Γράφει η Τασούλα Επτακοίλη
Για τους κατοίκους των μεγάλων πόλεων οι διάφοροι θόρυβοι τους οποίους καθημερινά αναγκάζονται να υπομένουν –από οδική, σιδηροδρομική και εναέρια κυκλοφορία, βιομηχανία, εργοτάξια, οικοδομές, υπαίθριες αγορές, αλλά και οικιακές συσκευές, όπως το ραδιόφωνο και η τηλεόραση– είναι απλώς ενοχλητικοί. Πέρα από την όχληση, όμως, υπάρχει και μια άλλη διάσταση, που πολλοί ίσως δεν γνωρίζουν. Η παρατεταμένη έκθεση σε δυνατούς ήχους έχει σοβαρές επιπτώσεις για την ακοή μας. Οι εμβοές, η υπερευαισθησία στους ήχους και η απώλεια ακοής είναι ορισμένες από αυτές.
«Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, η ημερήσια έκθεση σε ήχους 110 ντεσιμπέλ επί 4 λεπτά και 48 δευτερόλεπτα προκαλεί μόνιμες βλάβες. Και μολονότι όταν είμαστε νέοι, τα αυτιά μάς… συγχωρούν για την ταλαιπωρία που υφίστανται, προϊούσης της ηλικίας η ζημιά αθροίζεται. Οι δυνατοί ήχοι αφήνουν πίσω τους νεκρά κύτταρα στον κοχλία, στις απολήξεις του ακουστικού νεύρου, τα οποία δεν ανανεώνονται. Είναι σαν μια πληγή που ουσιαστικά δεν επουλώνεται ποτέ», λέει στην «Κ» ο δρ Γεώργιος Κυριαφίνης, χειρουργός ωτορινολαρυγγολόγος, υπεύθυνος του Κέντρου Κοχλιακών Εμφυτεύσεων του Νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ της Θεσσαλονίκης.
Η έκταση του προβλήματος είναι ανησυχητική. Υπολογίζεται ότι αφορά 1,5 δισεκατομμύριο ανθρώπους, δηλαδή περίπου έναν στους πέντε σε όλο τον πλανήτη. Και ο αριθμός αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας εκτιμά ότι έως το 2050 σχεδόν 2,5 δισεκατομμύρια άνθρωποι θα ζουν με κάποιο βαθμό απώλειας ακοής. «Το ακουόγραμμα της πλειονότητας των ανθρώπων που ζουν σε θορυβώδη περιβάλλοντα, όπως σε μεγάλα αστικά κέντρα, μετά την ηλικία των πενήντα, δείχνει πτώση της ακοής τους κατά περίπου 60 ντεσιμπέλ στις υψηλές συχνότητες. Αυτό “μεταφράζεται” σε σοβαρή δυσκολία να παρακολουθήσουν μια συζήτηση: ακούν τους άλλους, αλλά δεν μπορούν να καταλάβουν τι λένε. Η θορυβογενής απώλεια της ακοής μακροπρόθεσμα ενδέχεται να δημιουργήσει στρες και νευρικότητα, με αρνητικό αντίκτυπο στην αυτοσυγκέντρωση και την αποδοτικότητα του ατόμου στην εργασία του, στην επικοινωνία και στις διαπροσωπικές του σχέσεις», επιβεβαιώνει ο δρ Κυριαφίνης.
«Αρκετοί διστάζουν, δυστυχώς, να τα φορέσουν επειδή θεωρούν ότι θα τους κάνουν να φαίνονται ηλικιωμένοι
Οι ειδικοί συστήνουν να αντιμετωπίζουμε την ακοή όπως τα δόντια και τα μάτια μας: δεν πρέπει να περιμένουμε να εμφανιστεί σοβαρό πρόβλημα για να την ελέγξουμε. Η εξέταση μπορεί να γίνει εύκολα και ανώδυνα και να εντοπίσει μια ήπια απώλεια πριν αυτή επηρεάσει σημαντικά την καθημερινότητά μας. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται όταν εμφανίζονται επίμονες εμβοές, δυσκολία κατανόησης της ομιλίας σε χώρους με θόρυβο ή συχνή ανάγκη να ζητάμε από τους συνομιλητές μας να επαναλάβουν όσα είπαν.
