Είχα μέρες να πάω. Χάρηκε μόλις άνοιξα την πόρτα και με είδε. Καθόταν σε άλλη θέση από τη συνηθισμένη. «Αλλάζουμε κατά καιρούς», είπε, για να σπάει η μονοτονία, σκέφτηκα. Δεν υπάρχει άλλωστε κάτι άλλο να τη σπάει εδώ μέσα, παρά μόνο αν κάποια καινούργια ηλικιωμένη καταφθάσει ή κάποια πεθάνει. «Τι νέα;» τη ρωτώ, παρότι ξέρω πως είναι η λάθος ερώτηση. «Εδώ μέσα τι νέα θέλεις να έχω;» απαντά και με το δίκαιο της, χωρίς ωστόσο κάποια θλίψη αλλά με μια ανερμήνευτη συμφιλίωση. Η διαδρομή της κάθε μέρα είναι η ίδια. Από το δωμάτιο στο σαλόνι, στην ίδια ή μια παρόμοια καρέκλα, δίπλα από τη Ν., απέναντι από την Ε., πιο πέρα η Α. και παραδίπλα η Κ. Και μια φροντίστρια να πηγαινοέρχεται ανάμεσά τους, πότε για να καθαρίσει τον χώρο και πότε για να τους φέρει το φαγητό και να ταΐσει εκείνες που έχουν άνοια. Με εμφανέστατη την δυσαρέσκεια ότι αλλιώς φαντάστηκε τη ζωή της και όχι σ’ αυτή την «κατάντια», να ξεσκατίζει γέρους. Για να το θέσω αλλιώς, κινείται με όλες εκείνες τις χειρονομίες που μαρτυρούν πως θα αντάλλαζε την ίδια στιγμή αυτό που κάνει με οτιδήποτε της πρόσφερε διέξοδο. Η τηλεόραση μονίμως αναμμένη. Στα πρωινάδικα, στα τηλεπαιχνίδια και πότε-πότε σε κάποια εκπομπή με τραγούδια. Μια φορά τη βδομάδα καταφθάνει ένας γυμναστής για να τους κάνει κάποιες υποτυπώδεις ασκήσεις και, από κει και πέρα, η μια μέρα ξεχωρίζει από την άλλη μόνο από το ποιος επισκέπτης θα πάει να τις δει, τι φαγητό θα φάνε το μεσημέρι και αν αλλάξουν δραματικά οι καιρικές συνθήκες για να ’χουνε να μιλάνε για τον καιρό. Τραβάω ένα σκαμπό και κάθομαι δίπλα της. «Σου έφερα κόκ που σου αρέσουνε», της λέω. «Να δώσουμε και στις άλλες», μου λέει και με συγκινεί αυτή η αλληλεγγύη, μοιάζει με μια παρορμητική ομορφιά που έρχεται να αντισταθμίσει την κακογουστιά του χώρου. Μια βιβλιοθήκη απέναντι με κάμποσα ντοσιέ ατάκτως ριγμένα, ένα σύνθετο στο πλάι και πάνω του μικρά βαζάκια με ψεύτικα κακορίζικα άνθη και διάφορα άλλα αντικείμενα αδιάφορης σημασίας. Δύο καναπέδες φθαρμένοι, σκεπασμένοι με σεντόνια για να κρύβεται η φθορά τους, ένας κακοφτιαγμένος πίνακας που παριστάνει το έργο τέχνης, ένα γραφείο στη μια άκρη του δωματίου για τη φροντίστρια και μια μεγάλη τζαμόπορτα που καδράρει —αν μη τι άλλο— μερικά δέντρα που βρίσκονται στον έξω κόσμο, συγκεκριμένα στο απέναντι πεζοδρόμιο. Αυτά και τίποτα άλλο. Ούτε ένα χρώμα, ένα φυτό, κάτι να βλέπει ο άνθρωπος και να ανακουφίζεται το βλέμμα του και κατεπέκταση η ψυχή του πάνω σε κάτι ωραίο. Η φροντίστρια παίρνει τα κόκ και τους τα μοιράζει, τοποθετώντας τα μπροστά τους πάνω σε ένα χαρτομάντηλο. Ύστερα αρχίζει να ταΐζει την Α., που έχει προχωρημένη άνοια και δεν μπορεί να φάει μόνη της. Την ταΐζει βαριεστημένα, μηχανικά, που πάει να πει πως καμία τρυφερότητα δεν κυλά από το χέρι της στο στόμα της γυναίκας. Γυρνώ αντανακλαστικά το βλέμμα μου αλλού, η εικόνα έχει μια σκληρότητα που δύσκολα αντέχεται.
