Γράφει ο Κωνσταντίνος Φίλης
Τον Νοέμβριο του 2024, όταν και κατάφερε να επανεκλεγεί, και μάλιστα με περισσότερες ψήφους απ’ ό,τι το 2016 και το 2020, προσελκύοντας ακόμη μεγαλύτερα κομμάτια της αμερικανικής κοινωνίας, τα οποία παραδοσιακά ψήφιζαν τους Δημοκρατικούς, ο Ντόναλντ Τραμπ δημιούργησε ένα τεράστιο προσωπικό κεφάλαιο. Είχε έτσι από τον Ιανουάριο του 2025, όταν και ορκίστηκε πρόεδρος, ελεύθερο πεδίο στο εσωτερικό, αλλά και αντίστοιχα ευχέρεια κινήσεων στο εξωτερικό για να προωθήσει την ατζέντα του.
Οι Δημοκρατικοί, εμφανώς, χρειάζονταν χρόνο για να ορθοποδήσουν, εμφανίζοντας διαλυτικές τάσεις, λόγω των εγχώριων διαιρέσεών τους, ενώ εταίροι και αντίπαλοι των Αμερικανών ήταν διατεθειμένοι να προβούν σε συμβιβασμούς προκειμένου να μη βρεθούν αντιμέτωποι με ένα πρόεδρο, ο οποίος είχε το momentum και ήταν πολύ ισχυρός στο εσωτερικό. Λόγω, μάλιστα, του προσωποπαγούς χαρακτήρα της προεδρίας του και εφόσον είχε επιλέξει μία ομάδα συνεργατών απόλυτα πιστή σε αυτόν, που δεν άφηνε μεγάλα περιθώρια επηρεασμού του, ένιωθαν υποχρεωμένοι να βρουν μαζί του ένα modus operandi για να τον ικανοποιήσουν.
Δύο χρόνια μετά, αυτό το προσωπικό κεφάλαιο έχει σχεδόν εξαϋλωθεί. Η δημοφιλία του στο εσωτερικό και το κύρος των Ηνωμένων Πολιτειών στο εξωτερικό βρίσκονται σε ελεύθερη πτώση, η ανακολουθία μεταξύ λόγων, συχνά απειλών και εκβιασμών, και πράξεων, τον έχει καταστήσει αναξιόπιστο συνομιλητή και η αδυναμία του να είναι συνεπής με το παραδοτέο έργο μιας κυβέρνησης που πελαγοδρομεί και ελέγχεται για υποθέσεις διαφθοράς, δημιούργησαν δεύτερες σκέψεις στους Αμερικανούς ψηφοφόρους. Η διάσπαση του MAGA, κυρίως λόγω των διαφωνιών για την αναίτια εμπλοκή στη Μέση Ανατολή, συνετέλεσε στο κακό αποτέλεσμα και τώρα είναι άγνωστο πώς θα καταφέρει ο Τραμπ να ελέγξει το κόμμα, δεδομένου ότι η συγκολλητική ουσία ενός ετερογενούς σχήματος ήταν η εξουσία και η θετική πορεία της οικονομίας.
Ομως, το σοβαρό λάθος του ενοίκου του Λευκού Οίκου ήταν πως δεν αξιοποίησε τον πρώτο χρόνο, που βρισκόταν στο απόγειο της ισχύος του, εσωτερικά και εξωτερικά, για να κερδίσει ακροατήρια και να προωθήσει τις θέσεις του, όχι διά της επιβολής αλλά μέσω της διαβούλευσης. Βέβαια, πολλές εξ αυτών ήταν αρκετά ακραίες για να βρουν υποστηρικτές. Το αυταρχικό στυλ διακυβέρνησης, ο εύκολος έως και προκλητικός πλουτισμός του ιδίου και του στενού του κύκλου, η προσβλητική και χυδαία αντιμετώπιση αντιπάλων και μίντια και οι οβιδιακές μεταλλάξεις του, αποκαλύπτονται τώρα και λειτούργησαν πολλαπλασιαστικά αρνητικά, επειδή δείχνει πλέον λιγότερο ισχυρός και αποτελεσματικός. Ηδη, οι Ρεπουμπλικανοί θα ξεκινήσουν τις διεργασίες για τη διαδοχή του, και πέραν της αποστασιοποίησης αρκετών εκ των υποψήφιων προέδρων, ενδεχομένως σε κάποιο βαθμό και του ίδιου του Βανς, λόγω του ότι πλέον ο Τραμπ θεωρείται τοξικός, θα φύγει σιγά σιγά ο προβολέας από αυτόν. Αυτό πιθανότατα θα του κοστίσει ψυχολογικά, χωρίς να μπορούμε να επανεκτιμήσουμε αν και με ποιον τρόπο θα θελήσει να τον στρέψει ξανά πάνω του.
Αποτελεί συνηθισμένη πολιτική πρακτική και παράδοση η ρύθμιση/διόρθωση υπέρ της εκάστοτε αντιπολίτευσης έναντι των περισσότερων προέδρων μέσω των ενδιάμεσων εκλογών. Οι πολύ πιο δημοφιλείς Ρέιγκαν και Κλίντον, όπως και ο Ομπάμα, υπέστησαν μεγάλες ήττες –οι δύο πρώτοι πανωλεθρίες– σε ενδιάμεσες εκλογές. Επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζουμε τη συντριπτική ήττα του Τραμπ, που είναι περισσότερο από μία συντριπτική νίκη των Δημοκρατικών, ως μία πρωτόγνωρη κατάσταση. Ο ίδιος όμως φρόντισε να καταστήσει τις εκλογές αυτές δημοψήφισμα υπέρ ή κατά του, αν και από δω και πέρα θα βρεθεί σε αναζήτηση εξιλαστήριων θυμάτων, πλην του ιδίου. Εντοπίζεται ένας κίνδυνος, στον βαθμό που ενδέχεται να χρεώσει την ήττα του σε κάποια δύναμη εκτός Ηνωμένων Πολιτειών, την οποία θα θελήσει να τιμωρήσει (π.χ. Ιράν, Ουκρανία).
Μπορεί λοιπόν να δημιουργήθηκαν πλέον τα θεσμικά αντίβαρα απέναντι στον Αμερικανό πρόεδρο, τα οποία είναι πάντως βέβαιο ότι θα επιχειρήσει να δοκιμάσει και να υπερβεί, εντούτοις, μπορεί να αποδειχθεί μεγαλύτερο πρόβλημα ότι δεν υπάρχουν αντίστοιχα αντίβαρα σε αυτούς που επιλέγει να συνομιλεί και να τον επηρεάζουν σε τακτική βάση. Εφόσον, σχεδόν κανείς, με εξαίρεση τον Ρούμπιο και αυτός υπό προϋποθέσεις, δεν αναμένεται να υψώσει το ανάστημά του, ακόμη και σε τυχόν άφρονες επιλογές εκ μέρους του Τραμπ.




