Οταν εντοπιστεί απώλεια ακοής, η αντιμετώπιση εξαρτάται από την αιτία και τον βαθμό της. Σε ορισμένες περιπτώσεις το πρόβλημα μπορεί να αντιμετωπιστεί σχετικά απλά, όπως όταν οφείλεται σε απόφραξη του έξω ακουστικού πόρου ή σε ορισμένες παθήσεις του μέσου αυτιού. Οταν είναι μόνιμο, τα ακουστικά βαρηκοΐας αποτελούν μία από τις βασικές επιλογές αποκατάστασης. Η τεχνολογία τους έχει εξελιχθεί εντυπωσιακά τα τελευταία χρόνια. Είναι μικρότερα και διακριτικότερα, διαθέτουν εξελιγμένα συστήματα περιορισμού του ενοχλητικού σφυρίγματος, ενώ ορισμένα χρησιμοποιούν προηγμένους αλγορίθμους επεξεργασίας του ήχου, ακόμη και τεχνητή νοημοσύνη, ώστε να διαχωρίζουν καλύτερα την ανθρώπινη ομιλία από τον θόρυβο του περιβάλλοντος και να προσαρμόζουν αυτομάτως τη λειτουργία τους στις συνθήκες.
Ωστόσο, εκτός από το κόστος, που για αρκετούς παραμένει απαγορευτικό, το κοινωνικό στίγμα εξακολουθεί να λειτουργεί ως εμπόδιο. «Αρκετοί διστάζουν, δυστυχώς, να τα φορέσουν επειδή θεωρούν ότι θα τους κάνουν να φαίνονται ηλικιωμένοι. “Δεν θέλω ακουστικό, παππούς –ή γιαγιά– είμαι;” μας λένε συχνά. Στην πραγματικότητα, τα ακουστικά μπορούν να τους βοηθήσουν να παραμείνουν “νέοι” – ενεργοί και κοινωνικά συνδεδεμένοι», επισημαίνει ο έμπειρος ΩΡΛ.
Κακή ακοή, γνωστική έκπτωση
Πράγματι, όταν η ακοή εξασθενεί, ο εγκέφαλός μας αναγκάζεται να καταβάλει μεγαλύτερη προσπάθεια προκειμένου να επεξεργαστεί τους ήχους και να κατανοήσει την ομιλία. Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι αυτή η επιπλέον γνωστική προσπάθεια –«προσπάθεια ακρόασης», όπως αποκαλείται– εξηγεί εν μέρει γιατί ακόμη και η ήπια απώλεια ακοής συνδέεται με χειρότερη εγκεφαλική υγεία. Οσο περισσότερο ο εγκέφαλος προσπαθεί να αποκωδικοποιήσει έναν μη καθαρό ήχο, τόσο μεγαλύτερη είναι η επιβάρυνση. Μελέτες έχουν συνδέσει την απώλεια ακοής με ταχύτερη γνωστική έκπτωση και με σχεδόν διπλάσιο κίνδυνο εμφάνισης άνοιας.