Στην τηλεόραση αρχίζει το «Voice». «Μ’ αρέσει αυτή η εκπομπή», λέει η Φ, «ακούμε ωραία τραγούδια, περνάει πιο ευχάριστα η ώρα μας» λέει και δεν ξέρω πώς να διαχειριστώ αυτή την παραδοχή, που αναγάγει μια τηλεοπτική εκπομπή στην μοναδική σωτήρια αναλαμπή της μέρας. «Πότε θα μπορέσεις να πάμε καμιά βόλτα;» με ρωτάει μετά. Της υπόσχομαι πως θα συμβεί την επόμενη βδομάδα. Θυμάται πως όπου να ’ναι πλησιάζει και η παρέλαση και πως τον προηγούμενο χρόνο την είδε από το πίσω μπαλκόνι. Θυμάται επίσης πως τον επόμενο μήνα είναι και τα γενέθλιά της. Θέλει να δω τι μέρα πέφτουν, κάνει μεγάλη χαρά που θα ’ναι Κυριακή, «θα μπορείτε όλοι να ’ρθείτε να τα γιορτάσουμε εδώ», λέει, «ναι», την καθησυχάζω, «θα κάνουμε ένα ωραίο πάρτι με χρωματιστά μπαλόνια. Όπως τα παιδικά». «Κι εγώ ένα παιδί είμαι κατά βάθος», μουρμουρίζει και την πιάνει ταυτόχρονα το γέλιο, βάζει το χέρι μπροστά για να εμποδίσει το σάλιο της να ραντίσει την μπλούζα μου και λέει πως είναι η μόνη από όλες που συνεχίζει να κάνει αστεία. Έτσι κι αλλιώς, οι δύο δεν μιλούν καθόλου και η Ν. ξεχνάει συνέχεια, λέει μετά. «Ξέρεις τι μου είπε τις προάλλες;» μου λέει. «Πού να ξέρω;» της απαντώ. «Με ρωτούσε πότε θα πάμε στα σπίτια μας. “Εδώ είναι το σπίτι μας πλέον, πάρ’ το χαμπάρι”, της απάντησα. Σωστά δεν της είπα;» Της γνέφω καταφατικά, συγκρατώντας το κλάμα που έρχεται από την περιοχή της καρδιάς μου κατεθείαν στο λαιμό σαν πυκνόρευστη σταγόνα. Η Ν ρωτάει τί λέμε, η φροντίστρια έχει καθίσει στην πολυθρόνα και παίζει με το κινητό της, η Ά. χασμουριέται και οι υπόλοιπες παραμένουν με το βλέμμα απλανές μπροστά στην τηλεόραση. Έξω ο κόσμος συνεχίζει τους ρυθμούς του. Το ίδιο βράδυ ο Πρόεδρος, στις ειδήσεις, θα μιλήσει για την βελτίωση της ιδρυματικής φροντίδας και τα ποιοτικά κριτήρια στις στέγες ευγηρίας. Κι εμένα θα με πιάσει εκείνο το σφίξιμο στο στομάχι που με πιάνει κάθε φορά που φανερώνεται ξεδιάντροπα η απόσταση που χωρίζει τα πολιτικά μπλα μπλα από την πραγματικότητα. Και εννοώ όλα εκείνα που κάνουν την αλήθεια να αφηνιάζει.





























