στο αίμα, οι οποίες είναι πιο πιθανές αν καταναλώσετε εξαιρετικά επεξεργασμένες τροφές.
Μείνετε δραστήριες. Θέστε ως στόχο τα τουλάχιστον 30 λεπτά άσκησης μέτριας ή υψηλής έντασης, τουλάχιστον πέντε ημέρες την εβδομάδα. «Όπως και τα γεύματα, είναι καλύτερα η άσκηση να γίνεται σε τακτά, σταθερά διαστήματα», λέει η Oliveira. «Η άσκηση βοηθά τον οργανισμό σας να χρησιμοποιεί καλύτερα την ινσουλίνη που παράγει».
Αποφύγετε το κάπνισμα. Το κάπνισμα μπορεί να επηρεάσει έμμεσα το σάκχαρο αίματος, αυξάνοντας την αντίσταση στην ινσουλίνη και ενθαρρύνοντας άλλες ανθυγιεινές συνήθειες, όπως οι κακές διατροφικές επιλογές.
Κρατήστε ένα αρχείο. Καταγράφετε τι τρώτε και πότε, είτε σε χαρτί είτε σε μια ηλεκτρονική εφαρμογή. «Όταν οι άνθρωποι αρχίζουν να καταγράφουν τι καταναλώνουν, σχεδόν πάντα εκπλήσσονται από την ποσότητα ή τους τύπους τροφών που τρώνε στην πραγματικότητα», σχολιάζει η Oliveira.
Μπορεί ένα συνηθισμένο αντιδιαβητικό φάρμακο να προαγάγει τη μακροζωία;
Τα άτομα με διαβήτη ζουν περισσότερο σήμερα από ό,τι τις προηγούμενες δεκαετίες, χάρη στην ευρεία χρήση ενός φαρμάκου που ονομάζεται μετφορμίνη. Η δρ JoAnn Manson, επικεφαλής του Τμήματος Προληπτικής Ιατρικής στο συνεργαζόμενο με το Χάρβαρντ Brigham and Women’s Hospital, διερεύνησε κατά πόσο υπάρχει σύνδεση.
Πρόσφατη μελέτη, στη συγγραφή της οποίας συνέβαλε η δρ Manson, δείχνει ότι η σύνδεση αυτή είναι πιθανή. Η μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο του 2025 στο Journal of Gerontology: Medical Sciences, έδειξε ότι οι ηλικιωμένες γυναίκες με διαβήτη που χρησιμοποίησαν μετφορμίνη –ένα αντιδιαβητικό φάρμακο πρώτης γραμμής– είχαν πολύ λιγότερες πιθανότητες να αποβιώσουν πριν από την ηλικία των 90 ετών σε σχέση με τις γυναίκες με διαβήτη που χρησιμοποιούσαν μια παλαιότερη κατηγορία αντιδιαβητικών φαρμάκων, που ονομάζονται σουλφονυλουρίες.
«Εξετάσαμε κατά πόσο υπήρχαν πλεονεκτήματα από τη λήψη μετφορμίνης έναντι άλλων αντιδιαβητικών φαρμάκων, σε σχέση με την επιβίωση μετά την ηλικία των 90 ετών, που είναι το όριο για τον ορισμό της εξαιρετικά μεγάλης μακροζωίας», λέει η δρ Manson, η οποία είναι επίσης καθηγήτρια υγείας των γυναικών στην Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ. «Εκπλαγήκαμε όταν διαπιστώσαμε ότι ο κίνδυνος θανάτου πριν από την ηλικία των 90 ετών ήταν πολύ χαμηλότερος: 30%».
Οι ερευνητές αξιολόγησαν δεδομένα από την Πρωτοβουλία για την Υγεία των Γυναικών, μια μεγάλη εθνική μελέτη που παρακολούθησε σχεδόν 162.000 συμμετέχουσες ηλικίας 50 έως 79 ετών για περισσότερο από 30 χρόνια. Αυτή η ανάλυση εστίασε σε 438 γυναίκες, ηλικίας 60 ετών και άνω, οι οποίες είχαν διάγνωση διαβήτη τύπου 2 και δεν είχαν χρησιμοποιήσει ποτέ αντιδιαβητικά φάρμακα πριν από την έναρξη της θεραπείας. Οι μισές έλαβαν μετφορμίνη και οι άλλες μισές μια σουλφονυλουρία.
Οι ερευνητές έλαβαν επίσης υπόψη τους την ηλικία των συμμετεχουσών, τον τρόπο ζωής, το πόσο καιρό είχαν διαβήτη, την παρουσία άλλων παθήσεων (όπως υψηλή αρτηριακή πίεση, καρδιοπάθεια, πνευμονοπάθεια ή καρκίνος), το σωματικό βάρος και τυχόν άλλα φάρμακα που λάμβαναν. Η μελέτη ήταν μια μελέτη παρατήρησης, το οποίο σημαίνει ότι η θεραπεία δεν ανατέθηκε στις συμμετέχουσες με τυχαίο τρόπο και, επομένως, δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι η λήψη μετφορμίνης παρέτεινε τη ζωή, παρά μόνο ότι υπάρχει μια συσχέτιση.
Η διαφορά στα αποτελέσματα ανάμεσα στα δύο φάρμακα θα μπορούσε να αποδοθεί σε αρκετούς παράγοντες, λέει η δρ Manson. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η μετφορμίνη αυξάνει την ευαισθησία στην ινσουλίνη και μειώνει το επίπεδο ενός αυξητικού παράγοντα ο οποίος εμπλέκεται στον κίνδυνο καρκίνου. «Υπάρχουν επίσης κάποιες ενδείξεις ότι η μετφορμίνη μπορεί να μειώνει τη φλεγμονή και να επιβραδύνει τη λεγόμενη κυτταρική γήρανση, κατά την οποία τα κύτταρα σταματούν να διαιρούνται και να πολλαπλασιάζονται», προσθέτει.
Η δρ Manson μπορεί να φανταστεί ένα μέλλον στο οποίο ακόμη και άτομα χωρίς διαβήτη μπορεί να λαμβάνουν μετφορμίνη λόγω των πιθανών θετικών επιδράσεών της στη μακροζωία. Υπάρχουν ωστόσο περιορισμοί.
«Αν αποδειχθεί ότι συμβάλλει στην παράταση της διάρκειας ζωής, πιθανότατα θα αρχίσει να συνταγογραφείται για την επιβράδυνση της βιολογικής γήρανσης», αναφέρει. «Ωστόσο, δεν έχουμε φτάσει ακόμη εκεί – θα πρέπει να προηγηθούν κλινικές μελέτες μεγάλης κλίμακας».
«Αυτό που πρέπει να κρατήσουμε είναι πως φαίνεται ότι η μετφορμίνη είναι μια ελπιδοφόρος, αλλά ακόμη μη τεκμηριωμένη προσέγγιση για την αύξηση της υγιούς μακροζωίας», λέει η δρ Manson. «Συνιστώ σε οποιοδήποτε άτομο με διαβήτη να συζητήσει με τον γιατρό του τα υπέρ και τα κατά των διαφόρων διαθέσιμων φαρμάκων».
Πηγή: Harvard Health Publishing




























