Γιώργος Σκαφιδάς
Ενδιάμεσες επί της διαδικασίας, αλλά «οριακές» σε πολιτικό επίπεδο, οι εκλογές για το Κογκρέσο που πραγματοποιήθηκαν χθες στις ΗΠΑ ήταν από πολλές απόψεις διαφορετικές και ιδιαίτερες, καθώς διεξήχθησαν μέσα σε ένα περιβάλλον από ανοιχτές ρήξεις, επιχειρούμενες ανακατατάξεις και ακραίες αντιπαραθέσεις. Λόγοι ποιοτικοί αλλά και ποσοτικοί κατέστησαν αυτή την εκλογική αναμέτρηση ξεχωριστή όχι μόνο για τις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά και τη διεθνή σκηνή, που αναπόφευκτα περιστρέφεται γύρω από τις διαθέσεις της αμερικανικής υπερδύναμης, ειδικά σε μια περίοδο αναθεώρησης αυτών των διαθέσεων, όπως είναι εκείνη της νέας προεδρίας Τραμπ.
Η προεκλογική εκστρατεία ήταν η ακριβότερη μέχρι στιγμής στις ΗΠΑ, με το συνολικό κόστος να προσεγγίζει τα 12 δισ. δολάρια.
Από ποσοτική σκοπιά, οι εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026 θα μείνουν στην Ιστορία ως οι πιο «ακριβές» στα αμερικανικά χρονικά. Η προεκλογική εκστρατεία που τις συνόδευσε ήταν όντως η ακριβότερη που έχει καταγραφεί μέχρι στιγμής στις ΗΠΑ, με το συνολικό κόστος να προσεγγίζει τα 12 δισ. δολάρια.
Ενδεικτικά, μόνον ο Ελον Μασκ παρουσιάζεται να ξόδεψε σχεδόν μισό δισ. δολάρια (445,7 εκατ. δολ.) σε δωρεές υπέρ Ρεπουμπλικανών υποψηφίων, κυρίως στην περιοχή του Τέξας όπου διατηρούν την έδρα τους πολλές από τις επιχειρήσεις του.
Οι δωρεές
Εάν το ύψος των προεκλογικών δωρεών εκληφθεί ως δείκτης ανησυχίας, τότε προφανώς το εκλογικό διακύβευμα αυτή τη φορά ήταν μεγαλύτερο από ό,τι στο παρελθόν για εκατομμύρια φορείς χάραξης πολιτικής εντός και εκτός των ΗΠΑ, πέρα από τον Μασκ και τους μεγιστάνες της Big Tech (που στήριξαν τους Ρεπουμπλικανούς) ή τον Σόρος και τον Μπλούμπεργκ (που παραδοσιακά στηρίζουν τους Δημοκρατικούς).
Η δεύτερη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ στην αμερικανική προεδρία προκάλεσε απανωτά σοκ εντός και εκτός των Ηνωμένων Πολιτειών την τελευταία διετία. Οι πολύνεκρες επιδρομές της Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Τελωνειακής Επιβολής (ICE) στο εσωτερικό και η παρουσία της Εθνοφρουράς στους δρόμους αμερικανικών πόλεων, οι μαζικές αθωώσεις όσων είχαν εισβάλει στο Καπιτώλιο και οι κινήσεις «αναθεώρησης» του ιδίου του αμερικανικού Συντάγματος, το εκτεταμένο «λίφτινγκ» στον Λευκό Οίκο και τα «φαραωνικά» έργα στην Ουάσιγκτον, το «φλερτ» με τη Ρωσία εις βάρος της Ουκρανίας και η στροφή προς το Πακιστάν εις βάρος της Ινδίας, ο πόλεμος στο Ιράν και οι δασμολογικές επιθέσεις κατά εταίρων, οι κινήσεις υπονόμευσης του ΟΗΕ (βλ. «Συμβούλιο Ειρήνης») και οι ρήξεις με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας και το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, η Γάζα ως «Ριβιέρα» και ο Καναδάς ως «51η πολιτεία των ΗΠΑ», οι διαθέσεις αποδέσμευσης από το ΝΑΤΟ και οι κόντρες με τους Ευρωπαίους για τη Γροιλανδία ήρθαν να ανατρέψουν πολλά από όσα άλλοτε θεωρούνταν δεδομένα σε σχέση με τις ΗΠΑ και τον τρόπο που αυτές τοποθετούνταν επί δεκαετίες επί των διεθνών εξελίξεων.
