ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Τυπωμένες αναμνήσεις

Χειρόγραφο, με την Ελένη Ξένου

Ελένη Ξένου

Ελένη Ξένου

twitter

«Αυτή εδώ είναι από ένα πάρτι που έκανα στο σπίτι, πρέπει να ήμουν ακόμα μαθητής, κι αυτή από μια εκδρομή που κάναμε η τότε παρέα στην Κερύνεια». Η άλλη είναι, λέει, από μια θεατρική παράσταση, μόλις πρωτοξεκινούσε σαν σκηνογράφος, και η παραδίπλα από έναν καρναβαλίστικο χορό· ανέκαθεν λάτρευε τα καρναβάλια και τις αμφιέσεις. Τις βγάζει μία-μία από τη θέση τους και τις τοποθετεί στο πλάι. Στοίβα τα άλμπουμ πάνω στο γραφείο του. Θα τα ξηλώσεις όλα, απορώ. Ναι, απαντά. Θέλει να συγυρίσει τις φωτογραφίες —ή θα ήταν πιο ακριβές να πω τις αναμνήσεις του;— στη σωστή χρονολογική σειρά και στην ανάλογη θεματική ενότητα. Δεν ρωτώ τον λόγο, δεν είμαι πια σίγουρη για την αναγκαιότητα αυτών των ερωτήσεων. Παίρνω ένα σκαμπό και κάθομαι δίπλα του. Η μπαλκονόπορτα ανοιχτή, οι φοινικιές στο βάθος σαν εξωτική καρτ ποστάλ, το σκυλί στον καναπέ, κι αυτό μαυρόασπρο όπως τα ενσταντανέ της ζωής του, το κασετόφωνο παίζει τραγούδια άλλης εποχής και η τηλεόραση σβηστή. Ο επαναλαμβανόμενος ήχος της ζελατίνης κόβει τον δροσερό πρωινό αέρα στα δύο, διώχνοντας συνάμα λίγη από τη σκόνη που κάθισε πάνω στην επιδερμίδα των βιωμάτων του, υπονομεύοντας τη φρεσκάδα τους, και η κάθε φωτογραφία ανασύρεται με την ευλάβεια που αρμόζει σε ό,τι έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. «Έχω και πολλές της μάνας σου», μου λέει, «και της γιαγιάς σου. Τόσο νέες, πάω στοίχημα πως δεν τις έχεις ξαναδεί. Και τον παππού σου, που λίγο τον έζησες. Για δες πόσο καλοντυμένος ήτανε πάντοτε…». Βάζω το άλμπουμ στα γόνατά μου όπως ένα απροστάτευτο κατοικίδιο και η συνειδητοποίηση πως σε αυτό το δερμάτινο ορθογώνιο αντικείμενο, με τον χάρτη της Κύπρου χαραγμένο στο εξώφυλλό του, περικλείονται σταγονίδια των κυττάρων μου, μου προκαλεί αμηχανία, όπως καθετί που εκτείνεται πέρα και πάνω από την επεξήγησή του. Αναρωτιέμαι κατά πόσο στην ηλικία του θα με περιβάλει μια όμοια παρόρμηση, να περνώ δηλαδή τα πρωινά μου με τις μπαλκονόπορτες ανοιχτές στο παρελθόν μου.

Το διερώτημα με βρίσκει απροετοίμαστη, όχι τόσο για την απάντηση όσο για την παραδοχή πως οι δικές μου φωτογραφίες είναι κλεισμένες σε συγκεκριμένα μεγέθη οθονών —του κινητού, του υπολογιστή, του iPad— και τοποθετημένες σε εικονίδια φακέλων, φυλαγμένα σε ένα αντικείμενο που μέχρι και το όνομά του, «σκληρός δίσκος», εμποδίζει την τρυφερότητα να τις πλησιάσει. Βλέπω τώρα εκείνον πώς τις κρατάει στα χέρια του, πώς τις γυρίζει με τα ακροδάχτυλά του στην πίσω πλευρά και διαβάζει μια σημείωση που ξέμεινε ή μια αφιέρωση που στάζει ακόμα αγάπη. Τον παρακολουθώ να τις χαζεύει προσπαθώντας να αναγνωρίσει τους υπόλοιπους, ποιοι ζουν και ποιοι έχουνε φύγει, και είναι λες και μυρίζεται ακόμα τις κολόνιες και τα αρώματα που περιφέρονταν στα δωμάτια των κοινωνικών τους συνάξεων. Τον βλέπω σχεδόν να ακουμπά στη φθορά της κάθε ανάμνησης με γλυκύτητα και να κλείνει προσεκτικά το κάθε σκίσιμό της με ένα σελοτέιπ διάφανο και με εμφανή τα ίχνη των δαχτυλικών του αποτυπωμάτων. Και ύστερα να την κολλάει με αφοσίωση στην καινούργια της θέση, από όπου ενδόμυχα ελπίζει πως θα ανακτήσει τη μυστηριώδη ολότητά της, για να μη μείνει τίποτα ασύνδετο και μετέωρο σαν ακαταστάλαχτο βίωμα. Η συνειδητοποίηση ότι η κάθε φωτογραφία αποτελεί ένα χειροπιαστό αντικείμενο, που επιτρέπει σε όλες του τις αισθήσεις να μετέχουν στην τακτοποίηση των αναμνήσεών του, ώστε κάθε στιγμιότυπο της ζωής του να δικαιώνει τον προορισμό του —που δεν είναι άλλος από το πλάσιμο της δικής του μυθοπλασίας— με οδηγεί σε περαιτέρω συλλογισμούς. Με τα χέρια μου ακόμη ακουμπισμένα σε ένα από τα άλμπουμ, αναρωτιέμαι κατά πόσο τα δικά μου ενσταντανέ —ή, για να το θέσω αλλιώς, αυτή η περίφημη ψηφιακή μας μνήμη—, φυλαγμένα σε εικονίδια φακέλων, χωρίς καμία υφή και απρόσιτα στην αφή, τόσο απομακρυσμένα από τις πέντε αισθήσεις, μπορούν άραγε να συγκρατήσουν τη συνοχή του προσωπικού μας αφηγήματος όπως αυτές οι μαυρόασπρες φωτογραφίες που τις σκεπάζουν απαλά διάφανες ζελατίνες; Ή μήπως η λεγόμενη πρόοδος καταδικάζει τη μνήμη να μείνει έγκλειστη στο “λεξιλόγιο” της όρασης, που κάποτε κι αυτή θα ξεθωριάσει, αφήνοντάς μας έτσι ξεκρέμαστους και αποδυναμωμένους απέναντι στις κάθε λογής οφθαλμαπάτες; Αυτοί οι αλλεπάλληλοι συνειρμοί, ομολογώ, πως με αναστατώνουν και όσο περνά η ώρα η αναστάτωση εντείνεται. Τι θα συμβεί όταν λιγοστέψουν οι αυτόπτες μάρτυρες όσων ζήσαμε, σκέφτομαι καθώς συνεχίζω να συγυρίζω μαζί του τα άλμπουμ; Θα απομείνει κάποιος που να κατανοεί τη δυσπερίγραπτη ανάγκη να αγγίξω με τα δάχτυλά μου τις αναμνήσεις μία-μία για να τρέξει να μου τις τυπώσει; Θα βρεθεί άραγε κανείς να συναισθανθεί τη σημασία του να κρατά στα χέρια του ο άνθρωπος ένα έσχατο της ζωής του αντίτυπο;

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

NEWSROOM

Χειρόγραφα: Τελευταία Ενημέρωση

Τι να φοβηθεί κανείς όταν βρίσκεται στην ευλογημένη θέση να μιλά ανεμπόδιστα στον ουρανό και να εισπνέει το ίδιο ανεμπόδιστα, ...
Ελένη Ξένου
 |  ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ
Ο κόσμος, ωστόσο, δεν πάει έτσι. Δεν είναι μαύρο-άσπρο. Είναι, όπως επιμένει η Τοκάρτσουκ, τρεμοφεγγής: τη μια έτσι, την ...
Ελένη Ξένου
 |  ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ
X
X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