Μπορεί να προληφθεί η έκπτωση της ακοής; Η θορυβογενής απώλεια ακοής είναι σε μεγάλο βαθμό αποτρέψιμη. Η αποφυγή της υπερβολικής έντασης στα ακουστικά, η χρήση προστατευτικών μέσων σε χώρους με έντονο θόρυβο, τα διαλείμματα από την έκθεση σε δυνατούς ήχους και ο τακτικός έλεγχος της ακοής αποτελούν απλά μέτρα με ουσιαστικό αποτέλεσμα. Ιδιαίτερη σημασία έχει η πρόληψη στους νέους, καθώς η επαναλαμβανόμενη έκθεση σε δυνατούς ήχους μπορεί να συσσωρεύει με τα χρόνια τη βλάβη στο ακουστικό σύστημα. Η απώλεια ακοής δεν είναι αναπόφευκτη συνέπεια της σύγχρονης ζωής, ούτε πρέπει να θεωρείται μοιρολατρικά φυσιολογικό αποτέλεσμα της γήρανσης. Και κάτι ακόμη: ο θόρυβος δεν επιβαρύνει μόνο την ακοή. Η χρόνια έκθεση σε περιβαλλοντικό θόρυβο έχει συσχετιστεί με διαταραχές του ύπνου, καρδιαγγειακά προβλήματα και άλλες επιπτώσεις στην υγεία.
Η απώλεια ακοής, ωστόσο, δεν αποδίδεται μόνο στον θόρυβο. Μπορεί να οφείλεται σε λοιμώξεις, παθήσεις του αυτιού, τραυματισμούς, στη χρήση ωτοτοξικών φαρμάκων και, φυσικά, σε γενετικούς παράγοντες. Ιδιαίτερη σημασία έχει ο έγκαιρος εντοπισμός των προβλημάτων στα παιδιά. «Ο ανιχνευτικός έλεγχος της ακοής πρέπει να γίνεται στα νεογνά, ήδη στο μαιευτήριο. Δυστυχώς δεν είναι υποχρεωτικός και δεν γίνεται παντού, μολονότι μπορεί να πραγματοποιηθεί πανεύκολα, ακόμη και από μη εξειδικευμένο προσωπικό. Λίγα λεπτά διαρκεί η εξέταση και μας δείχνει αν λειτουργεί το αυτί ή όχι», σχολιάζει ο δρ Κυριαφίνης.
«Αν υπάρχει κάποιο πρόβλημα, εχθρός μας δεν είναι οι ίδιες οι βλάβες, αλλά ο χρόνος. Σε περίπτωση βαρηκοΐας, ακουστικό πρέπει να τοποθετηθεί μέσα στο πρώτο εξάμηνο και αν πρόκειται για κώφωση, κοχλιακό εμφύτευμα μέσα στον πρώτο χρόνο της ζωής του βρέφους. Αν κλείσουν αυτά τα δύο χρονικά παράθυρα, ο εγκέφαλος του παιδιού καθιερώνει με τους γονείς –και στη συνέχεια, σταδιακά, με τους άλλους ανθρώπους– μια επικοινωνία οπτική και απτική και όχι ακουστική. Αυτό προσπαθούμε να προλάβουμε».
Η σωστή επιλογή
Τα ακουστικά βαρηκοΐας, αν και δεν αποκαθιστούν τη φυσιολογική ακοή, μπορούν να βοηθήσουν σημαντικά. «Φτάνει να τα προμηθεύεται κανείς από έναν ακοοπροθετιστή, όχι από κάποιον που απλώς τα πουλάει», τονίζει ο χειρουργός ΩΡΛ Γιώργος Κυριαφίνης. Χρειάζονται χρόνο προσαρμογής; «Ναι. Ενας άνθρωπος που έχει συνηθίσει να μην ακούει καλά μπορεί αρχικά να αισθανθεί ότι “βομβαρδίζεται” από ορισμένους ήχους της καθημερινότητας – το ψυγείο, το πλυντήριο, το ραδιόφωνο, την κίνηση στον δρόμο, ακόμη και ένα χαρτί που τσαλακώνεται. Ο εγκέφαλος πρέπει να μάθει ξανά να επεξεργάζεται αυτές τις πληροφορίες. Η σωστή ρύθμιση των συσκευών και η παρακολούθηση από ειδικό είναι, επομένως, εξίσου σημαντικές με τη χρήση τους».




