Τα πυρηνικά
Δείγματα όσων επρόκειτο να ακολουθήσουν είχαν, βέβαια, διαφανεί ήδη από την πρώτη τετραετία του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία. Ενδεικτικά θα μπορούσε να ανατρέξει κανείς στην απόσυρση από τη συμφωνία για τα πυρηνικά του Ιράν, στο σχέδιο του 2020 για τη Γάζα, στην εξόντωση του Σουλεϊμανί, στις απαξιωτικές δηλώσεις της αμερικανικής ηγεσίας για το ΝΑΤΟ, στην αδυναμία του Τραμπ για τους αυταρχικούς ηγέτες κ.ά.
Η ορμή ωστόσο με την οποία επιχειρήθηκαν οι αλλαγές πλεύσης κατά τη δεύτερη προεδρική θητεία του Τραμπ δεν είχε προηγούμενο. Εξ ου και τα απανωτά σοκ, εντός αλλά και εκτός των ΗΠΑ.
Οι Financial Times μιλούν χαρακτηριστικά για μια «φρενήρη προεδρία που ανέτρεψε τις θεμελιώδεις συμβάσεις της αμερικανικής διακυβέρνησης και πολιτικής». «Ορισμένοι από τους πιο σεβαστούς θεσμούς της χώρας, οι παραδοσιακές συμμαχίες της καθώς και οι πιο πολύτιμες εμπορικές σχέσεις της βρέθηκαν όλα στο στόχαστρο του Λευκού Οίκου κατά τους πρώτους 21 μήνες της νέας προεδρίας Τραμπ», προκαλώντας σε όσους παρακολουθούν τα τεκταινόμενα «ένα μείγμα φρίκης, αμηχανίας και δυσπιστίας», προσθέτουν οι FT, υπογραμμίζοντας ότι «στο υπόβαθρο όλων αυτών των κινήσεων του Τραμπ βρισκόταν η προσπάθειά του να διευρύνει τα όρια της εκτελεστικής εξουσίας με τρόπους που οι προκάτοχοί του στον Λευκό Oίκο δεν τόλμησαν ποτέ».
Τα ψηφοδέλτια
Ο ίδιος ο –80χρονος πια– Τραμπ μπορεί να μην ήταν χθες στα ψηφοδέλτια ως υποψήφιος ο ίδιος, πλην όμως ήταν όλες οι επιλογές που αυτός έκανε την περασμένη διετία ως πρόεδρος των ΗΠΑ.
Οι ενδιάμεσες εκλογές τείνουν άλλωστε να λειτουργούν, μεταξύ άλλων, και ως «δημοψήφισμα» για τον εκάστοτε πρόεδρο, πολύ δε περισσότερο όταν μιλάμε για έναν ηγέτη πολωτικό και ιδιόρρυθμο όπως ο Τραμπ.
«Οι ενδιάμεσες εκλογές αποτελούν πάντοτε μια ετυμηγορία για τον κάθε εν ενεργεία πρόεδρο. Ωστόσο, η εκλογική αναμέτρηση του 2026 θα μπορούσε να εξελιχθεί σε κάτι σπανιότερο και πιο σημαντικό: σε έναν καταλύτη που μας δείχνει την κατεύθυνση προς μια νέα πολιτική εποχή», σημειώνει εύστοχα ο Στίβεν Κόλινσον σε ανάλυσή του στο CNN. Αυτή η «νέα πολιτική εποχή» ξεκινάει σήμερα.




























